Η Wall Street στηρίζεται στις επαναγορές μετοχών, ρεκόρ 1 τρισ.

Apple, Alphabet, JPMorgan και άλλοι κολοσσοί οδηγούν το κύμα share buyback, με στόχο την ενίσχυση των μετόχων. Έκρηξη και στις εξαγορές

Wall Street © EPA/JUSTIN LANE

Οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε επαναγορές μετοχών με πρωτοφανή ρυθμό, εξέλιξη που δείχνει την εμπιστοσύνη της εταιρικής Αμερικής στην οικονομία.

Σύμφωνα με στοιχεία της Birinyi Associates, οι ανακοινωμένες επαναγορές ξεπέρασαν το 1 τρισ. δολάρια στις 20 Αυγούστου — το ταχύτερο χρονικό διάστημα που έχει χρειαστεί ποτέ για να επιτευχθεί αυτό το όριο. Το προηγούμενο ρεκόρ είχε καταγραφεί τον Οκτώβριο του περασμένου έτους.

Τους τελευταίους μήνες, κορυφαίοι επιχειρηματικοί όμιλοι άναψαν το «πράσινο φως» για προγράμματα μαζικών επαναγορών. Η Apple ανακοίνωσε ότι θα αγοράσει μετοχές αξίας 100 δισ. δολαρίων μετά τα αποτελέσματα τριμήνου του Μαΐου. Παράλληλα, η Alphabet, η JPMorgan Chase, η Goldman Sachs, η Wells Fargo και η Bank of America παρουσίασαν προγράμματα τουλάχιστον 40 δισ. δολαρίων.

«Θα συνεχιστεί ο ρόλος της εταιρείας ως ο απόλυτος αγοραστής των πτωτικών διακυμάνσεων», δήλωσε στο Bloomberg ο Jeffrey Yale Rubin, πρόεδρος της Birinyi Associates. «Τα κέρδη είναι ισχυρά, υπάρχει επάρκεια κεφαλαίων για επενδύσεις, και οι επαναγορές αποτελούν έναν ελκυστικό τρόπο να ανταμειφθούν οι επενδυτές και οι ιδιοκτήτες».

Τον Ιούλιο, οι ανακοινωμένες επαναγορές ανήλθαν σε 166 δισ. δολάρια, το υψηλότερο ποσό που έχει καταγραφεί ποτέ για τον συγκεκριμένο μήνα, καθώς ενεργοποιήθηκαν τα σχέδια των μεγαλύτερων αμερικανικών τραπεζών και τεχνολογικών εταιρειών. Οι επαναγορές αποτελούν βασικό στήριγμα για το αμερικανικό χρηματιστήριο, το οποίο έχει δει τον δείκτη S&P 500 να επιστρέφει σε ιστορικά υψηλά τις τελευταίες εβδομάδες. Το pipeline προγραμμάτων δείχνει αυξανόμενη εμπιστοσύνη μεταξύ των διοικήσεων.

Ο Rubin προβλέπει ότι η δυναμική θα συνεχιστεί ως το τέλος του έτους, με τις ανακοινώσεις επαναγορών να φτάνουν τα 1,3 τρισ. δολάρια και τις ολοκληρωμένες αγορές να καταγράφουν νέο ρεκόρ.

«Εκτός αν υπάρξει μια δραματική επιβράδυνση της οικονομίας, προβλέπουμε ότι οι ολοκληρωμένες επαναγορές του 2026 θα φτάσουν τα 1,2 τρισ. δολάρια, επίδοση που θα αποτελέσει νέο ρεκόρ», έγραψε ο ίδιος σε σημείωμα που δημοσιεύθηκε στις 26 Αυγούστου.

Ωστόσο, οι επαναγορές συνεχίζουν να προκαλούν αντιδράσεις στην κυβέρνηση Τραμπ. Το ζήτημα υπήρξε πεδίο διαμάχης γύρω από τον φορολογικό νόμο-ορόσημο του προέδρου των ΗΠΑ. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, μιλώντας στο Fox Business την Τετάρτη, επέκρινε την Boeing για ένα «μαζικό» πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών, το οποίο —όπως είπε— έγινε εις βάρος της επένδυσης στην έρευνα και την ανάπτυξη.

Αντί για πραγματικές επενδύσεις, έκρηξη εξαγορών και συγχωνεύσεων

Παράλληλα παρατηρείται έκρηξη στις εξαγορές και συγχωνεύσεις: Πάνω από $1 τρισ. καταγράφηκαν το καλοκαίρι, με ρεκόρ στον πιο θερμό Αύγουστο από το 2021. Οι συμφωνίες εξαγορών και συγχωνεύσεων (M&A) ξεπέρασαν το όριο του $1 τρισ. κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, με έναν ιδιαίτερα έντονο Αύγουστο, όπως δείχνουν τα στοιχεία του Bloomberg.

Οι εταιρείες ανακοίνωσαν συναλλαγές ύψους $1,05 τρισ. από τις αρχές Ιουνίου, ποσό αυξημένο κατά 30% σε σύγκριση με πέρυσι και το υψηλότερο για την περίοδο αυτή από το 2021, όταν η πανδημία είχε προκαλέσει έκρηξη deal.

Η περίοδος περιλαμβάνει τη μεγαλύτερη συμφωνία του 2025 μέχρι στιγμής: την εξαγορά της σιδηροδρομικής Norfolk Southern Corp. από την Union Pacific Corp. για πάνω από $80 δισ. (συμπεριλαμβανομένου χρέους). Επίσης, η Palo Alto Networks Inc. σχεδιάζει να αποκτήσει την εταιρεία κυβερνοασφάλειας CyberArk Software Ltd. έναντι περίπου $25 δισ.

Μόνο τον Αύγουστο υπεγράφησαν συμφωνίες ύψους σχεδόν $300 δισ., με χαρακτηριστικά παραδείγματα την πώληση μονάδας της CommScope Holding Co. στην Amphenol Corp. έναντι $10,5 δισ. και την εξαγορά της Dayforce Inc. από τη Thoma Bravo έναντι $12,3 δισ. Σύμφωνα με τον Ben Sibbett, επικεφαλής εταιρικής πρακτικής Αμερικής στην Clifford Chance, η αλλαγή της αμερικανικής διοίκησης έχει συμβάλει στην αναθέρμανση του κλίματος, έστω και με κάποια καθυστέρηση.

«Αν και χρειάστηκε περισσότερος χρόνος απ’ όσο περιμέναμε για να ανακάμψει η αγορά M&A, η πολιτική αλλαγή υπήρξε σαφής καταλύτης για την αυξημένη δραστηριότητα που βλέπουμε», δήλωσε ο Sibbett. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το καλοκαίρι είδαμε έκρηξη στα λεγόμενα mega-deals».

Ακόμη και την εβδομάδα πριν από την αργία της Labor Day στις ΗΠΑ, οι συμφωνίες συνεχίστηκαν: η Keurig Dr Pepper Inc. ανακοίνωσε την εξαγορά της JDE Peet’s NV για €15,7 δισ. ($18,2 δισ.), ενώ η AT&T Inc. ανακοίνωσε deal $23 δισ. για την απόκτηση δικαιωμάτων χρήσης φάσματος από την EchoStar Corp. Την Τετάρτη, η ιαπωνική Sompo Holdings Inc. ανακοίνωσε ότι θα εξαγοράσει την Aspen Insurance Holdings Ltd. έναντι περίπου $3,5 δισ.

Θερινή δυναμική dealmakers

Η θερινή δυναμική δείχνει ότι οι dealmakers συνεχίζουν την ισχυρή ανάκαμψη τους μετά το απογοητευτικό ξεκίνημα της χρονιάς, όταν οι εμπορικοί πόλεμοι του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μείωσαν την όρεξη για M&A στη δεύτερη θητεία του.

Παρ’ όλα αυτά, οι διαδικασίες παραμένουν απαιτητικές, καθώς αγοραστές και πωλητές εξακολουθούν να διαφωνούν για τις αποτιμήσεις, ενώ η γενικότερη οικονομική αβεβαιότητα παραμένει. Αυτό κράτησε τον αριθμό των συμφωνιών σχετικά σταθερό σε σύγκριση με πέρυσι, παρά τα μεγάλα deals που ξεχωρίζουν. Ωστόσο, εταιρείες και σύμβουλοι ετοιμάζουν ήδη την επόμενη γενιά «πρωτοσέλιδων» deal.

Το Bloomberg αποκάλυψε αυτή την εβδομάδα ότι η δισεκατομμυριούχος οικογένεια Pinault εξετάζει στρατηγικές επιλογές για το ποσοστό της στη γερμανική εταιρεία αθλητικών ειδών Puma SE, ενώ πηγές ανέφεραν ότι η EssilorLuxottica SA, κατασκευάστρια των Ray-Ban, σκέφτεται να αυξήσει τη συμμετοχή της στη ιαπωνική Nikon Corp.

Εάν η δυναμική συνεχιστεί και τον Σεπτέμβριο, τότε οι συμφωνίες θα μπορούσαν να αγγίξουν το $1 τρισ. στο τρίτο τρίμηνο —μόλις η δεύτερη φορά στην ιστορία— σύμφωνα με τα στοιχεία του Bloomberg. Μέχρι στιγμής το 2025, η αξία των deal ανέρχεται σε $2,7 τρισ., πάνω από 25% υψηλότερη από τα επίπεδα του 2024.

«Με το οικονομικό τοπίο και τις αγορές χρηματοδότησης να σταθεροποιούνται, τα χρηματιστήρια να κινούνται σε ιστορικά υψηλά, το ρυθμιστικό περιβάλλον να δείχνει πιο ήπιο και την εμπιστοσύνη στα διοικητικά συμβούλια να επιστρέφει, αναμένουμε περισσότερη δραστηριότητα μέχρι το τέλος της χρονιάς», κατέληξε ο Sibbett.