Τι συμβαίνει όταν η αδηφάγα ανάγκη για κεφάλαια στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης αναγκάζει τις εταιρείες να επανεξετάσουν τους ίδιους τους κανόνες της εισαγωγής στο χρηματιστήριο; Η πρωτοφανής ένταση του ανταγωνισμού στην AI διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μια νέα γενιά «Giga-IPO» από εταιρείες όπως η OpenAI, η Anthropic και η SpaceX μέσω της Starlink.
Οι επικείμενες αυτές εισαγωγές δεν αφορούν απλώς τη ρευστότητα των μετόχων, αλλά στοχεύουν στη χρηματοδότηση της επόμενης δεκαετίας υποδομών νοημοσύνης: υπολογιστική ισχύ, data centers και μακροχρόνια έρευνα. Το αποτέλεσμα ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τις χρηματιαστηριακές αγορές, δοκιμάζοντας τα όρια αποτιμήσεων, αντοχής επενδυτών και καινοτόμων μοντέλων εταιρικής διακυβέρνησης.
Ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του κύματος αρχικών δημόσιων προσφορών που αναμένεται να κορυφωθεί την περίοδο 2025–2026. Εταιρείες όπως η OpenAI και η Anthropic εκτιμάται ότι θα εισαχθούν στο χρηματιστήριο με αποτιμήσεις που υπερβαίνουν τα 100 δισ. δολάρια. Η OpenAI, η οποία προβλέπεται να φθάσει τα 60 δισ. δολάρια σε ετησιοποιημένα έσοδα έως το τέλος του 2026, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια κρίσιμη δοκιμασία: κατά πόσον οι χρηματιστηριακές αγορές είναι διατεθειμένες να αποδεχθούν τη μακροπρόθεσμη εμπορική βιωσιμότητα της γενετικής AI.
Η Anthropic, από την άλλη πλευρά, με αποτίμηση που εκτιμάται μεταξύ 200 και 300 δισ. δολαρίων, καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει διατηρήσιμη τιμολογιακή ισχύ στον εταιρικό τομέα, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων ρυθμιστικών πιέσεων. Παράλληλα, η SpaceX και το δορυφορικό της σκέλος, η Starlink, προβάλλουν ως βαθιάς τεχνολογίας κολοσσοί που ενδέχεται να ανατρέψουν κάθε προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ δημόσιας εγγραφής.
Από τις παραδοσιακές IPO στις Giga-IPO της τεχνητής νοημοσύνης
Πριν από περίπου μία δεκαετία, πριν οι επενδυτές επιχειρηματικών κεφαλαίων και οι μεγάλοι παίκτες των εξαγορών αρχίσουν να ανοίγουν αφειδώς τα βιβλιάρια επιταγών τους, η εισαγωγή στο χρηματιστήριο αποτελούσε τη φυσική επιλογή για κάθε φιλόδοξη επιχείρηση. Η δημόσια εγγραφή προσέφερε τόσο ρευστότητα —μέσω των βαθιών δεξαμενών κεφαλαίου— όσο και κύρος, χάρη στην προθυμία των εταιρειών να τεθούν υπό τον έλεγχο εκατομμυρίων επενδυτών, εξηγούν αναλυτές στον Economist.
Ήταν βέβαια εφικτό να επιτευχθούν αποτιμήσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων μακριά από το χρηματιστηριακό προσκήνιο: η Lidl με τα φθηνά είδη παντοπωλείου, η Mars με τα ζαχαρώδη, η Cargill με τις πρώτες ύλες για τις μπάρες Mars, καθώς και εταιρείες φυσικών πόρων στον Κόλπο ή στην Κίνα, αλλά και traders όπως οι Vitol και Trafigura. Ωστόσο, για όποιον επιδίωκε εκρηκτική ανάπτυξη, το πραγματικό «καύσιμο πυραύλων» βρισκόταν στις χρηματιστηριακές αγορές.
Ίσως αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Πρόσφατες αναφορές υποστηρίζουν ότι η SpaceX, η εταιρεία πυραύλων και δορυφόρων του Elon Musk, διερευνά με επενδυτικούς τραπεζίτες το ενδεχόμενο εισαγωγής στο χρηματιστήριο ακόμη και από το επόμενο έτος, με αποτίμηση που θα μπορούσε να φθάσει τα 1,5 τρισ. δολάρια. Στις αρχές Δεκεμβρίου, έγινε γνωστό ότι και η Anthropic —ένα από τα «αγαπημένα παιδιά» της AI— εξετάζει αντίστοιχη κίνηση, έχοντας αποτιμηθεί πρόσφατα κοντά στα 180 δισ. δολάρια.
Στόχος της ενδέχεται να είναι να προηγηθεί της OpenAI, της εταιρείας που έχει ταυτιστεί με την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης και φημολογείται ότι αποτιμάται περί τα 500 δισ. δολάρια, καθώς και αυτή φέρεται να εξετάζει όλο και πιο σοβαρά την προοπτική μιας δημόσιας εγγραφής.
Οποιαδήποτε από αυτές τις κινήσεις θα μπορούσε να αποτελέσει τη μεγαλύτερη IPO στις ΗΠα μετά την Alibaba, η οποία το 2014 άντλησε 25 δισ. δολάρια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, θα μπορούσε να είναι η μεγαλύτερη από την εισαγωγή της Saudi Aramco το 2019, όταν ο πετρελαϊκός κολοσσός συγκέντρωσε σχεδόν 30 δισ. δολάρια με αποτίμηση κοντά στα 2 τρισ. δολάρια.
Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη ωθεί τις εταιρείες στις χρηματιστηριακές αγορές
Το ξαφνικό ενδιαφέρον αυτών των εταιρειών για εισαγωγή στα χρηματιστήρια μοιάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξο. Καμία δεν έχει δυσκολευτεί να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια. Συνολικά έχουν αντλήσει σχεδόν 120 δισ. δολάρια. Η Anthropic, που συμπληρώνει μόλις πέντε χρόνια ζωής, και ακόμη και η δεκάχρονη OpenAI, θεωρούνται «νεαρές» με βάση τα σύγχρονα δεδομένα IPOs, καθώς η μέση αμερικανική εταιρεία εισάγεται πλέον στο χρηματιστήριο σε ηλικία 16 ετών — τέσσερα χρόνια αργότερα απ’ ό,τι πριν από μία δεκαετία. Η SpaceX, που απέφυγε το χρηματιστήριο για 23 χρόνια, μοιάζει σχεδόν… ηλικιωμένη.
Ο βασικός λόγος που και οι τρεις εξετάζουν μια δημόσια εγγραφή είναι απλός: πρόσβαση σε ολοένα και μεγαλύτερα κεφάλαια. Η SpaceX αναπτύσσει το Starship, ένα επαναχρησιμοποιήσιμο σύστημα εκτόξευσης που φιλοδοξεί να μεταφέρει 150 τόνους σε τροχιά ανά πτήση — περίπου το διπλάσιο ωφέλιμο φορτίο από κάθε άλλο ενεργό πύραυλο. Η OpenAI έχει δηλώσει ότι ενδέχεται να επενδύσει έως και 1,4 τρισ. δολάρια σε υπολογιστική ισχύ τα επόμενα χρόνια. Και αν η μικρότερη Anthropic θέλει να παραμείνει ανταγωνιστική, θα πρέπει επίσης να επενδύσει μαζικά σε data centers.
Κίνδυνοι αποτίμησης και σκιές στην AI
Παρά τη δυναμική ανάπτυξη της αγοράς υποδομών AI —που περιλαμβάνει data centers, υπολογιστική ισχύ και cloud εργαλεία— οι ανησυχίες για υπερτιμήσεις πληθαίνουν. Μεγάλες επενδυτικές εταιρείες έχουν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο μιας «φούσκας» στην AI, επισημαίνοντας την αστάθεια μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων αποτιμήσεων και την εξάρτηση του κλάδου από αφηγήματα μελλοντικής ανάπτυξης.
Χαρακτηριστικό είναι ότι πάροχοι υποδομών AI χωρίς ακόμη έσοδα έχουν εξασφαλίσει αποτιμήσεις άνω των 12 δισ. δολαρίων, ενώ ορισμένοι σημείωσαν κέρδη άνω του 55% την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης. Αυτή η αισιοδοξία, ωστόσο, ενδέχεται να μην αντέξει εάν επιδεινωθούν οι μακροοικονομικές συνθήκες ή εάν αυστηροποιηθούν τα ρυθμιστικά πλαίσια διακυβέρνησης της AI.
Εταιρική διακυβέρνηση και το στοίχημα της τεχνητής νοημοσύνης
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, οι επικείμενες IPOs φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης. Στην περίπτωση της SpaceX, το βασικό αγκάθι αφορά τη διακυβέρνηση — ή, όπως υποστηρίζουν επικριτές, την έλλειψή της. Εάν η Tesla θεωρηθεί εισηγμένο «υποκατάστατο» των επιχειρήσεων του Elon Musk, τότε τα προβλήματα είναι εμφανή: συγκρούσεις με ρυθμιστικές αρχές, πρόστιμα και δικαστικές αποφάσεις που έθεσαν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία του διοικητικού συμβουλίου.
Αντίστοιχα, η OpenAI και η Anthropic λειτουργούν με πειραματικά μοντέλα διακυβέρνησης —όπως το capped-profit μοντέλο ή ο χαρακτήρας δημόσιου οφέλους— τα οποία ενδέχεται να συγκρουστούν με τις υποχρεώσεις προς τους μετόχους μιας εισηγμένης εταιρείας. Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία: πώς μπορεί η μακροπρόθεσμη, ενδεχομένως μετασχηματιστική έρευνα να συνυπάρξει με την πίεση των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων;
Κεφάλαια με αντάλλαγμα διαφάνεια: Οι «κυκλικές συμφωνίες»
Η αγορά μετοχών, με παγκόσμια κεφαλαιοποίηση περίπου 130 τρισ. δολαρίων, προσφέρει σαφώς μεγαλύτερη και λιγότερο συγκεντρωμένη επενδυτική βάση από τις ιδιωτικές αγορές. Ταυτόχρονα, όμως, είναι πολύ πιο απαιτητική και διορατική. Αυτή ακριβώς τη διορατικότητα καλούνται να ανταλλάξουν οι OpenAI, Anthropic και SpaceX με ρευστότητα.
Η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για κεφάλαια και στην πειθαρχία των αγορών καθιστά τις επερχόμενες εισαγωγές κάτι πολύ περισσότερο από απλές χρηματιστηριακές πράξεις. Αποτελούν ένα πείραμα μεγάλης κλίμακας για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, της καινοτομίας και του ίδιου του καπιταλισμού της τεχνολογίας.
Ταυτόχρονα όμως αναζωπυρώνεται η συζήτηση γύρω από τις λεγόμενες «κυκλικές συμφωνίες», όπως εκείνες της OpenAI με επενδυτές και παρόχους υποδομών. Η OpenAI απέκτησε πρόσφατα μερίδιο στο Thrive Holdings, ένα επενδυτικό όχημα που δημιουργήθηκε νωρίτερα μέσα στο 2025 από τη Thrive Capital, προσθέτοντας έναν ακόμη κρίκο σε μια αυξανόμενη σειρά «κυκλικών συμφωνιών» που αφορούν την εταιρεία ανάπτυξης τεχνητής νοημοσύνης και τους βασικούς της υποστηρικτές.
Η Thrive Capital, ένας από τους σημαντικότερους επενδυτές της OpenAI, ίδρυσε το Thrive Holdings με σκοπό τη δημιουργία και εξαγορά εταιρειών που μπορούν να επωφεληθούν άμεσα από την τεχνητή νοημοσύνη. Στο πλαίσιο της συμφωνίας που ανακοινώθηκε, η OpenAI θα συνεργαστεί με το Thrive Holdings για την επιτάχυνση της υιοθέτησης της AI στον επιχειρηματικό κόσμο, αρχικά σε τομείς όπως η λογιστική και οι υπηρεσίες πληροφορικής.
Εκπρόσωπος της OpenAI διευκρίνισε ότι η εταιρεία δεν επενδύει κεφάλαια στο Thrive Holdings. Αντίθετα, λαμβάνει μερίδιο συμμετοχής ως αντάλλαγμα για την παροχή πρόσβασης στις ομάδες και στην τεχνογνωσία της. Ο στόχος είναι η ενσωμάτωση στελεχών της OpenAI μέσα στις εταιρείες που θα στηρίξει το Thrive Holdings, «ώστε να αυξηθούν η ταχύτητα, η ακρίβεια και η αποδοτικότητα κόστους», όπως ανέφεραν οι δύο πλευρές.
«Ελπίζουμε ότι αυτή η συνεργασία θα αποτελέσει πρότυπο για το πώς επιχειρήσεις και κλάδοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να δημιουργήσουν βαθιές και ουσιαστικές συνεργασίες με την OpenAI», δήλωσε σε ανακοίνωσή ο Μπραντ Λάιτκαπ, διευθύνων λειτουργικός σύμβουλος της OpenAI.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα συμφωνιών της OpenAI που έχουν δεχθεί κριτική επειδή θεωρούνται «κυκλικές», δηλαδή συμφωνίες στις οποίες εμπλέκονται αμοιβαίες επενδύσεις, δεσμεύσεις αγοράς και στρατηγικές τοποθετήσεις, οι οποίες αλληλοτροφοδοτούνται.

Ο Σαμ Άλτμαν, CEO της OpenAI και ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic
© EPA/JOHN G. MABANGLO / Youtube / Powergame.gr
OpenAI, Nvidia και AMD στο ίδιο γεωοικονομικό πλέγμα – Υψηλός δανεισμός
Ενδεικτικά, η Nvidia Corp. συμφώνησε να επενδύσει έως και 100 δισ. δολάρια στην OpenAI για να τη βοηθήσει να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη νέων data centers μεγάλης κλίμακας. Η OpenAI, από την πλευρά της, δεσμεύθηκε να εξοπλίσει αυτά τα κέντρα δεδομένων με εκατομμύρια μικροτσίπ της Nvidia.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η OpenAI υπέγραψε νέα συμφωνία με τον άμεσο ανταγωνιστή της Nvidia, την Advanced Micro Devices (AMD), για την αξιοποίηση μικροτσίπ αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, η OpenAI αναμένεται να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους μετόχους της AMD.
Αυτές οι παράλληλες και αλληλοσυνδεόμενες συμφωνίες εντείνουν τις ανησυχίες ορισμένων αναλυτών και ρυθμιστικών αρχών σχετικά με τον βαθμό αλληλεξάρτησης που διαμορφώνεται μεταξύ της OpenAI, των βασικών της επενδυτών και των προμηθευτών κρίσιμων υποδομών.
Παράλληλα, ο δανεισμός των τεχνολογικών κολοσσών που θέλουν να προπορευτούν στην κούρσα για την ΑΙ φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα, δημιουργώντας φόβους για τη δυνατότητά τους να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους. Ιδιαίτερα όταν ειδήμονες του κλάδου υποπτεύονται πως οι επενδύσεις της Σίλικον Βάλεϊ θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου και όχι άμεσα. Ορισμένοι αναλυτές αμφιβάλλουν εάν θα αυξηθούν επαρκώς οι συνδρομές για τις εφαρμογές ΑΙ.
Η Bank of America υπολογίζει ότι οι Google, Meta Platforms, Amazon, Microsoft και Oracle έχουν εκδώσει ομόλογα της τάξεως των 121 δισ. δολαρίων από τις αρχές του 2025. Ο δανεισμός αυτός είναι τετραπλάσιος και πλέον από τον μέσο όρο των ομολόγων που εκδόθηκαν από τις εταιρείες αυτές σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας. Κατά τα φαινόμενα, όμως, τα κεφάλαια αυτά δεν είναι παρά ένα ψήγμα των τεράστιων επενδύσεων που πρέπει να γίνουν προκειμένου να αποκτήσουν οι ψηφιακοί κολοσσοί τις απαραίτητες υποδομές για τη νέα εποχή της ΑΙ. Μόνο το κέντρο επεξεργασίας δεδομένων της Meta Platforms στην κομητεία Ρίτσλαντ Πάρις του Λος Άντζελες, το οποίο ονομάζεται Hyperion και εκτιμάται πως θα έχει ολοκληρωθεί το 2029 ή 2030, υπολογίζεται πως θα κοστίσει 27 δισ. δολάρια.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πραγματικό γεγονός. Το οικοσύστημα της τεχνητής νοημοσύνης είναι εξαιρετικά άνισο: μόνο η Nvidia εμφανίζει κερδοφορία, χάρη στη ζήτηση για τους επεξεργαστές της. Αντίθετα, οι υπόλοιποι παίκτες —data centers, εταιρείες ανάπτυξης LLMs, startups λογισμικού— είναι εταιρείες βαθιά ζημιογόνες.
Για να διατηρηθεί το οικοσύστημα, απαιτείται συνεχής εξωτερική χρηματοδότηση, σύμφωνα με τον Βρετανό αναλυτή Τζούλιαν Γκάραν, ο οποίος μιλώντας στο CNN υποστ;hrije ότι η σημερινή κατάσταση είναι πολλαπλάσια πιο επικίνδυνη και οικονομικά επιζήμια από τότε που έσκασε με πάταγο η φούσκα των dot.com. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η κατάσταση θυμίζει έναν «μόνιμο γύρο χρηματοδότησης», χωρίς όμως σαφές σχέδιο επιστροφής στην κερδοφορία. Όπως τόνισε, όταν στερέψουν οι επενδυτές, όλο το οικοδόμημα μπορεί να καταρρεύσει.
Η διάθεση χρηματοδότησης, ιδιαίτερα από πλευράς venture capital, φαίνεται ήδη να υποχωρεί. Οι υπερβολικές αποτιμήσεις καθιστούν τις επενδύσεις λιγότερο ελκυστικές, ενώ η ανάγκη κάλυψης δεσμεύσεων —όπως αυτή της SoftBank προς την OpenAI— προκαλεί αυξανόμενη πίεση.
Η «τεχνητή νοημοσύνη» και η «ανθρώπινη νοημοσύνη»…
Ο Σαμ Άλτμαν, που στο παρελθόν παρουσιαζόταν ως ο μη-κερδοσκοπικός ήρωας του OpenAI, αλλά τώρα έχει στρέψει την προσοχή του στη μεγιστοποίηση των κερδών για τη Microsoft, υποστηρίζει ότι, ναι, δυστυχώς υπάρχουν «συμβιβασμοί» βραχυπρόθεσμα, αλλά αυτοί είναι αναγκαίοι για να επιτευχθεί η λεγόμενη γενική τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με τον Άλτμαν, η AGI θα μας βοηθήσει στη συνέχεια να λύσουμε όλα αυτά τα προβλήματα, οπότε οι «παρενέργειες» αυτών των συμβιβασμών αξίζουν τον κόπο.
Η τεχνητή γενική νοημοσύνη είναι το Ιερό Δισκοπότηρο για τους προγραμματιστές τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι τα μοντέλα AI θα γίνουν «υπερνοημοσύνη», πολύ ανώτερη από την ανθρώπινη νοημοσύνη. Όταν επιτευχθεί αυτό, υπόσχεται ο Άλτμαν, η AI δεν θα μπορεί απλώς να κάνει τη δουλειά ενός εργαζομένου, αλλά θα μπορεί να κάνει όλες τις δουλειές του: «Η AI μπορεί να κάνει τη δουλειά ενός οργανισμού».
Αυτό θα ήταν το απόλυτο στοίχημα για τη μεγιστοποίηση των κερδών μιας εταιρείας μέσω της κατάργησης των εργαζομένων στις εταιρείες (ακόμα και στις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης), καθώς οι μηχανές AI θα αναλάβουν τη λειτουργία, την ανάπτυξη και την προώθηση όλων, όπως λέει αυτή η θεωρία. Ένα όνειρο για τις εταιρείες, αλλά ένας εφιάλτης για την εργασία: χωρίς δουλειά, χωρίς εισόδημα.
Γι’ αυτό ο Άλτμαν και οι άλλοι μεγιστάνες της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα σταματήσουν να επεκτείνουν τα data centers και να αναπτύσσουν ακόμα πιο προηγμένα τσιπ, μόνο και μόνο επειδή η κινεζική DeepSeek έχει μειώσει την αξία των υφιστάμενων μοντέλων. Η ερευνητική εταιρεία Rosenblatt προβλέπει την αντίδραση των τεχνολογικών γιγάντων: «Γενικά, αναμένουμε ότι η τάση θα είναι η βελτίωση της ικανότητας, ο ταχύτερος δρόμος προς την τεχνητή γενική νοημοσύνη, παρά η μείωση των δαπανών». Δεν πρέπει τίποτα να σταματήσει τον στόχο της υπερ-ευφυούς AI.
Ωστόσο, υπάρχουν αμφιβολίες από αρκετούς επιστήμονες γύρω από την ιδέα ότι η «ανθρώπινη νοημοσύνη» μπορεί να αντικατασταθεί από τη «μηχανική νοημοσύνη», κυρίως επειδή είναι διαφορετικές: Οι μηχανές δεν μπορούν να σκέφτονται με όρους δυναμικής και ποιοτικών αλλαγών. Η νέα γνώση προέρχεται από τέτοιες αλλαγές που μετασχηματίζουν (ανθρώπινες) και όχι από την επέκταση της υπάρχουσας γνώσης (μηχανές). Μόνο η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι κοινωνική και μπορεί να διακρίνει τις δυνατότητες για αλλαγή, ιδιαίτερα την κοινωνική αλλαγή, που οδηγεί σε μια καλύτερη ζωή για την ανθρωπότητα και τη φύση.
«Φούσκα» ή «αναπτυξιακή έκρηξη»
Προφανώς οι αναλυτές του «χάι-τεκ χώρου», μπορούν να συζητούν αέναα για τη σημασία των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και να καυγαδίζουν εάν είναι μια «φούσκα» ή απλώς μια «έκρηξη ανάπτυξης» που θα «σκάσει», με υψηλή πιθανότητα για αρκετά επιβλαβείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Όπως ήταν αντίστοιχα η συζήτηση, κατ’ αναλογία, για τη «μανία των σιδηροδρόμων» τον 19ο αιώνα και εάν ήταν εντελώς παράλογη όπως έχουν επισημάνει σχολιαστές.
Αλλά υπάρχει ένα πιο σημαντικό ζήτημα: εντελώς ορθολογικές αποφάσεις τεχνολογικών κολοσσών στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, που επιδιώκουν να διατηρήσουν τη θέση τους στην αγορά και να συμμετέχουν σε μια τρελή κούρσα για άντληση κεφαλαίων, μπορεί να οδηγήσουν σε εντελώς παράλογα και ανορθολογικά αποτελέσματα.
Στη Βρετανία, η φούσκα των σιδηροδρόμων έσκασε γύρω στο 1847. Τότε είχε ονομαστεί η «μεγάλη απάτη των σιδηροδρόμων» για να τονιστεί ότι οι ισχυρισμοί των σιδηροδρομικών εταιρειών για τεράστια κέρδη υπερεκτιμήθηκαν σκόπιμα.
Το ίδιο ζήτημα απασχολεί και τώρα. Εάν οι αποδόσεις των μαζικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθούν χαμηλότερες από τις αναμενόμενες και τις ισχυριζόμενες, αυτό θα προκαλέσει μια σοβαρή διόρθωση της χρηματιστηριακής αγοράς.
Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός με τον οποίο μια κατάρρευση της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να προκαλέσει ύφεση δεν είναι η ξαφνικά χαμηλότερη ανάπτυξη, αλλά η αδυναμία επίτευξης των αναμενόμενων αποδόσεων των επενδύσεων.