Η ανακοίνωση της MSCI λειτούργησε ως καταλύτης για το Χρηματιστήριο Αθηνών, δίνοντας στην αγορά τον απαραίτητο «λόγο» για να κινηθεί υψηλότερα.
Ο Γενικός Δείκτης πέρασε με άνεση το ορόσημο των 2.300 μονάδων, με την άνοδο να στηρίζεται αυτή τη φορά σε ουσιαστική συναλλακτική δραστηριότητα. Ο τζίρος ξεπέρασε τα 200 εκατ. ευρώ, με περιορισμένα πακέτα – κάτω από 15 εκατ. ευρώ – στοιχείο που προσδίδει αξιοπιστία και βάθος στην κίνηση.
Σε επίπεδο δεικτών, ο Γενικός Δείκτης ενισχύεται κατά 1,23%, ενώ ο τραπεζικός ξεχωρίζει με άνοδο 2,69%, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία συνεδρίαση ότι παραμένει ο βασικός μοχλός της αγοράς. Στη μεγάλη κεφαλαιοποίηση, ο κύκλος των νέων υψηλών διευρύνεται: ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ και Viohalco από τον βιομηχανικό χώρο, Πειραιώς, Alpha Bank και Eurobank από τις τράπεζες, αλλά και Motor Oil, Τράπεζα Κύπρου, ΔΕΗ, Τιτάν και Cenergy, συνθέτουν το παζλ της ανόδου.
Θετικά σήματα καταγράφονται και εκτός των «βαριών» τίτλων. Μετοχές μικρότερης κεφαλαιοποίησης, όπως οι Foodlink, Lavipharm και Real Consulting, κινούνται σε νέα υψηλά, δείχνοντας ότι το κλίμα βελτιώνεται και πέρα από τον στενό πυρήνα του δείκτη.
Παρά ταύτα, η εσωτερική εικόνα της αγοράς παραμένει επιλεκτική. Οι ανοδικές μετοχές αριθμούν 67, έναντι 50 πτωτικών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η άνοδος δεν έχει ακόμη αποκτήσει χαρακτηριστικά γενικευμένης κίνησης, αλλά στηρίζεται σε συγκεκριμένους τίτλους και κλάδους με αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Στο παρασκήνιο, η MSCI άνοιξε και επίσημα τη συζήτηση για το επόμενο μεγάλο βήμα: την πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές, με ορίζοντα εφαρμογής τον Αύγουστο του 2026. Ο οίκος αναγνωρίζει τη σαφή πρόοδο της ελληνικής αγοράς στην ευθυγράμμιση με τα πρότυπα προσβασιμότητας των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών αγορών, καθώς και την πλήρωση των κριτηρίων οικονομικής ανάπτυξης.
Το «αγκάθι», ωστόσο, παραμένει η διατήρηση μεγέθους και ρευστότητας. Σύμφωνα με τους κανόνες της MSCI, απαιτείται τουλάχιστον πέντε εταιρείες να πληρούν σταθερά τα κριτήρια του Δείκτη Αναπτυγμένων Αγορών σε κάθε μία από τις οκτώ τελευταίες αναθεωρήσεις. Ένα κριτήριο που μέχρι σήμερα δεν έχει καλυφθεί πλήρως – και το οποίο θα κρίνει αν η σημερινή χρηματιστηριακή δυναμική μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη αναβάθμιση του ρόλου της ελληνικής αγοράς στον διεθνή χάρτη.