Έξι μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, και συναλλαγές που αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 τρισ. ευρώ, επιφυλάσσει το «πράσινο φως» που δίνει ο MSCI για επιστροφή του Χρηματιστηρίου Αθηνών στα ώριμα Χρηματιστήρια.
Η δημόσια διαβούλευση που άνοιξε ο MSCI για την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς έχει πλέον σαφές χρονοδιάγραμμα. Η τελική απόφαση τοποθετείται στις 30 Μαρτίου, ημερομηνία κατά την οποία θα αποσαφηνιστεί όχι μόνο αν, αλλά και πότε το Χρηματιστήριο Αθηνών θα επανενταχθεί στις ώριμες αγορές – και, κυρίως, με ποιες μετοχές.
Στον πυρήνα της αξιολόγησης βρίσκεται ένα και μόνο κριτήριο, όπως επισημαίνουν καλά ενημερωμένες πηγές της αγοράς και όπως έχει ήδη αναδείξει το powergame.gr: τουλάχιστον πέντε μετοχές που να πληρούν ταυτόχρονα ελάχιστη κεφαλαιοποίηση 6 δισ. ευρώ και free float 3 δισ. ευρώ. Ένα όριο που, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η ελληνική αγορά όχι μόνο καλύπτει φέτος, αλλά υπερβαίνει με άνεση.
Η εικόνα είναι ενδεικτική: η ΔΕΗ με κεφαλαιοποίηση 7,23 δισ. ευρώ και βασικό μέτοχο το Δημόσιο με ποσοστό κοντά στο 33%, ο ΟΠΑΠ με αποτίμηση 6,4 δισ. ευρώ και καθαρή κεφαλαιοποίηση 3,2 δισ. ευρώ, αλλά και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες. Η Alpha Bank με κεφαλαιοποίηση 9,4 δισ. ευρώ και τη UniCredit στο 32%, η Εθνική Τράπεζα με 14,15 δισ. ευρώ και το Υπερταμείο στο 8%, η Eurobank με 15,17 δισ. ευρώ και τη Fairfax στο 32,67% και η Τράπεζα Πειραιώς με 10,59 δισ. ευρώ και μοναδικό μεγαλομέτοχο τον John Paulson με 14,18%.
Δεν είναι τυχαίο ότι το βάρος της αγοράς -και της φετινής αφήγησης- πέφτει στις τράπεζες. Τα υπερκέρδη του 2025, με αποδόσεις που κινήθηκαν μεταξύ 70% και 120%, αλλά και η συνέχιση της δυναμικής το 2026, με την Πειραιώς να καταγράφει ήδη κέρδη άνω του 22%, εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την έντονη αντίδραση του κλάδου. Όπως επισημαίνει ο υπεύθυνος ανάλυσης της Beta Χρηματιστηριακή, Μάνος Χατζηδάκης, αυτή η εικόνα «πρέπει να υποστηριχθεί από συνέχεια στα καλά αποτελέσματα και ελκυστικές μερισματικές αποδόσεις». Για να προσθέσει ότι, «πλέον συντονιζόμαστε πλήρως ως αγορά και με το Euronext, μέλος του οποίου αποτελεί ήδη το Χρηματιστήριο Αθηνών, αλλά και με τον MSCI που παρακολουθούν όλοι οι μεγάλοι παίκτες».
Στο παρασκήνιο, πάντως, στελέχη του ΧΑ υπενθυμίζουν ότι τα κριτήρια του MSCI δεν είναι στατικά. Το 2024, για παράδειγμα, όταν η Ελλάδα θεωρήθηκε ότι δεν τα πληρούσε, τα όρια ήταν χαμηλότερα – κεφαλαιοποίηση 5 δισ. ευρώ και free float 2,5 δισ. ευρώ. Τότε όμως έλειπε ένας κρίσιμος παράγοντας: η επενδυτική βαθμίδα από τη Moody’s, η οποία σήμερα αποτελεί δεδομένο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ποιοι θεσμικοί επενδυτές συνομιλούν με τον MSCI στο πλαίσιο της αξιολόγησης. Πληροφορίες αναφέρουν ότι μεταξύ αυτών βρίσκονται μεγάλα διεθνή χαρτοφυλάκια, όπως το Capital -με ισχυρή παρουσία στην Ελλάδα, από τη Eurobank έως την Cenergy- και η BlackRock.
Χρονικά, όλα δείχνουν ότι ο MSCI θα κινηθεί ταχύτερα από τον FTSE. Ενώ ο δεύτερος έχει τοποθετήσει την αντίστοιχη διαδικασία προς το τέλος Σεπτεμβρίου του 2026, ο MSCI εκτιμάται ότι θα προηγηθεί, με το rebalancing στα τέλη Αυγούστου. «Εκεί ενδέχεται να δούμε τον μεγαλύτερο τζίρο που έχει καταγραφεί ποτέ στο Χρηματιστήριο», σημειώνουν πηγές της αγοράς, κάνοντας λόγο ακόμη και για συναλλαγές άνω του 1 δισ. ευρώ – υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα ξεκαθαρίσει ποιες μετοχές θα ενταχθούν στους δείκτες.
Στο ίδιο μήκος κύματος, τον Απρίλιο αναμένεται και η επιβεβαίωση από τον STOXX για την επιστροφή του ΧΑ στις ώριμες αγορές. Όπως συνοψίζει ο σύμβουλος διοίκησης της Κύκλος Χρηματιστηριακή, Δημήτρης Τζάνας, πρόκειται για ένα «ελληνικό αφήγημα με ευοίωνες προοπτικές», που συνδέει την αναβάθμιση της αγοράς με τη διεύρυνση της παρουσίας ελληνικών τίτλων στους διεθνείς δείκτες – και, τελικά, με τη μόνιμη αλλαγή του επενδυτικού χάρτη της χώρας.
Κατά τα άλλα, η ανακοίνωση της MSCI δεν αιφνιδίασε την αγορά· απλώς επιβεβαίωσε μια δυναμική που είχε ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στους αριθμούς. «Εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί είδαμε μέσο ημερήσιο τζίρο 230 εκατ. ευρώ το 2025 και πάνω από 300 εκατ. ευρώ το 2026», σημειώνει κορυφαίο στέλεχος του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Και προσθέτει, με νόημα: «Οι ξένοι πελάτες της Morgan Stanley, όταν ρωτήθηκαν για την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς, είτε έλεγαν “ναι” και αγόραζαν, είτε πρώτα αγόραζαν και μετά έλεγαν “ναι”».