Παρά την αστάθεια που επικρατεί στις διεθνείς αγορές από την αβεβαιότητα για τις επόμενες κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, η ζήτηση για ομόλογα αναμένεται να παραμείνει υψηλή μέσα στο 2026.
Οι επενδυτές αναζητούν αποδόσεις, με τα κράτη και τις εταιρείες να αντλούν κεφάλαια όσο οι συνθήκες παραμένουν ευνοϊκές.
Ήδη οι εκδόσεις σε κοινοπρακτικά ομολογιακά δάνεια – όπου μια ομάδα τραπεζών αναλαμβάνει από κοινού την έκδοση και τη διάθεση ομολόγων για λογαριασμό ενός δανειολήπτη – έφτασαν το ιστορικό υψηλό του ενός τρισ. δολαρίων από τις αρχές του έτους μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου, ημέρα κατά την οποία η Oracle άντλησε 25 δισ. δολάρια από τις αγορές, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του πρακτορείου Bloomberg.
Πάνω από το 40% των ομολόγων διατέθηκαν από κυβερνήσεις και σχεδόν το 35% από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της Goldman Sachs.
Ιστορικό ρεκόρ δραστηριότητας
Κατά παράδοση, τον πρώτο μήνα κάθε έτους παρατηρείται έντονη δραστηριότητα στις ομολογιακές αγορές. Ο Ιανουάριος του 2026, ωστόσο, θεωρείται ο πιο δραστήριος όλων των εποχών για τους τίτλους σε ευρώ και για τα αμερικανικά εταιρικά ομόλογα υψηλής επενδυτικής βαθμίδας (investment grade).
Εταιρείες, τράπεζες και κυβερνήσεις εκμεταλλεύονται το θετικό κλίμα, δεδομένης της υποβόσκουσας αβεβαιότητας που ενδέχεται να πλήξει τις αγορές τους επόμενους μήνες.
Έντονη ζήτηση στην Ευρωζώνη
Στην Ευρωζώνη είναι ήδη χαμηλότερο το κόστος δανεισμού σε σχέση με τις ΗΠΑ, με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων να βρίσκεται στο 2%, την ώρα που οι επενδυτές αναζητούν διαφοροποίηση από τις ΗΠΑ.
Τα χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ συγκριτικά με τη Fed δημιουργούν ένα ευνοϊκό πιστωτικό περιβάλλον για τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Ενδεικτικό είναι ότι οι εκδόσεις ομολόγων σε όρους ευρώ άγγιξαν ρεκόρ των 61 δισ. στις 7 Ιανουαρίου, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή ζήτηση.
Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε το περασμένο καλοκαίρι, η Aberdeen Investments είχε διαβλέψει ισχυρή ζήτηση για τα εταιρικά ομόλογα της Ευρωζώνης, κυρίως, από Ασιάτες και Ευρωπαίους επενδυτές.
Οι επενδυτές από την περιοχή της Ασίας «υποεκπροσωπούνται σε αυτή την κατηγορία των assets και υπάρχουν περαιτέρω ευκαιρίες ανάπτυξης», ανέφερε η επενδυτική εταιρεία.
«Αναμένουμε, επίσης, ότι οι Ευρωπαίοι επενδυτές θα μειώσουν τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικά δολάρια, λόγω του υψηλού κόστους αντιστάθμισης κινδύνου (hedging), της πολιτικής αβεβαιότητας στις ΗΠΑ και των ελκυστικών αποδόσεων άνω του 3% που είναι διαθέσιμες κοντά στην έδρα τους».
Ας μην λησμονείται, επίσης, ότι οι αμερικανικές εταιρείες στρέφονται μαζικά στις αγορές του ευρώ για να αντλήσουν κεφάλαια, εκδίδοντας πέρσι ομόλογα συνολικού ύψους 84 με 87 δισ. ευρώ, αντανακλώντας άνοδο 50% από το 2024.
Εταιρείες όπως η Alphabet, μητρική της Google, και η Pfizer εξέδωσαν ομόλογα σε ευρώ με κουπόνια γύρω στο 3%, όταν στις ΗΠΑ θα έπρεπε να πληρώσουν πάνω από 4,5% ή 5%.
Αβεβαιότητα στις ΗΠΑ αλλά και εκτιμήσεις για μείωση των επιτοκίων μέσα στο 2026
Η πολιτική των Ρεπουμπλικάνων έχει προκαλέσει τριγμούς στην εμπιστοσύνη προς το δολάριο, λόγω της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής που αναμένεται να αυξήσει το δημόσιο χρέος, αλλά και των παρεμβάσεων στη νομισματική πολιτική μέσω της κριτικής στον Τζερόμ Πάουελ. Εντός του Ιανουαρίου, το δολάριο υποχώρησε σε χαμηλό τετραετίας.
Παράλληλα, όμως, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) εκτιμάται ότι θα προχωρήσει σε δυο μειώσεις των επιτοκίων από το υφιστάμενο φάσμα του 3,5%-3,75%. Ο Κέβιν Γουόρς, τον υποστηρίζει ο Τραμπ για να διαδεχτεί τον Πάουελ, αναμένεται να ανταποκριθεί -έως έναν βαθμό- στις πιέσεις του Λευκού Οίκου για χαμηλότερο κόστος δανεισμού.
Το «στοίχημα» της Τεχνητής Νοημοσύνης
Μεγάλο είναι, παράλληλα, το επενδυτικό ενδιαφέρον για τα έργα υποδομής στην ΤΝ που δρομολογούνται από τους ψηφιακούς κολοσσούς των ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο που ήταν ιστορικός ο όγκος στις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων με υψηλή επενδυτική βαθμίδα στις ΗΠΑ την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου, υπερβαίνοντας τα 95 δισ. δολάρια.
Την τελευταία εβδομάδα του ίδιου μήνα, η AT&T και η International Business Machines (IBM) προχώρησαν στην έκδοση ομολογιακού δανείου.
Μέσα στο επόμενο διάστημα αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω το ενδιαφέρον για την ΤΝ, με το πρακτορείο Bloomberg να εκτιμά που οι συνολικές τοποθετήσεις θα φτάσουν τα 3 τρισ. δολάρια μέχρι το 2029.
Τα ομολογιακά δάνεια εικάζεται πως θα εξελιχθούν στον επικρατέστερο τρόπο για τη χρηματοδότηση υποδομών όπως είναι τα κέντρα επεξεργασίας δεδομένων.
Η Morgan Stanley εκτιμά, παράλληλα, πως ψηφιακοί κολοσσοί όπως οι Meta Platforms, Oracle και Amazon έχουν τη δυνατότητα να εκδώσουν ομόλογα έως και 700 δισ. δολαρίων, συνολικά, χωρίς να συμβιβάσουν την πιστοληπτική ικανότητά τους επειδή είναι ισχυροί οι ισολογισμοί τους και υψηλή η βαθμολογία του χρέους τους.
Η πρόκληση του Δημοσίου Χρέους
Σε πρόσφατη έκθεση, η S&P Global εκτίμησε πως η παγκόσμια έκδοση ομολόγων θα κινηθεί στα 10,8 τρισ. δολάρια μέσα στο 2026, αντανακλώντας μια άνοδο της τάξεως του 11% από το 2025.
Ισχυρή θα παραμείνει η ζήτηση για τα εταιρικά ομόλογα, ενώ το κρατικό χρέος σε αρκετές χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, θα συνεχίσει να αυξάνεται παρά το ότι ήδη υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ.
Το δημόσιο χρέος στην Ιαπωνία κινείται στο 230% με 250% του ΑΕΠ, στη Σιγκαπούρη το 170% με 175%, στις ΗΠΑ το 120% με 125%, στη Βρετανία το 100% με 103%, τη Γαλλία το 110% με 115% του ΑΕΠ και ακόμη και στον Καναδά το 105% με 110%.
«Μέχρι στιγμής, η ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και η ισχυρή κερδοφορία έχουν διατηρήσει τη ζήτηση για εταιρικά ομόλογα σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, ο αυξανόμενος όγκος του κρατικού χρέους διατηρεί τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα στο σύνολο των οικονομιών» αναφέρει η S&P Global.