Η εκρηκτική άνοδος των τιμών των τσιπ μνήμης αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για τις παγκόσμιες αγορές τεχνολογίας. Με την προσφορά να παραμένει περιορισμένη και τη ζήτηση να ενισχύεται από τις μαζικές επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, το χρηματιστήριο αποτυπώνει ολοένα και πιο καθαρά το ρήγμα μεταξύ των εταιρειών που ωφελούνται από την κρίση και εκείνων που βλέπουν τα περιθώρια κέρδους τους να συρρικνώνονται. Παρ’ ότι πολλοί επενδυτές είχαν ποντάρει σε μια ταχεία εξομάλυνση, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η στενότητα στη μνήμη θα αποδειχθεί πιο επίμονη.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η αμείωτη άνοδος των τιμών τους τελευταίους μήνες έχει δημιουργήσει ένα βαθύ χάσμα μεταξύ νικητών και ηττημένων στο χρηματιστήριο, χωρίς ορατό τέλος στον ορίζοντα.
Από τη Nintendo έως μεγάλους κατασκευαστές υπολογιστών και προμηθευτές της Apple, ολοένα και περισσότερες εταιρείες βλέπουν τις μετοχές τους να πιέζονται, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την κερδοφορία. Στον αντίποδα, οι παραγωγοί τσιπ μνήμης καταγράφουν ιστορικά ράλι. Διαχειριστές κεφαλαίων και αναλυτές επιχειρούν πλέον να διακρίνουν ποιες επιχειρήσεις μπορούν να αντέξουν την κρίση – είτε εξασφαλίζοντας επαρκείς προμήθειες, είτε μετακυλίοντας το κόστος στους καταναλωτές, είτε επανασχεδιάζοντας προϊόντα με χαμηλότερες απαιτήσεις μνήμης.
Ενδεικτική της απόκλισης είναι η πορεία των βασικών δεικτών: ο δείκτης Bloomberg για τους παγκόσμιους κατασκευαστές ηλεκτρονικών ειδών ευρείας κατανάλωσης έχει υποχωρήσει κατά 12% από τα τέλη Σεπτεμβρίου, την ώρα που ένα καλάθι μετοχών παραγωγών μνήμης -μεταξύ των οποίων και η Samsung Electronics- έχει ενισχυθεί κατά περισσότερο από 160%. Το βασικό ερώτημα πλέον είναι πόσο από αυτή την εξέλιξη έχει ήδη αποτιμηθεί.
«Αυτό που συνεχίζει να υποτιμάται είναι ο κίνδυνος που συνδέεται με τη διάρκεια της διαταραχής», σημειώνει η Vivian Pai, διαχειρίστρια κεφαλαίων στη Fidelity International. «Οι τρέχουσες αποτιμήσεις προεξοφλούν σε μεγάλο βαθμό μια εξομάλυνση εντός ενός έως δύο τριμήνων. Εμείς, ωστόσο, εκτιμούμε ότι η στενότητα στον κλάδο είναι πιθανό να παραταθεί», ενδεχομένως έως το τέλος του έτους.
Ποιοι μετοχές πιέζονται από την έλλειψη τσιπ
Η έλλειψη τσιπ μνήμης και η άνοδος των τιμών τους κυριαρχούν πλέον στις εκθέσεις αποτελεσμάτων και στις τηλεδιασκέψεις των εταιρειών, με τους επενδυτές να λαμβάνουν ολοένα και πιο σοβαρά τα προειδοποιητικά σήματα.
Οι πιέσεις από την έλλειψη τσιπ μνήμης αποτυπώνονται ήδη έντονα στις μετοχές μεγάλων τεχνολογικών ομίλων. Η Qualcomm κατέγραψε απώλειες άνω του 8% την περασμένη Πέμπτη, αφού προειδοποίησε ότι οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα μνήμης αναμένεται να συγκρατήσουν την παραγωγή smartphones. Αντίστοιχα, η Nintendo σημείωσε τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση των τελευταίων 18 μηνών στο χρηματιστήριο του Τόκιο, μία ημέρα μετά την προειδοποίηση για πιέσεις στα περιθώρια κέρδους λόγω της έλλειψης.
Στην Ευρώπη, η ελβετική Logitech International έχει δει τη μετοχή της να υποχωρεί κατά περίπου 30% από τα υψηλά του Νοεμβρίου, καθώς το αυξημένο κόστος των τσιπ επιβαρύνει τις προοπτικές για τη ζήτηση υπολογιστών και περιφερειακών. Ανάλογες πιέσεις καταγράφονται και στις μετοχές κινεζικών κατασκευαστριών ηλεκτρικών οχημάτων και smartphones, από την BYD έως την Xiaomi.
«Οι τιμές της μνήμης έχουν περάσει από το παρασκήνιο στις πρώτες γραμμές της φετινής περιόδου ανακοινώσεων αποτελεσμάτων», σημειώνει ο Charu Chanana, επικεφαλής επενδυτικός στρατηγικός της Saxo. Όπως εξηγεί, η αγορά έχει σε μεγάλο βαθμό αποδεχθεί ότι οι τιμές της μνήμης αυξάνονται και ότι η προσφορά είναι περιορισμένη, γεγονός που θεωρείται ήδη ενσωματωμένο στις αποτιμήσεις. «Αυτό που πλέον τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι η διάρκεια αυτής της περιορισμένης προσφοράς», προσθέτει.
Οι κατασκευαστές τσιπ μνήμης οι κερδισμένοι της τεχνολογικής αγοράς
Οι ανησυχίες για τη ζήτηση και την κερδοφορία επιβαρύνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τους φόβους ότι οι τεράστιες επενδύσεις των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης θα εντείνουν περαιτέρω την έλλειψη τσιπ μνήμης. Η επιτάχυνση της ανάπτυξης υποδομών AI -με εταιρείες όπως η Amazon να πρωτοστατούν- έχει μετατοπίσει την παραγωγική ικανότητα προς μνήμες υψηλού εύρους ζώνης (HBM), εις βάρος των παραδοσιακών προϊόντων DRAM.
Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει σε αυτό που αρκετοί αναλυτές περιγράφουν ως έναν «υπερκύκλο» μνήμης, ο οποίος φαίνεται να ανατρέπει τα καθιερωμένα μοτίβα άνθησης και ύφεσης της αγοράς.
Οι αυξήσεις στις τιμές δεν περιορίζονται σε μία κατηγορία. Από το φθινόπωρο, το κόστος τόσο των DRAM όσο και των NAND έχει εκτοξευθεί, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας. Οι τιμές spot της DRAM έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 600% τους τελευταίους μήνες, ακόμη και ενώ η ζήτηση για τελικά προϊόντα όπως τα smartphones και τα αυτοκίνητα παραμένει υποτονική. Παράλληλα, η AI δημιουργεί νέα ζήτηση για τσιπ NAND και λύσεις αποθήκευσης, πιέζοντας ανοδικά και αυτές τις τιμές.
Ως αποτέλεσμα, οι κατασκευαστές τσιπ μνήμης αναδεικνύονται στους μεγάλους κερδισμένους της τεχνολογικής αγοράς. Οι μετοχές της SK Hynix -βασικού προμηθευτή μνημών HBM για τη Nvidia- έχουν ενισχυθεί κατά περισσότερο από 150% από τα τέλη Σεπτεμβρίου στη Σεούλ. Μεταξύ των παραγωγών πιο συμβατικών τσιπ, η ιαπωνική Kioxia και η ταϊβανέζικη Nanya Technology έχουν σημειώσει άνοδο περίπου 280% η καθεμία, ενώ η Sandisk καταγράφει άνοδο άνω του 400% στη Νέα Υόρκη.
«Ιστορικά, ο κύκλος της μνήμης διαρκούσε συνήθως τρία έως τέσσερα χρόνια», σημειώνει η Jian Shi Cortesi, διαχειρίστρια κεφαλαίων στη GAM Investment Management στη Ζυρίχη. «Ο τρέχων κύκλος έχει ήδη ξεπεράσει τους προηγούμενους τόσο σε διάρκεια όσο και σε μέγεθος, χωρίς να διαφαίνεται εξασθένηση της δυναμικής της ζήτησης».
Στο ίδιο κλίμα, ακόμη και μικρότερες εταιρείες μνήμης στην Ασία καταγράφουν έντονα χρηματιστηριακά κέρδη, καθώς η κρίση στη διαθεσιμότητα συνεχίζει να ευνοεί τον κλάδο.