Χρηματιστήριο: Πάνω από 200 εκατ. ευρώ στα μετοχικά και μικτά αμοιβαία κεφάλαια από τις αρχές του 2026

Ολοένα και περισσότεροι νέοι παίκτες, με περιορισμένη επενδυτική εμπειρία, εισέρχονται στην αγορά μέσω του τραπεζικού συμβούλου τους

Αμοιβαία κεφάλαια © Freepik

Με το Χρηματιστήριο να σημειώνει κέρδη πάνω από 7% από την αρχή του χρόνου και λίγους μήνες πριν από την επιστροφή της στα λεγόμενα ώριμα χρηματιστήρια, η φράση «λεφτά υπάρχουν» αφορά στα αμοιβαία κεφάλαια, καθώς παρατηρούνται εισροές άνω των 200 εκατ. ευρώ για τα μετοχικά αμοιβαία εσωτερικού και τα μικτά αμοιβαία κεφάλαια.

Όπως αναφέρουν πληροφορίες, σχεδόν 100 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν από την αρχή του έτους στα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια. Άλλα τόσα, περί τα 100 εκατ. ευρώ, βρήκαν θέση στα μικτά. Στα ομολογιακά, οι εισροές άγγιξαν τα 66 εκατ. ευρώ. Το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της ροής περνά από τις εταιρείες διαχείρισης που ελέγχουν οι τράπεζες. Όχι τυχαία.

Η σύγκριση λέει περισσότερα από τους αριθμούς. Σε ολόκληρο το 2025 τα μετοχικά αμοιβαία είχαν προσελκύσει 237 εκατ. ευρώ. Το 2024, μετά βίας 11,7 εκατ. ευρώ. Η φετινή εκκίνηση δείχνει διάθεση, ίσως και ανυπομονησία.

Αναπόφευκτη η στροφή στα αμοιβαία κεφάλαια

Ο καταθέτης κοιτά το βιβλιάριό του και βλέπει το ίδιο νούμερο. Τα επιτόκια έχουν σχεδόν μηδενιστεί. Το χρήμα μένει ακίνητο. Την ίδια ώρα, οι αποδόσεις στα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου υποχωρούν. Η «ασφαλής» εναλλακτική δεν είναι πια τόσο ελκυστική.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες κινούνται επιθετικά. Προωθούν μαζικά αμοιβαία κεφάλαια ή προϊόντα που επενδύουν σε αυτά, αξιοποιώντας την καλή εικόνα που είχε τα προηγούμενα χρόνια το Χρηματιστήριο Αθηνών. Οι αποδόσεις του παρελθόντος προβάλλονται ως επιχείρημα. Με τη γνωστή, αλλά συχνά υποτιμημένη, υποσημείωση: δεν εγγυώνται το μέλλον. Και το μέλλον, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, δεν είναι ήρεμο. Η αγορά έχει ανεβάσει αισθητά τη μεταβλητότητά της στις τελευταίες συνεδριάσεις. Για έναν καταθέτη που δεν έχει εμπειρία από διακυμάνσεις και ρίσκο, η μετάβαση από τη βεβαιότητα της κατάθεσης στην αβεβαιότητα της αγοράς δεν είναι αυτονόητη υπόθεση. Θέλει επίγνωση, όχι μόνο προσδοκία απόδοσης.

Οι τράπεζες, πάντως, έχουν κάθε λόγο να ενισχύουν αυτήν τη στροφή. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, ορισμένα από τα προϊόντα αυτά φέρουν προμήθειες διαχείρισης που φτάνουν ακόμη και το 3%. Σε μια περίοδο που η μείωση των επιτοκίων περιορίζει τα έσοδα από τόκους, οι προμήθειες γίνονται κρίσιμο αντιστάθμισμα. Το επιχειρηματικό μοντέλο προσαρμόζεται.

Την ίδια ώρα, η εικόνα στο Χρηματιστήριο Αθηνών έχει ενδιαφέρον. Τον Ιανουάριο, οι Έλληνες επενδυτές ήταν καθαροί πωλητές, ενώ οι ξένοι εμφανίστηκαν αγοραστές. Οι ιδιώτες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που επενδύουν απευθείας στην αγορά κατέγραψαν εκροές 141 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, τα πιστωτικά ιδρύματα είχαν εισροές 71 εκατ. ευρώ.

Το μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία, ένα μέρος των επενδυτών φαίνεται να επιλέγει πιο «επαγγελματική» διαχείριση, μεταφέροντας κεφάλαια σε οργανωμένα σχήματα. Από την άλλη, νέοι παίκτες – καταθέτες, με περιορισμένη επενδυτική εμπειρία, εισέρχονται στην αγορά μέσω του τραπεζικού τους συμβούλου, αναζητώντας καλύτερη αξιοποίηση της ρευστότητάς τους.