Η συνεδρίαση της Δευτέρας στη Wall Street είχε διάφορα στάδια, απόδειξη της νευρικότητας που προκαλούσαν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο. Αρχικά είδαμε ένα άνοιγμα με ζημιές για τους βασικούς δείκτες, αλλά στη συνέχεια το κλίμα βελτιώθηκε και τελικά το βράδυ ο γενικός δείκτης S&P 500 γύρισε σε θετικό περιβάλλον.
Οι επενδυτές επέλεξαν να αξιοποιήσουν τις χαμηλές τιμές (buy the dip) μετά από τις συντονισμένες επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν και έτσι η Wall Street έκλεισε με μεικτά πρόσημα, με μονάχα τον Dow Jones να κλείνει σε αρνητικό περιβάλλον.
Παρά το γεγονός ότι οι αγορές ξεκίνησαν με ελεύθερη πτώση, λοιπόν, η εικόνα βελτιώθηκε σταδιακά. Ο S&P 500 σημείωσε άνοδο 0,04% μετά την πτώση 1,2% στα χαμηλά του, ο Nasdaq Composite ήταν υψηλότερος κατά 0,36% μετά από πτώση 1,6% στο χαμηλό και ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones ήταν χαμηλότερος κατά 73 μονάδες, ή 0,15%. Στα χαμηλά του σημεία σήμερα ο Dow υποχώρησε σχεδόν κατά 600 μονάδες.
Η ανάκαμψη τροφοδοτήθηκε από τρεις βασικούς παράγοντες: την υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου από τα υψηλά της ημέρας, την ισχυρή ζήτηση για τεχνολογικούς κολοσσούς όπως η Nvidia (+3%) και η Microsoft (+1%), και την ιστορική τάση των αγορών να ξεπερνούν τις γεωπολιτικές κρίσεις.
Οι επιθέσεις οδήγησαν στον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μια στιγμή-ορόσημο για το Ιράν από το 1979. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την επιχείρηση ως την «τελευταία, καλύτερη ευκαιρία» για την εξάλειψη των απειλών από το «αχρείο καθεστώς», εκτιμώντας ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει 4 έως 5 εβδομάδες, αν και παραδέχθηκε ότι θα μπορούσε να τραβήξει «πολύ περισσότερο».
Η αγορά ενέργειας παρέμεινε σε αναταραχή, καθώς το Ιράν είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός του OPEC. Οι τιμές του αργού κατέγραψαν άνοδο έως και 12% στα υψηλά τους, προτού υποχωρήσουν ελαφρώς, κλείνοντας με άνοδο άνω του 8%.
Η είδηση ότι οι Φρουροί της Επανάστασης έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, το σημαντικότερο σημείο διέλευσης πετρελαίου παγκοσμίως, προκάλεσε φόβους για αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Ο Ρος Μέιφιλντ της Baird τόνισε ότι ένα σοκ δύο εβδομάδων δεν θα επηρεάσει δραματικά τη Fed ή τον καταναλωτή, αλλά μια εμπλοκή πολλών μηνών θα είχε σοβαρές επιπτώσεις.
Εκτός από την τεχνολογία, οι αμυντικές μετοχές παρείχαν στήριξη στην αγορά. Η Northrop Grumman και η RTX ενισχύθηκαν κατά περίπου 4%, ενώ η Lockheed Martin σημείωσε άνοδο 2%. Κέρδη κατέγραψαν επίσης οι ενεργειακοί κολοσσοί Exxon Mobil και Chevron.
Τέλος, οι έμποροι φαίνεται να ποντάρουν σε ένα γνωστό ιστορικό μοτίβο. Σύμφωνα με στοιχεία της Wells Fargo, ο S&P 500 συνήθως επιστρέφει σε θετικό πρόσημο εντός δύο εβδομάδων από την έναρξη μιας μεγάλης σύγκρουσης και καταγράφει μέση άνοδο 1% μετά από 3 μήνες.
Αυτή η στατιστική προσέγγιση βοήθησε τους επενδυτές να παραμείνουν ψύχραιμοι, θεωρώντας ότι η αγορά παραμένει σε «bull market» παρά τις κλιμακούμενες εντάσεις.