Με απώλειες ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση της Δευτέρας ο χρυσός, καθώς η ενίσχυση του δολαρίου και η άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων ανέτρεψαν το θετικό ξεκίνημα.
Οι επενδυτές συνεχίζουν να παρακολουθούν τις διακυμάνσεις του πετρελαίου και να επανεκτιμούν τις προοπτικές των αμερικανικών επιτοκίων, ενόψει της συνεδρίασης της Federal Reserve την επόμενη εβδομάδα.
Το συμβόλαιο χρυσού κοντινότερης λήξης στο Comex έκλεισε με πτώση 0,49%, στα 4.139 δολάρια ανά ουγγιά, ενώ στα υπόλοιπα βασικά πολύτιμα μέταλλα, το ασήμι υποχώρησε οριακά κατά 0,04%, στα 56,974 δολάρια ανά ουγγιά και ο χαλκός ενισχύθηκε κατά 0,11%, στα 6,5380 δολάρια ανά λίβρα.
Ο δείκτης δολαρίου ICE US Dollar Index, μία ενιαία τιμή έναντι των βασικών ανταγωνιστικών νομισμάτων, κινείται στις 101,98 μονάδες, ενισχυμένος κατά 0,1%, έχοντας ξεπεράσει νωρίτερα τις 102 μονάδες. Να σημειωθεί ότι το ισχυρότερο δολάριο καθιστά ακριβότερο το πολύτιμο μέταλλο για τους αγοραστές που διαθέτουν άλλα νομίσματα, λειτουργώντας ανασταλτικά για τη ζήτηση.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η επόμενη απόφαση της Federal Reserve (Fed). Σύμφωνα με το Reuters, οι αγορές αποτιμούσαν σε περίπου 83% την πιθανότητα να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια αυτόν τον μήνα, ενώ η πιθανότητα αύξησης τον Δεκέμβριο διαμορφωνόταν κοντά στο 90%. Οι εκτιμήσεις αυτές δείχνουν ότι η προσδοκία μιας προσωρινής παύσης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βεβαιότητα για το τέλος της νομισματικής σύσφιξης.
Οι επενδυτές αναμένουν επίσης τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών, PCE, την επόμενη εβδομάδα. Πρόκειται για τον δείκτη πληθωρισμού που παρακολουθεί στενά η Fed, με ενδεχόμενες ενδείξεις επιμονής των ανατιμήσεων να αυξάνουν τις προσδοκίες για νέα αύξηση επιτοκίων.
Την ίδια ώρα, η γεωπολιτική και δημοσιονομική αβεβαιότητα εξακολουθεί να προσφέρει στήριξη στη ζήτηση για ασφαλή καταφύγια. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της Saxo Bank, οι βραχυπρόθεσμες πωλήσεις συνυπάρχουν με αγορές από επενδυτές λιγότερο ευαίσθητους στις διακυμάνσεις των επιτοκίων. Στη συνεδρίαση της Δευτέρας, ωστόσο, η στήριξη αυτή δεν αποδείχθηκε αρκετή για να αντισταθμίσει τις πιέσεις από το δολάριο και τις αποδόσεις.
