Οι μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες της Wall Street προέβλεπαν νέο χρηματιστηριακό ράλι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ωστόσο η αγορά, στη συνεδρίαση της Πέμπτης (5/11), τις διέψευσε πανηγυρικά.
Συγκεκριμένα, επί εβδομάδες, τα τμήματα συναλλαγών των JPMorgan Chase, Citadel Securities και UBS Securities υποστήριζαν ότι η ολοκλήρωση των ενδιάμεσων εκλογών θα απομάκρυνε έναν σημαντικό παράγοντα αβεβαιότητας, ανοίγοντας τον δρόμο για νέο χρηματιστηριακό ράλι μέχρι το τέλος του έτους. Όπως σχολιάζει σε δημοσίευμά του το Bloomberg, η κατάρρευση της Πέμπτης ανέτρεψε τις εκτιμήσεις τους, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά πόσο δύσκολη παραμένει η πρόβλεψη των κινήσεων της αγοράς, ακόμη και για τους πιο έμπειρους επαγγελματίες.
Όπως περιγράφεται, οι αναλυτές εκτιμούσαν ότι οι επενδυτές είχαν περιορίσει σημαντικά την έκθεσή τους στις μετοχές πριν από τις εκλογές και διατηρούσαν υψηλά επίπεδα ρευστότητας, περιμένοντας να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο. Η αρχική αντίδραση φάνηκε να τους δικαιώνει, καθώς την Τετάρτη οι αμερικανικοί δείκτες κατέγραψαν ισχυρή άνοδο μετά τη σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών. Μόλις μία ημέρα αργότερα, όμως, οι ανησυχίες για τις προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης προκάλεσαν μαζικές ρευστοποιήσεις. Ο Nasdaq 100 έχασε περίπου 2,3 τρισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία, ενώ ο S&P 500 υποχώρησε κατά 4,4%, με όλους τους επιμέρους κλάδους να κλείνουν σε αρνητικό έδαφος.
Η Goldman Sachs και τα τηλέφωνα που «πήραν φωτιά»
Το μέγεθος της ανατροπής αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στη δραστηριότητα της Goldman Sachs. Όπως ανέφερε ο John Flood, επικεφαλής υπηρεσιών εκτέλεσης συναλλαγών μετοχών για την αμερικανική αγορά, η συνεδρίαση της Τετάρτης ήταν μία από τις πιο δραστήριες της χρονιάς για το τμήμα του. Η Πέμπτη, ωστόσο, παρουσίασε την ακριβώς αντίθετη εικόνα, με τους πελάτες να αναζητούν εναγωνίως εξηγήσεις για την κατάρρευση. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι θεσμικοί επενδυτές που διατηρούν μακροπρόθεσμες θέσεις είχαν ουσιαστικά παγώσει τις κινήσεις τους, ενώ τα hedge funds άρχισαν να πουλούν μετοχές μεγάλων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης που είχαν αγοράσει μόλις την προηγούμενη ημέρα.
Η αισιοδοξία πριν από τις εκλογές ήταν ιδιαίτερα έντονη. Ο Scott Rubner, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών και παραγώγων της Citadel Securities, είχε υποστηρίξει ότι η αποκλιμάκωση της πολιτικής αβεβαιότητας θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για σημαντική ενίσχυση των τοποθετήσεων σε μετοχές έως το τέλος του έτους. Αντίστοιχα, ο Davide Montoni της UBS Securities εκτιμούσε ότι η ολοκλήρωση των εκλογών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια ισχυρή ανοδική αντίδραση, παρά τις ανησυχίες για τα αποτελέσματα των τεχνολογικών κολοσσών. Στο ίδιο μήκος κύματος, η JPMorgan προέβλεπε ανάκαμψη των τεχνολογικών μετοχών και διεύρυνση της ανόδου πέρα από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου.
Η προειδοποίηση της Barclays που επιβεβαιώθηκε
Μία από τις λίγες διαφορετικές φωνές ήταν εκείνη του Alex Altmann, επικεφαλής τακτικών στρατηγικών μετοχών της Barclays, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές δεν επρόκειτο να λύσουν τα βαθύτερα προβλήματα της αγοράς. Όπως είχε επισημάνει, τα ερωτήματα σχετικά με την κερδοφορία των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και το υψηλό κόστος χρηματοδότησης των νέων υποδομών θα παρέμεναν αναπάντητα ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εκτίμησή του αποδείχθηκε ιδιαίτερα επίκαιρη, καθώς οι συγκεκριμένες ανησυχίες βρέθηκαν στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων.
Την πτώση επιδείνωσαν οι αυτοματοποιημένες επενδυτικές στρατηγικές, οι οποίες μειώνουν την έκθεσή τους σε μετοχές όταν αυξάνεται η μεταβλητότητα. Σύμφωνα με τα μοντέλα της Barclays, τα σχετικά funds θα μπορούσαν να περιορίσουν τις μετοχικές τοποθετήσεις τους κατά περίπου 30 ποσοστιαίες μονάδες, οδηγώντας ενδεχομένως σε πωλήσεις αμερικανικών χρηματιστηριακών συμβολαίων ύψους 135 δισ. δολαρίων μέσα στις επόμενες 24 έως 48 ώρες. Πρόσθετες πιέσεις προήλθαν από την αναπροσαρμογή των θέσεων μοχλευμένων ETFs, ενώ οι μικροεπενδυτές, που συχνά αγοράζουν στις διορθώσεις, αυτή τη φορά εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί.
Σύμφωνα με τη Vanda Research, έως τις 3 το απόγευμα της Πέμπτης στη Νέα Υόρκη, οι ιδιώτες επενδυτές είχαν προχωρήσει σε καθαρές πωλήσεις μεμονωμένων μετοχών ύψους 338 εκατ. δολαρίων, με τη συνεδρίαση να οδεύει προς μία από τις μεγαλύτερες ημέρες ρευστοποιήσεων από την περίοδο της πανδημίας.
Παρότι μία συνεδρίαση δεν αρκεί για να καθορίσει τη μακροπρόθεσμη κατεύθυνση των αγορών και οι αισιόδοξες προβλέψεις ενδέχεται τελικά να επιβεβαιωθούν, το sell off της Πέμπτης αποτέλεσε μια ηχηρή υπενθύμιση ότι ακόμη και οι ισχυρότεροι οίκοι της Wall Street μπορούν να αιφνιδιαστούν από την ταχύτητα με την οποία αλλάζει το επενδυτικό κλίμα.
