Σημαντικό, αν όχι καταστροφικό, πλήγμα θα περίμενε κανείς να έχουν υποστεί οι αγορές από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όχι μόνο για το γεγονός ότι μέσα σε λίγες ημέρες εκτοξεύθηκαν οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, προκαλώντας έναν πρωτοφανή για τις τελευταίες δεκαετίες ενεργειακό πληθωρισμό αλλά και για όλες τις επιπτώσεις που έχει ένας πόλεμος που εξελίσσεται στην καρδιά της Ευρώπης.
Προς έκπληξη πολλών αναλυτών, ωστόσο, οι αγορές έχουν επιδείξει εντυπωσιακές αντοχές και οι μεγαλύτεροι χρηματιστηριακοί δείκτες καταγράφουν αξιοσημείωτα κέρδη από τις 24 Φεβρουαρίου που ξεκίνησε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Είτε γιατί οι αγορές λειτουργούν όπως πάντα ως προεξοφλητικοί μηχανισμοί και προβλέπουν κάποια θετική εξέλιξη, είτε γιατί είναι συνηθισμένες στην επίπλαστη ευφορία που δημιουργήθηκε στα χρόνια των αρνητικών επιτοκίων, το θέμα είναι ότι οι διακυμάνσεις των μετοχών δεν γίνονται σε καθεστώς ακραίου φόβου.
Ο δείκτης S&P και τα ομόλογα
Αρκεί να πούμε ότι ο δείκτης VIX που καταγράφει τη μεταβλητότητα στον μεγαλύτερη χρηματιστηριακό δείκτη του κόσμου, S&P 500, βρίσκεται σε επίπεδο που υποδεικνύει ότι η πιθανότητα ύφεσης τους επόμενους 12 μήνες είναι μηδενική. Αντιθέτως, η καμπύλη των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων αντιστράφηκε, έστω για λίγο μέσα στην περασμένη εβδομάδα, που σημαίνει ότι η απόδοση του 2ετούς ομολόγου ξεπέρασε την απόδοση του 10ετούς, προμηνύοντας δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις ενδεχομένως και ύφεση.
Πάντως, η Citi σε χθεσινή της έκθεση αναφέρει ότι οι πραγματικές αποδόσεις θα παραμείνουν αρνητικές καθ’ όλη τη διάρκεια του 2022, γεγονός που θα προσφέρει στήριξη στις αποτιμήσεις των παγκόσμιων μετοχών, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις υποβαθμίσεις των ΑΕΠ και των κερδών ανά μετοχή, του υψηλού πληθωρισμού και της σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής.
Το σίγουρο είναι ότι οι προβλέψεις των αναλυτών για την πορεία των αγορών και της παγκόσμιας οικονομίας το 2022 έχουν υποβαθμιστεί, ενώ ακόμα και αυτοί που δεν βλέπουν ύφεση, εκτιμούν ότι οι μετοχές δεν θα δώσουν σημαντικά κέρδη. Το τέλος του Μαρτίου βρήκε τον S&P 500 να σημειώνει κέρδη 5,5% από τις 24 Φεβρουαρίου που ξεκίνησε η ρωσική εισβολή και απώλειες 5,6% από την αρχή του έτους, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq ενισχύθηκε 5,8% από την αρχή του πολέμου και υποχωρούσε 9% μέσα στο 2022. Το Brent κέρδιζε 5,7% από τις 24/2 και 35% φέτος και ο χρυσός είναι σχεδόν αμετάβλητος από τις 24/2 και ενισχύεται 5% το 2022.
Ο ρόλος των επιτοκίων
Επίσης, οι αγορές δείχνουν αξιοσημείωτες αντοχές παρά το γεγονός ότι οι επενδυτές αναμένουν οκτώ αυξήσεις επιτοκίων από την Fed, όταν πέρσι το καλοκαίρι επικρατούσε η αντίληψη ότι μέσα στο 2022 δεν θα γινόταν καμία αύξηση επιτοκίων. Μέχρι και στην Ευρώπη πλέον οι παρατηρητές των αγορών αναμένουν πολύ σύντομα να γίνει η πρώτη αύξηση επιτοκίων γιατί ο πληθωρισμός καλπάζει και σύντομα θα ξεπεράσει το 10%. Ακόμη και στη Γερμανία, η οποία προσπαθεί να καταπολεμήσει τον αποπληθωρισμό τα τελευταία 20 χρόνια, ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 7,6% τον Μάρτιο, ενώ στην Ισπανία βρέθηκε στο 9,8%.
Εύλογα λοιπόν πολλοί επενδυτές έχασαν το ράλι των τελευταίων εβδομάδων και κοιτούν αποσβολωμένοι τις μετοχές να κρατάνε ή και να ανεβαίνουν. Η πιο πρόσφατη πρόβλεψη της Goldman Sachs αναφέρει ότι ο S&P 500 θα ολοκληρώσει το 2022 στις 4.700 μονάδες επίπεδο κατά 3,75% υψηλότερο από τις 4.535 που έκλεισε την Πέμπτη 31/3. Μπορεί να μην είναι τα παχυλά κέρδη των παρελθόντων ετών όμως και πάλι πουθενά δεν υπάρχει πρόβλεψη για μεγάλη πτώση παρά τις πολλαπλές αβεβαιότητες.
Ο βασικός λόγος που τα χρηματιστήρια δεν έχουν υποκύψει στην αβεβαιότητα είναι η έλλειψη εναλλακτικών επιλογών, η προοπτική ισχυρής ανάκαμψης στη μετά την πανδημία εποχή και η ρευστότητα που συνεχίζει να υπάρχει από τον πακτωλό χρημάτων που διοχέτευσαν στις αγορές οι κεντρικές τράπεζες την προηγούμενη δεκαετία και κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Το δύσκολο είναι να προβλέψει κανείς πόσο θα κρατήσει η πληθωριστική κρίση…