Η απόφαση της Fed να αυξήσει τα επιτόκια κατά 0,50%, που είναι η μεγαλύτερη αύξηση σε διάστημα άνω των 20 ετών, αλλά και ανάλογες κινήσεις όπως της Bank of England, υποδεικνύουν ότι οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες λειτουργούν σε κατάσταση έκτακτων συνθηκών. Ο πληθωρισμός βρίσκεται σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα και τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά για να τον θέσουν υπό έλεγχο. Το ερώτημα που προσπαθεί να απαντήσει η επενδυτική κοινότητα είναι πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι αυξήσεις των επιτοκίων χωρίς να εκτροχιαστεί η ανάπτυξη.
Το επικρατέστερο σενάριο θέλει τις αγορές να δέχονται πιέσεις τουλάχιστον για τον επόμενο χρόνο και τον S&P 500 να υποχωρεί στα μέσα του 2023 έως τις 3.750 μονάδες. Η εν λόγω πρόβλεψη συνεπάγεται ότι ο μεγαλύτερος δείκτης της Wall Street έχει περιθώρια πτώσης περίπου 10% από το τρέχον επίπεδο και σχεδόν 22% από τα ιστορικά υψηλά του Ιανουαρίου.
Οι υπεύθυνοι χάραξης της νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ αγνόησαν κατά κάποιο τρόπο την αναπάντεχη συρρίκνωση του αμερικανικού ΑΕΠ στο α’ τρίμηνο του 2022 και έδωσαν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, δήλωσε ότι στο τραπέζι βρίσκονται και άλλες αυξήσεις κατά 50 μονάδες βάσης, εγείροντας ανησυχίες για ακόμη πιο επιθετικές κινήσεις στην πορεία, αν και ξεκαθάρισε ότι δεν έχει συζητηθεί το ενδεχόμενο αύξησης κατά 0,75%.
Στο μονοπάτι που χάραξε η Fed αναμένεται να κινηθεί και η ΕΚΤ αν και πολύ πιο αργά, με την πρώτη αύξηση επιτοκίων να τοποθετείται πλέον τον ερχόμενο Ιούλιο, ενώ η BoE βρίσκεται κάπου στη μέση με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για πιο σταδιακές αυξήσεις. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του διοικητή της BoE, Άντριου Μπέιλι, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση της ανάπτυξης στη Μ. Βρετανία μοιάζει περισσότερο με της Ευρωζώνης.
Οι επιπτώσεις στα Χρηματιστήρια
Οι επιπτώσεις αυτής της νέας εποχής για τα χρηματιστήρια είναι το βασικό θέμα συζήτησης. Η μεγάλη πτώση της Πέμπτης, μετά την ανακοίνωση της αύξησης κατά 0,50% δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στην επενδυτική κοινότητα και αναλυτές τη μεταφράζουν ως εν δυνάμει ώθηση των αγορών σε bear market. Ρόλο έπαιξε και η πρόθεση της Fed να συρρικνώσει τον ισολογισμό της, εξέλιξη που συνεπάγεται ότι θα τραβήξει ρευστότητα από το σύστημα.
Για το συγκεκριμένο ζήτημα η Goldman Sachs εκτιμά ότι υπάρχουν σημαντικά επίπεδα πλεονάζουσας ρευστότητας στο σύστημα και τουλάχιστον σε πρώτη φάση, η στρατηγική της Fed δεν θα προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές. Η αμερικανική τράπεζα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σε ό,τι αφορά τις ροές χρήματος, τα πρώτα στάδια της ποσοτικής σύσφιξης δεν θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τις τιμές των assets. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, ο περιορισμός της ρευστότητας μέσω της συρρίκνωσης του ισολογισμού της Fed θα έχει αντίκτυπο στις αγορές. Όταν η Fed εντοπίσει προβλήματα στη ρευστότητα θα σταματήσει τη συρρίκνωση, σημειώνει.
Ο κίνδυνος ύφεσης είναι ορατός για το 2023, εκτιμά από την πλευρά της η ING. Με εμπροσθοβαρείς αυξήσεις επιτοκίων η Fed προσπαθεί να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις και τις πληθωριστικές προσδοκίες. Όμως τέτοιες κινήσεις εγείρουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε οικονομία και αγορές. Η ING εντοπίζει τα πρώτα σημάδια στην αγορά κατοικίας των ΗΠΑ όπου τα επιτόκια των στεγαστικών έχουν ήδη ενισχυθεί πάνω από 200 μονάδες βάσης σε 4 μήνες και οι αιτήσεις για στεγαστικά υποχωρούν. «Δεν προβλέπουμε επισήμως ύφεση αλλά τα πράγματα θα είναι οριακά το 2023, τονίζει η ING.