Μερίσματα και υπερκέρδη κράτησαν ζωντανό το Χρηματιστήριο το 2022

Η κατάρρευση των ξένων χρηματιστηρίων κι η υπεροχή της Λεωφόρου Αθηνών για πρώτη φορά από το 1990

Χρηματιστήριο © INTIME

Κέρδη πάνω από 3,5% για τον Γενικό Δείκτη Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε μία δύσκολη για τις αγορές και τις οικονομίες χρονιά. Η μεγάλη νίκη του Χρηματιστηρίου έγκειται στο γεγονός ότι κατάφερε σε μια ακόμα δύσκολη συγκυρία να διαφοροποιηθεί θετικά από τις άλλες ανεπτυγμένες αγορές του πλανήτη.

Το φαινόμενο συμβαίνει για πρώτη φορά από το 1990 και συνάδει με τις επιδόσεις των εισηγμένων εταιριών, ειδικά μετά και την ολοκλήρωση των αποτελεσμάτων 9μήνου, που ήταν εμφανή τα σημάδια βελτίωσης σε ποσοτικό και ποιοτικό επίπεδο. Το πόσο καλύτερα επιχειρηματικά θα πάνε το 2023 οι εισηγμένες είναι το μεγάλο στοίχημα αφού η φετινή χρονιά ήδη πατάει σε μεγέθη κερδοφορίας που είναι ιστορικά υψηλά.

Το 2022 ωστόσο φεύγει χωρίς να έχουν λυθεί σοβαρές εκκρεμότητες σε ό,τι αφορά στην ενεργειακή κρίση που είχε ως αποτέλεσμα την εκτίναξη του πληθωρισμού και εν τέλει την αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Το κόστος χρήματος επομένως θα βάλει το 2023 μια ακόμα δυσκολία στο οικονομικό περιβάλλον περιορίζοντας ενδεχομένως και τη δραστηριότητα στο μέτωπο των εξαγορών και συγχωνεύσεων ή αναθεωρώντας την προσδοκώμενη απόδοση ρίσκου ανεβάζοντας τις απαιτήσεις των επενδυτών.

Οι απώλειες για τον γερμανικό δείκτη Dax αγγίζουν το 12% από την αρχή του 2022, ενώ ο γαλλικός CAC του Χρηματιστηρίου του Παρισιού υποχώρησε πάνω από 8%. Αντίθετα, ο βρετανικός FTSE 100 έκλεισε τη χρονιά με κέρδη περίπου 1,4%. Την ίδια ώρα, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 αποχαιρέτησε το 2022 στην τελευταία συνεδρίασης της χρονιάς με πτώση που ξεπερνά το 12% από την αρχή του 2022, στη χειρότερη επίδοσή του από την ετήσια πτώση 13,24% το 2018. Ο ευρωπαϊκός δείκτης των blue chip γνώρισε άνοδο το 2021, σημειώνοντας άλμα 22,25% σε ετήσια βάση.

Την ίδια ώρα, έχουν γίνει φύλλο και φτερό, όπως καταγράφουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, πάνω από 18 τρισ. δολ. στις αγορές μετοχών παγκοσμίως οι οποίες πρέπει να ξεπεράσουν όλα αυτά τα εμπόδια που τις οδήγησαν στη βουτιά (πληθωρισμός, Ουκρανικό, ενεργειακό κόστος, πανδημία, επιτόκια), εάν θέλουν να ξεφύγουν το 2023 και να μην καταγράψουν τη δεύτερη διαδοχική χρονιά στο κόκκινο.

Με πτώση άνω του 20% το 2022, ο MSCI All-Country World Index βρίσκεται σε τροχιά να σημειώσει τη χειρότερη επίδοσή του από την κρίση του 2008, καθώς οι αυξήσεις επιτοκίων από την Federal Reserve υπερδιπλασίασαν τις αποδόσεις του 10ετούς Treasury — το επιτόκιο που καθορίζει το παγκόσμιο κόστος κεφαλαίου, ενώ πιέζονται και οι προοπτικές για τα εταιρικά κέρδη στη σκιά του φόβου για τον στασιμοπληθωρισμό διεθνώς, το συνδυασμό ύφεσης και οικονομικής αδυναμίας μαζί με αυξημένο πληθωρισμό.

Στο Χρηματιστήριο Αθηνών, η κατάσταση είναι διαφορετική. Κατ’ αρχήν βοήθησαν οι ίδιες οι εισηγμένες με τη θεαματική καθαρή τους κερδοφορία, που στο 9μηνο έσπασε το φράγμα των 6 δις. ευρώ (ΜΟΗ και ΕΛΠΕ έσπασαν κάθε ρεκόρ με πάνω από 1,5 δισ. ευρώ στο 9μηνο). Ταυτόχρονα, εκείνο που έκανε αίσθηση στην αγορά ήταν τα μερίσματα. Οι διανομές (μερίσματα, προμερίσματα ή επιστροφές κεφαλαίου) άγγιξαν τα 2,4 δισ. ευρώ.

Οι φετινές χρηματικές διανομές είναι σαφώς υψηλότερες όχι μόνο από τις αντίστοιχες περυσινές, αλλά και από τις αντίστοιχες του προπανδημικού 2019, ενώ παράλληλα είναι πολλαπλάσιες από τα ποσά που είχαν μοιραστεί κατά τη λεγόμενη μνημονιακή περίοδο (π.χ. μόλις 570 εκατ. το 2013, 740 εκατ. το 2014, 850 εκατ. το 2015 και 1,05 δις ευρώ το 2016).
Με βάση την αθροιστική τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας που κυμαίνεται γύρω στα 65 εκατ. ευρώ, προκύπτει για το 2022 μια μέση μερισματική απόδοση της τάξεως του 3,6%, η οποία είναι πολλαπλάσια από τα τρέχοντα τραπεζικά επιτόκια των προθεσμιακών τοποθετήσεων.

Τη χρονιά που πέρασε είδαμε blue chips να απογειώνονται και να εισέρχονται σε δείκτες που παρακολουθούν οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές, Μυτιληναίος, Τέρνα Ενεργειακή, αλλά και εταιρείες μεγάλης κεφαλαιοποίησης που πλήρωσαν το μάρμαρο του πληθωρισμού, του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης (π.χ. Coca Cola, Τιτάν, Κρι Κρι).