Σε ένα σκηνικό αυξημένης προσμονής, αλλά και έντονων διαφοροποιήσεων στις εκτιμήσεις των διεθνών οίκων, η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου προς τις ανεπτυγμένες αγορές παραμένει ένα ανοικτό στοίχημα, με ισχυρές τεχνικές και στρατηγικές προεκτάσεις.
Οι JP Morgan και HSBC καταγράφονται στο στρατόπεδο των πιο επιφυλακτικών. Δεν απορρίπτουν το ενδεχόμενο αναβάθμισης, ωστόσο εμφανίζονται συγκρατημένοι ως προς το timing και κυρίως ως προς τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στην αγορά.
Στον αντίποδα, οίκοι όπως η Goldman Sachs, η Morgan Stanley και η Citigroup κινούνται σε πιο ουδέτερη έως θετική γραμμή, βλέποντας την επιστροφή της Αθήνας στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών ως μια φυσική εξέλιξη της βελτίωσης των θεμελιωδών μεγεθών.
Το παρασκήνιο της διαδικασίας έχει ήδη ξεδιπλωθεί. Ο MSCI, έως τα μέσα Μαρτίου, είχε ενεργοποιήσει τον κύκλο διαβούλευσης με κορυφαίους διεθνείς οίκους, αποστέλλοντας εξειδικευμένα ερωτηματολόγια στους αναλυτές τους.
Παράλληλα, είχε συλλέξει κρίσιμα δεδομένα από την ΕΧΑΕ -η οποία, σημειωτέον, ελέγχεται πλέον κατά πλειοψηφία από το Euronext- όσον αφορά τη ρευστότητα, τον τζίρο και τη διασπορά των εισηγμένων.
Η 31η Μαρτίου κρίσιμο ορόσημο
Η 31η Μαρτίου αποτελεί το πρώτο κρίσιμο ορόσημο. Τότε αναμένεται η δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων της έρευνας, πιθανότατα μετά το κλείσιμο της Wall Street. Εφόσον η πλειονότητα των συμμετεχόντων αναλυτών ταχθεί υπέρ της αναβάθμισης, ανοίγει ένα μεταβατικό παράθυρο περίπου πέντε μηνών, κατά το οποίο τα χαρτοφυλάκια θα πρέπει να επανατοποθετηθούν.
Σε αυτό το σενάριο, το ελληνικό χρηματιστήριο μεταφέρεται στην κατηγορία των developed markets και ο σχετικός δείκτης του MSCI θα αναδιαμορφωθεί. Σήμερα περιλαμβάνει οκτώ τίτλους -τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, τον ΟΠΑΠ και την Jumbo- ενώ εκτιμάται ότι θα προστεθούν ακόμη τέσσερις έως πέντε τίτλοι υψηλής κεφαλαιοποίησης. Οι τελικές επιλογές αναμένεται να «κλειδώσουν» στα τέλη Ιουλίου, εν όψει του rebalancing του Αυγούστου.
Στην αντίθετη περίπτωση, το status quo διατηρείται, με τη μόνη διαφοροποίηση να εντοπίζεται στη στάση του FTSE Russell, ο οποίος έχει ήδη προϊδεάσει για αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς προς το τέλος Σεπτεμβρίου.
Πίσω από τις διαφορετικές τοποθετήσεις των οίκων, οι χρηματιστηριακές πηγές εντοπίζουν έναν πιο πρακτικό παράγοντα: τη φύση της πελατειακής τους βάσης.
Η αναβάθμιση ως πύλη εισόδου σε πιο σταθερά κεφάλαια
Εκεί όπου κυριαρχούν τα hedge funds, η προτίμηση γέρνει προς τη διατήρηση μιας αγοράς που προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία και δυνατότητες τακτικής τοποθέτησης. Αντίθετα, οι long-only επενδυτές βλέπουν τη «μεγάλη εικόνα» και αντιμετωπίζουν την αναβάθμιση ως πύλη εισόδου σε πιο σταθερά κεφάλαια.
Η εικόνα στο ταμπλό από τα μέσα Φεβρουαρίου ενισχύει αυτήν τη διπλή ανάγνωση. Πιέσεις σε τραπεζικούς τίτλους, διορθώσεις στη ΔΕΗ, υποχώρηση του ΟΠΑΠ προς τα 14 ευρώ και σημαντική αποσυμπίεση στην Jumbo από τα υψηλά της προηγούμενης χρονιάς, ερμηνεύονται ως ελεγχόμενη αποχώρηση κεφαλαίων.
Θέσεις σε χαμηλότερες αποτιμήσεις
Σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, τα χαρτιά αυτά αλλάζουν χέρια: από τα πιο επιθετικά hedge funds περνούν σε μεγαλύτερους διεθνείς οίκους, οι οποίοι «χτίζουν» θέσεις σε χαμηλότερες αποτιμήσεις, με τελικό αποδέκτη τα long-only χαρτοφυλάκια της επόμενης φάσης.
Στο επίκεντρο του παιχνιδιού βρίσκονται κυρίως οι τράπεζες, που θεωρούνται βέβαιοι συμμετέχοντες στον μελλοντικό developed δείκτη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η JP Morgan προειδοποιεί ευθέως για πιθανές εκροές στο ενδιάμεσο διάστημα έως την ολοκλήρωση της αναβάθμισης, ενώ η HSBC επιμένει στο σενάριο κατοχύρωσης κερδών μετά το πρόσφατο ράλι, διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς το βραχυπρόθεσμο timing.