Οι ευρωαγορές έκλεισαν «στο κόκκινο» την Παρασκευή, καθώς η προσοχή στράφηκε στις μετρήσεις πληθωρισμού σε ΕΕ και ΗΠΑ, ενώ οι επενδυτές ανησυχούν για το ενδεχόμενο επιβολής πρόσθετης φορολόγησης στις βρετανικές τράπεζες. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 έκλεισε με απώλειες 0,64%.
Ο πληθωρισμός στη Γαλλία υποχώρησε στο 0,8% τον Αύγουστο από 0,9% τον Ιούλιο, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία Insee, λίγο χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις σε δημοσκόπηση του Reuters. Η μείωση προήλθε από πτώση στις τιμές ενέργειας και βιομηχανικών προϊόντων, ενώ ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες διαμορφώθηκε σε 1,6% και 2,1% αντίστοιχα.
Στη Γερμανία, ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 2,1% τον Αύγουστο από 1,8% τον Ιούλιο, υψηλότερα από την εκτίμηση 2% των οικονομολόγων του Reuters. Στις ΗΠΑ, ο δείκτης τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) — βασικό μέτρο της Fed — διαμορφώθηκε στο 2,6% ετησίως, σε συμφωνία με τις προβλέψεις. Ο δομικός πληθωρισμός έφτασε στο 2,9%, επίσης αναμενόμενος.
Η μέτρηση αυτή παρακολουθείται στενά μετά την ομιλία του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ, την περασμένη εβδομάδα, η οποία ενίσχυσε τις προσδοκίες για μείωση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με το εργαλείο FedWatch του CME, οι αγορές επιτοκίων αποτιμούσαν πιθανότητα περίπου 87% για μείωση τον επόμενο μήνα.
Οι αμυντικές εταιρείες ήταν από τους κορυφαίους κερδισμένους στον Stoxx 600 την Παρασκευή, με τις γερμανικές Hensoldt και Renk να ενισχύονται περίπου 3%, ενώ η Rheinmetall κατέγραψε άνοδο 4,4%. Η άνοδος ήρθε μετά τη δήλωση του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς την Πέμπτη ότι αμφιβάλλει αν θα πραγματοποιηθεί συνάντηση μεταξύ του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και του Ουκρανού ομολόγου του Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Στον «πάτο» του δείκτη βρέθηκαν οι βρετανικές τράπεζες NatWest (-5,4%), Lloyds (-4,5%) και Barclays (-3,8%).
Το Ινστιτούτο Δημόσιας Πολιτικής Έρευνας (IPPR) δημοσίευσε την Παρασκευή έκθεση προτείνοντας την επιβολή εισφοράς στις εμπορικές τράπεζες, λόγω των πρόσφατων «υπερκερδών» που συνδέονται με τα υψηλά επιτόκια και τις αγορές ομολόγων από την Τράπεζα της Αγγλίας. Η στόχευση των τραπεζών θα μπορούσε να αποδειχθεί ελκυστική για τη Βρετανίδα υπουργό Οικονομικών, Ρέιτσελ Ριβς, καθώς αναζητά τρόπους ενίσχυσης των δημόσιων οικονομικών στον επερχόμενο φθινοπωρινό προϋπολογισμό της.
Ο Ρας Μολντ, διευθυντής επενδύσεων στην AJ Bell, δήλωσε ότι οι επενδυτές αναρωτιούνται εάν η «εποχή των υπερκερδών, των μερισμάτων και των προγραμμάτων επαναγοράς μετοχών απειλείται τώρα». «Η χρονική συγκυρία της συζήτησης για τον φόρο, που τροφοδοτήθηκε από την έκθεση του think tank IPPR, είναι ατυχής, καθώς συμπίπτει με νέα έρευνα της Lloyds που δείχνει αύξηση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης παρά τις πιέσεις κόστους. Αυτό το θετικό κλίμα θα μπορούσε να απειληθεί αν οι επιχειρήσεις θεωρήσουν ότι ένας νέος φόρος στις τράπεζες θα τις αναγκάσει να αυστηροποιήσουν τα κριτήρια δανεισμού», ανέφερε σε σχόλια μέσω email.
Ωστόσο, πρόσθεσε ότι η Ριβς μπορεί να είναι «επιφυλακτική στο να κάνει κάτι που θα μπορούσε να αποθαρρύνει επενδυτές και μετόχους, καθώς επιδιώκει να κερδίσει την εύνοια των αγορών και να προσελκύσει επενδύσεις», αλλά και απέναντι σε οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να περιορίσει τη χορήγηση δανείων και να ανακόψει την οικονομική ανάπτυξη.
Αναλυτές της Citi, σε σημείωμά τους προς πελάτες, δήλωσαν ότι η πρόταση του IPPR πρόσθεσε ελάχιστα στη συζήτηση γύρω από την αύξηση της φορολογίας των τραπεζών, η οποία διεξάγεται εδώ και αρκετά χρόνια. Η κυβέρνηση των Εργατικών παραμένει διχασμένη ως προς την πορεία που θα ακολουθήσει, με τη Ριβς να φαίνεται ότι προτιμά να ενθαρρύνει τις τράπεζες να δανείζουν περισσότερο μέσω μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της ανάπτυξης, σύμφωνα με την Citi.
Οι επιλογές που εξετάζονται θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αλλαγές στη σημερινή φορολογία των τραπεζών ή έναν νέο στοχευμένο φόρο στις αποδόσεις των αποθεματικών τους, ανέφεραν οι αναλυτές, όμως ο τελευταίος θα ήταν δύσκολο να εφαρμοστεί και θα μπορούσε να ωθήσει τις τράπεζες σε πιο επικίνδυνα χρηματοοικονομικά μέσα. «Μια αύξηση στη φορολογία των βρετανικών τραπεζών δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά αναμένουμε ότι θα εξεταστούν πρώτα άλλα φορολογικά εργαλεία», κατέληξαν.