Η Wall Street κατέγραψε ισχυρή άνοδο την Τρίτη, με τις τεχνολογικές και ειδικότερα τις μετοχές λογισμικού να ηγούνται της ανάκαμψης, καθώς οι επενδυτές περιόρισαν τις ανησυχίες τους για τις πιθανές ανατρεπτικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης σε παραδοσιακούς επιχειρηματικούς τομείς, με τα μάτια στραμμένα στην ομιλιά Τραμπ στο Κογκρέσο.
Η αγορά αντέδρασε θετικά σε εταιρικές εξελίξεις και στρατηγικές συνεργασίες στον κλάδο των ημιαγωγών, ενώ ταυτόχρονα εκτονώθηκαν οι φόβοι ότι η AI θα αντικαταστήσει άμεσα τις λύσεις enterprise software.
Η ανάκαμψη ήρθε μετά τη σημαντική πτώση της Δευτέρας, όταν οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ανησυχίες για νέους δασμούς είχαν επιβαρύνει το επενδυτικό κλίμα.
Wall Street: Ισχυρή αντίδραση των βασικών δεικτών
Ο δείκτης S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,76%, ενώ ο Nasdaq κατέγραψε άνοδο 1,05%. Ο Dow Jones σημείωσε κέρδη 0,76%, με στήριξη από άνοδο 2% στη μετοχή της Home Depot, έπειτα από αποτελέσματα που ξεπέρασαν τις προσδοκίες για πρώτη φορά μέσα σε ένα έτος.
Σημαντική συμβολή στην άνοδο του Dow είχε και η IBM, η οποία ανέκαμψε μετά την πτώση της προηγούμενης συνεδρίασης, που είχε προκληθεί από ανησυχίες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Wall Street και Τεχνητή Νοημοσύνη: Ράλι στις μετοχές λογισμικού
Οι μετοχές της Advanced Micro Devices (AMD) εκτινάχθηκαν κατά 9%, μετά την ανακοίνωση πολυετούς συμφωνίας με τη Meta. Η συνεργασία προβλέπει την ανάπτυξη έως και 6 γιγαβάτ μονάδων επεξεργασίας γραφικών (GPU) της AMD για κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, η Meta θα επενδύσει στην AMD μέσω δικαιώματος αγοράς έως και 160 εκατομμυρίων μετοχών, βάσει επιδόσεων.
Η κίνηση αυτή ακολούθησε την ανακοίνωση της Meta την προηγούμενη εβδομάδα ότι χρησιμοποιεί εκατομμύρια τσιπ της Nvidia για την ανάπτυξη των data centers της. Η μετοχή της Nvidia ενισχύθηκε κατά 0,5%.
Θετική ήταν η εικόνα και για τη DocuSign, η οποία κατέγραψε άνοδο 3%, μετά την ανακοίνωση της Anthropic ότι η πλατφόρμα Claude Cowork μπορεί πλέον να συνδεθεί με τη DocuSign, καθώς και με εργαλεία όπως Google Drive και Gmail. Η εξέλιξη ενίσχυσε την άποψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις εταιρείες λογισμικού, αντί να τις αντικαταστήσει.
Στο ίδιο κλίμα κινήθηκαν και οι Salesforce και ServiceNow, με άνοδο 4% και 2% αντίστοιχα. Το ETF iShares Expanded Tech-Software Sector (IGV) ενισχύθηκε κατά 2%, αν και παραμένει περισσότερο από 30% χαμηλότερα σε σχέση με το υψηλό 52 εβδομάδων.
Αμφισβήτηση του αφηγήματος για άμεση αντικατάσταση λογισμικού
Ο Anshul Sharma, επικεφαλής επενδύσεων της Savvy Wealth, δήλωσε στο CNBC ότι η αγορά είχε υιοθετήσει μια νοοτροπία «πρώτα πουλάμε και μετά ρωτάμε», γεγονός που εξηγεί την έντονη πίεση που δέχθηκαν ακόμη και εταιρείες enterprise software.
Όπως σημείωσε, δεν είναι πεισμένος από το αφήγημα που κυκλοφορεί στη Wall Street ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρόκειται να αντικαταστήσει άμεσα τις επιχειρησιακές πλατφόρμες λογισμικού.
«Είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνο από πλευράς ευθύνης για μεγάλες εταιρείες να αποφασίσουν ότι θα εγκαταλείψουν δοκιμασμένες λύσεις enterprise software, που ευθυγραμμίζονται με τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνου τους, και να τις αντικαταστήσουν άμεσα με εσωτερικές λύσεις AI μέσα σε λίγους μήνες ή τρίμηνα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρόσφατη πτώση στον κλάδο λογισμικού ήταν μια άμεση και υπερβολική αντίδραση.
Δασμοί και γεωπολιτική διατηρούν την επιφυλακτικότητα στη Wall Street
Τη Δευτέρα, οι βασικοί δείκτες είχαν υποχωρήσει, καθώς επανήλθαν οι ανησυχίες για την ανατρεπτική επίδραση της AI, ενώ οι αγορές επηρεάστηκαν και από την απειλή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για αύξηση των παγκόσμιων δασμών στο 15%. Παράλληλα, οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν διατήρησαν το κλίμα αβεβαιότητας.
Την Τρίτη τέθηκε σε ισχύ παγκόσμιος δασμός 10% των ΗΠΑ, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα που οι επενδυτές καλούνται να αξιολογήσουν.
Η συνεδρίαση κατέδειξε ότι, παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις και τις διακυμάνσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, η Wall Street παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε εταιρικές ειδήσεις και στρατηγικές συμφωνίες που μπορούν να αναδιαμορφώσουν τις προσδοκίες για την τεχνολογική ανάπτυξη.
Τραμπ στο Κογκρέσο στριμωγμένος από αρνητικές δημοσκοπήσεις
Η Αμερική θα βιώσει μια «επιστροφή που ο κόσμος δεν έχει ξαναζήσει και ίσως δεν θα ξαναδεί ποτέ», έλεγε πέρυσι τον Μάρτιο, ο Ντόναλντ Τραμπ, σε ομιλία του για το State of the Union στο Κογκρέσο, φέροντας τη λάμψη της ηχηρής του προεδρικής του νίκης, με πυγμή από μια χιονοστιβάδα εκτελεστικών διαταγμάτων που είχε υπογράψει και δραστικών αποφάσεων που είχε λάβει.
Πάνω από ένα χρόνο, κυβερνούσε ανεμπόδιστα, κινούμενος σαν οδοστρωτήρας. Στην παραδοσιακή αυτή ετήσια ομιλία στο Κογκρέσο, όπου οι Αμερικανοί πρόεδροι καλούνται να μιλήσουν για τα πεπραγμένα και τις προτεραιότητές τους ενώπιον μελών της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο 79χρονος Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος φέτος θα ανεβεί στο βήμα, με το κλίμα να δείχνει διαφορετικό.
Με νωπό το σοκ της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ακυρώσει μεγάλο μέρος των δασμών του, τις επικρίσεις για την μεταναστευτική του πολιτική της κυβέρνησής του να κρατούν, και μαζί τις ανησυχίες στις τάξεις των Ρεπουμπλικάνων για τις ενδιάμεσες εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου και ενδεχόμενο αποτελεσμάτων που θα φέρουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς.
Κι όμως. Είναι απίθανο στην ομιλία του ο δισεκατομμυριούχος να εκφράζει την οποιαδήποτε αμφιβολία για τον εαυτό του και τις πολιτικές του. Ωστόσο οι γνωστοί του θορυβώδεις ισχυρισμοί και διαβεβαιώσεις περί ισχύος και επιτυχίας δεν θα έχουν πλέον την παραλυτική επίδραση που μπορεί να είχαν στην αντιπολίτευση των Δημοκρατικών ή σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε Παρασκευή ότι ένα μεγάλο μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο είναι παράνομοι, καταρρίπτοντας έναν βασικό πυλώνα του οικονομικού του προγράμματος, επιφέροντας βαρύ πλήγμα και κατά της διπλωματικής του πολιτικής.
Επίσης, ο υπουργός Εμπορίου ανέφερε επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2025.
Τραμπ: Το φτιαξα το πρόβλημα
Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για το υψηλό κόστος ζωής και μια αυξανόμενη απόρριψη των μεθόδων της αμερικανικής αστυνομίας μετανάστευσης (ICE).
Η στρατηγική του μεγιστάνα μέχρι στιγμής ήταν η εξής: να διαβεβαιώνει τους πάντες ότι όλα πάνε καλά. «Νίκησα το υψηλό κόστο ζωής», είπε ο Τραμπ το βράδυ της Πέμπτης στη Τζόρτζια.
«Οι άνθρωποι ξέρουν τι ξοδεύουν», αντέκρουσε ο Τοντ Μπελτ, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο George Washington.
Και οι ψηφοφόροι «αγανακτούν περισσότερο όταν τους λένε κάτι που ξέρουν ότι είναι ψέματα», τόνισε ο Μπελτ, κάτι που, σύμφωνα με τον ίδιο, ισχύει και για τον πληθωρισμό αλλά και για τις απελάσεις μεταναστών, οι οποίες είναι πολύ πιο εκτεταμένες από τις συλλήψεις επικίνδυνων εγκληματιών που λέει η κυβέρνηση.
Ο πολιτικός επιστήμονας υποστηρίζει ότι η οικονομία θα καθορίσει τελικά το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, οι οποίες θα ανανεώσουν ολόκληρη τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το ένα τρίτο της Γερουσίας.
Αν ο Τραμπ χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου, έχει ήδη πει ότι οι Δημοκρατικοί θα ξεκινήσουν διαδικασίες πρότασης μομφής κατά του.
Μέχρι τώρα, ο ένοικος του Λευκού Οίκου προχωρούσε σαν οδοστρωτήρας, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης και τις διακριτικές επιφυλάξεις εντός του κόμματός του.
Τραμπ στο Κογκρέσο: Πρωτοβουλία για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των Data Centers
Ο Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να ανακοινώσει, κατά την αποψινή ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους (State of the Union), μια νέα δέσμευση από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών να καταβάλλουν υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές όπου κατασκευάζουν νέα κέντρα δεδομένων.
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των ανησυχιών για την αυξανόμενη ενεργειακή κατανάλωση που προκαλεί η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των data centers.
Με την ηλεκτρική ζήτηση να αυξάνεται και τα δίκτυα να αντιμετωπίζουν περιορισμούς προσφοράς, οι λογαριασμοί ρεύματος έχουν γίνει πολιτικό ζήτημα, με τις τοπικές κοινωνίες να αποδίδουν μέρος της ευθύνης στην τεχνολογική βιομηχανία.
Η ανακοίνωση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί σε πρωτοφανή αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας. Τα data centers, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ψηφιακής οικονομίας και των εφαρμογών AI, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ισχύος, δημιουργώντας πιέσεις στα τοπικά δίκτυα.
Η παρέμβαση Τραμπ και η στάση της Microsoft
Η Microsoft είχε ήδη δεσμευθεί από τον Ιανουάριο ότι τα νοικοκυριά δεν θα επιβαρυνθούν με υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος εξαιτίας των data centers της εταιρείας. Η δέσμευση αυτή ανακοινώθηκε λίγες ώρες αφότου ο Τραμπ δήλωσε ότι συνεργάζεται με τη Microsoft προκειμένου να αποτραπούν αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της άνθησης της τεχνητής νοημοσύνης.
Η παρέμβαση του προέδρου σηματοδοτεί μια πιο ενεργή εμπλοκή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στη ρύθμιση των έμμεσων συνεπειών της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η αυξανόμενη πολιτική πίεση έχει αναδείξει το ενεργειακό κόστος των data centers ως κρίσιμο ζήτημα για τις τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η ενεργειακή υποδομή είναι ήδη επιβαρυμένη.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο Πίτερ Ναβάρο, σύμβουλος του Τραμπ για θέματα εμπορίου και μεταποίησης, δήλωσε ότι ο Λευκός Οίκος θα αναγκάσει τις τεχνολογικές εταιρείες να «εσωτερικεύσουν το κόστος» των data centers. Με άλλα λόγια, οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αναλαμβάνουν το πλήρες ενεργειακό αποτύπωμα των επενδύσεών τους, χωρίς να το μετακυλίουν σε άλλους καταναλωτές.
Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική γραμμή του Τραμπ για προστασία των αμερικανικών νοικοκυριών από αυξήσεις κόστους που απορρέουν από τη δραστηριότητα μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Ταυτόχρονα, στέλνει μήνυμα ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορεί να γίνεται ανεξέλεγκτα εις βάρος των τοπικών κοινωνιών.
Αυξανόμενες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και πολιτικές αντιδράσεις
Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται σε πολλές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς το ηλεκτρικό δίκτυο αντιμετωπίζει υψηλή ζήτηση και περιορισμένη προσφορά. Η ταχεία επέκταση των data centers έχει προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις, με πολίτες και τοπικούς αξιωματούχους να υποστηρίζουν ότι οι νέες εγκαταστάσεις επιβαρύνουν τα δίκτυα και οδηγούν σε αυξήσεις λογαριασμών.
Η σχεδιαζόμενη ανακοίνωση Τραμπ, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες δημοσιεύθηκε πρώτη από τη Wall Street Journal, επιχειρεί να απαντήσει σε αυτές τις ανησυχίες, τοποθετώντας το βάρος της ενεργειακής επιβάρυνσης στις ίδιες τις τεχνολογικές εταιρείες.
Η εξέλιξη αναδεικνύει το νέο πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην ταχεία τεχνολογική καινοτομία και τη βιωσιμότητα των ενεργειακών υποδομών, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και στην προστασία των καταναλωτών.