Για «ανθεκτικότητα μέσα στην αβεβαιότητα και επείγουσα δράση εν μέσω ελλείψεων για επενδυτική ενεργοποίηση ιδιωτικών κεφάλαια σε υποδομές», κάνει λόγο η έκθεση Infrastructure Monitor 2024 της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Καθώς η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να προσαρμόζεται στις μακροοικονομικές μεταβολές, οι επενδύσεις σε υποδομές παραμένουν κρίσιμος μοχλός δημιουργίας θέσεων εργασίας, μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας. Παρά τις πρόσφατες αυξήσεις επιτοκίων και τις πληθωριστικές πιέσεις, που έχουν ανατρέψει τις προσδοκίες αποδόσεων και δυσκολέψει τη χρηματοδότηση, οι υποδομές διατηρούν τη θέση τους ως προτιμώμενη κατηγορία επένδυσης. Με σχετικά σταθερά έσοδα και ισχυρή κρατική στήριξη, προσφέρουν χαμηλότερο ρίσκο, προβλέψιμες αποδόσεις και καλύτερη απόδοση συγκριτικά με άλλες επενδυτικές επιλογές.
Η έκθεση Infrastructure Monitor 2024 της Παγκόσμιας Τράπεζας παρουσιάζει νέα δεδομένα και αναλύσεις για το πώς οι παγκόσμιες τάσεις επηρεάζουν τις ιδιωτικές επενδύσεις στις υποδομές.
- Αν και οι επενδύσεις συνεχίζουν να αυξάνονται — κυρίως στις πρωτογενείς αγορές (π.χ. έργα από το μηδέν, αναβαθμίσεις, ιδιωτικοποιήσεις) — οι ανισότητες μεταξύ περιφερειών και επιπέδων εισοδήματος διευρύνονται.
- Για να καλυφθεί το επενδυτικό κενό, απαιτείται επέκταση των πρακτικών που αποδίδουν: στοχευμένη δημόσια στήριξη, αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο και καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία όπως η μικτή χρηματοδότηση και οι κρατικές εγγυήσεις.
Σταθερές οι ιδιωτικές επενδύσεις — Αλλά όχι παντού
Το 2023, οι ιδιωτικές επενδύσεις σε έργα υποδομών στις πρωτογενείς αγορές αυξήθηκαν σημαντικά σε ονομαστικούς όρους, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της πενταετίας πριν την πανδημία. Ωστόσο, το αυξημένο κόστος κατασκευής υποδομών απαιτεί επιφυλακτική ερμηνεία της τάσης. Την ίδια ώρα, οι επενδύσεις στις αναδυόμενες αγορές υστερούν, διευρύνοντας το χάσμα με τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Ο τρέχων ρυθμός παραμένει ανεπαρκής για να καλυφθεί το παγκόσμιο έλλειμμα υποδομών.
Η δραστηριότητα στις δευτερογενείς αγορές (π.χ. εξαγορές, αναχρηματοδοτήσεις, τιτλοποιήσεις) είχε αυξηθεί κατά πέντε φορές την περίοδο πριν το 2022, αλλά υποχώρησε 17% το 2023, λόγω μείωσης των εξαγορών — εξέλιξη που αντανακλά τις επιπτώσεις των υψηλών επιτοκίων στις αποτιμήσεις. Επιπλέον, τα κεφάλαια που άντλησαν τα επενδυτικά funds υποδομών μειώθηκαν σχεδόν στο μισό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η ανθεκτικότητα των υποδομών σε περιόδους αβεβαιότητας
Παρά τις οικονομικές προκλήσεις, οι υποδομές παραμένουν ελκυστικές για επενδυτές που αναζητούν χαμηλό ρίσκο και σταθερές αποδόσεις. Το χρέος υποδομών έχει επιδείξει ισχυρότερη πιστοληπτική απόδοση και υψηλότερα ποσοστά ανάκτησης σε σχέση με το εταιρικό μη χρηματοοικονομικό χρέος. Ακόμη και σε επενδύσεις χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης, τα δάνεια υποδομών εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά αθέτησης.
Την περίοδο 2016–2022, τα funds υποδομών σημείωσαν μέση ετήσια απόδοση 11,3%, με μικρή μόνο προβλεπόμενη υποχώρηση στο 10,9% έως το 2028 — επίδοση ανώτερη σε σχέση με το private equity και το venture capital.
Αυτό εξηγεί γιατί οι επενδυτές στρέφονται πλέον σε στρατηγικές χαμηλού ρίσκου: πάνω από το 70% των τοποθετήσεων κατευθύνεται σε core, core-plus και debt στρατηγικές, ενώ μειώνεται η διάθεση για πιο ριψοκίνδυνες, ευκαιριακές επενδύσεις.
Διεύρυνση του χάσματος μεταξύ ανώτερων και κατώτερων εισοδηματικά χωρών
Το 2023, οι χώρες υψηλού εισοδήματος κατέγραψαν αύξηση σχεδόν 20% στις επενδύσεις στις πρωτογενείς αγορές υποδομών, ενώ οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος παρουσίασαν μικρή μείωση. Αν και οι πρώτες εκτιμήσεις για το 2024 δείχνουν ανάκαμψη, τα ιδιωτικά κεφάλαια εξακολουθούν να κατευθύνονται κυρίως προς τις ανεπτυγμένες αγορές, με θελκτικά κίνητρα πολιτικής — ιδιαίτερα για την ενεργειακή μετάβαση και τις ψηφιακές υποδομές.
Οι αναδυόμενες αγορές βασίζονται όλο και περισσότερο σε λίγες μεγάλες οικονομίες. Έξι χώρες — Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Μεξικό, Τουρκία και Ινδονησία — συγκέντρωσαν το 67% των ιδιωτικών επενδύσεων υποδομών σε LMICs την περίοδο 2021–2024, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν μικρότερες αγορές.
Ενίσχυση των αποτελεσματικών μοντέλων: Εγγυήσεις, ρυθμιστικά πλαίσια, συμπράξεις
Για την προσέλκυση περισσότερων ιδιωτικών κεφαλαίων — ειδικά σε αγορές με υψηλό αντιληπτό ρίσκο — απαιτείται ενίσχυση των μοντέλων που έχουν αποδώσει:
- Εγγυήσεις: Όταν ενσωματώνονται σε σχήματα μικτής χρηματοδότησης, ενισχύουν σημαντικά τη συμμετοχή ιδιωτών. Οι συμφωνίες με εγγυήσεις έχουν 80% συμμετοχή ιδιωτικού χρέους, έναντι 42% χωρίς εγγυήσεις. Ωστόσο, από την πανδημία και μετά, η διαθεσιμότητα διασυνοριακών εγγυήσεων παραμένει περιορισμένη.
- Ρυθμιστική Μεταρρύθμιση: Βελτιώσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο μπορούν να ξεκλειδώσουν επενδύσεις ύψους έως $450 εκατ. ανά βελτίωση.
Παραδείγματα:
- Στη Σερβία, η PPIAF βοήθησε στην αλλαγή του μοντέλου στήριξης ΑΠΕ από επιδοτήσεις σε διαγωνισμούς, οδηγώντας στον πρώτο διαγωνισμό του 2023 με 450 MW στο μισό κόστος.
- Στο Καμερούν, η PPIAF συνέβαλε στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Λιμένα της Ντουάλα, επιτρέποντας τη λήψη δανείου €152 εκατ. — το μεγαλύτερο στην ιστορία του.
Ανάμιξη Διεθνών Χρηματοδοτικών Οργανισμών: Οι αναπτυξιακοί χρηματοπιστωτικοί φορείς και οι πολυμερείς τράπεζες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προσέλκυση κεφαλαίων, ιδίως σε ευάλωτες αγορές. Το 2023, η ιδιωτική κινητοποίηση κεφαλαίων από DFI και MDB αυξήθηκε κατά 23%.
Παράδειγμα:
- Στη Βραζιλία, το Global Infrastructure Facility (GIF), σε συνεργασία με τη Διεθνή Χρηματοδοτική Εταιρεία (IFC) και την κυβέρνηση, ανέπτυξε ένα επαναλαμβανόμενο μοντέλο για συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) στον τομέα του δημοτικού φωτισμού. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει 12 έργα που αναμένεται να κινητοποιήσουν $180 εκατ. ιδιωτικών κεφαλαίων, προσφέροντας καθαρότερο και ασφαλέστερο δημόσιο φωτισμό για 7 εκατομμύρια πολίτες, ενώ θα μειώσει την κατανάλωση ενέργειας κατά 60%.
Το βλέμμα στο μέλλον: Γεφύρωση του επενδυτικού κενού
Για να περιοριστεί το παγκόσμιο έλλειμμα επενδύσεων σε υποδομές, απαιτείται στοχευμένη πολιτική δράση, ενίσχυση των ρυθμιστικών ικανοτήτων και κλιμάκωση καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων. Η ανάγκη είναι άμεση: οι υποδομές δεν αποτελούν απλώς οικονομικό μοχλό, αλλά και τη βάση για τη διεύρυνση των ευκαιριών απασχόλησης και της ανάπτυξης.
Ο ιδιωτικός τομέας έχει δείξει ότι είναι πρόθυμος να επενδύσει — όμως χρειάζεται ένα θεσμικό περιβάλλον που να ενισχύει αυτή τη διάθεση. Η Παγκόσμια Τράπεζα παραμένει δεσμευμένη να στηρίζει τόσο τις κυβερνήσεις όσο και τους επενδυτές, ώστε η χρηματοδότηση υποδομών να γίνει πιο βιώσιμη, χωρίς αποκλεισμούς και ουσιαστικά αποδοτική.