Οι επιτυχημένοι πλειστηριασμοί κατοικιών στην Ελλάδα κατέγραψαν το 2025 πτώση κατά 4,1% σε σχέση με το 2024. Τα αυξημένα ρίσκα, οι υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι πρακτικοί περιορισμοί περιορίζουν τις τελικές κατακυρώσεις, καθώς αποθαρρύνουν ένα σημαντικό μέρος των υποψήφιων επενδυτών και ιδιωτών. Βέβαια, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της ReDataset, το κέντρο βάρους της δραστηριότητας και των πιο επιτυχημένων πλειστηριασμών παραμένει η Αττική, με το Παλαιό Φάληρο να ξεχωρίζει. Εκτός λεκανοπεδίου, στην πρώτη θέση για το 2025 βρίσκεται η Σιθωνία Χαλκιδικής, με ποσοστό επιτυχίας 37,8%, ενώ ακολουθούν η Καλαμαριά με 34,6% και η Σαντορίνη με 30,8%.
Τους λόγους για τους οποίους οι πλειστηριασμοί υποχώρησαν το 2025, αλλά και γιατί συνολικά δεν αποτελούν την πρώτη επιλογή των αγοραστών, περιγράφει στο powergame.gr ο Δημήτρης Μελαχρινός, CEO του Spitogatos. Όπως επισημαίνει, οι συναλλαγές μέσω πλειστηριασμών παραμένουν ιδιαίτερα απαιτητικές, κυρίως σε επίπεδο ρευστότητας. Ο ίδιος εξηγεί ότι η συγκεκριμένη διαδικασία προϋποθέτει υψηλές προκαταβολές, στενά χρονικά περιθώρια και άμεση εξασφάλιση χρηματοδότησης. Το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα και οι αυξημένες κεφαλαιακές ανάγκες καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την αξιοποίηση τραπεζικού δανεισμού, λειτουργώντας αποτρεπτικά για ένα μεγάλο μέρος των υποψήφιων αγοραστών.
Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο συνολικής αγοράς, η εικόνα είναι σαφώς πιο ευνοϊκή. Τα στεγαστικά δάνεια έχουν καταγράψει αύξηση, ιδίως κατά την περίοδο υλοποίησης του προγράμματος «Σπίτι μου 2», ενώ συνολικά η αγορά ακινήτων κινήθηκε πιο δυναμικά, με τις τράπεζες να εμφανίζονται πιο πρόθυμες στη χορήγηση χρηματοδότησης. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, καθιστά τα ακίνητα εκτός πλειστηριασμού πιο ελκυστικά σε σύγκριση με εκείνα που διατίθενται μέσω αυτής της διαδικασίας.
Ο κ. Μελαχρινός προσθέτει ότι τα «προϊόντα» των πλειστηριασμών παραμένουν σύνθετα και δύσκολα στη διαχείριση, τόσο χρηματοδοτικά όσο και πρακτικά, καθώς η ανάγκη άμεσης προκαταβολής και ο γρήγορος ρυθμός ολοκλήρωσης δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες. Παράλληλα, όσο η αγορά ωριμάζει και περισσότεροι παρακολουθούν συστηματικά τις εξελίξεις στους πλειστηριασμούς, αρκετά ακίνητα που στο παρελθόν θεωρούνταν «ευκαιρίες» έχουν πλέον τιμές πολύ πιο κοντά στα επίπεδα της υπόλοιπης αγοράς. Σε συνδυασμό με το ηθικό και το διαδικαστικό σκέλος, οι καθαρές οικονομικές διαφορές σε σχέση με τις συμβατικές αγοραπωλησίες δεν είναι πια τόσο έντονες όσο παλαιότερα. Τέλος, σημειώνει ότι σημαντικός αριθμός ακινήτων δεν φτάνει καν στο στάδιο του πλειστηριασμού, καθώς παραμένει κλειστός και βρίσκεται σε διαδικασία αναζήτησης διακανονισμών μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Άννα Μωκάκου, πιστοποιημένη εκτιμήτρια ακινήτων και επικεφαλής της NEW LIFE REAL ESTATE, παρά το γεγονός ότι δεν δραστηριοποιείται στους πλειστηριασμούς, αλλά υποστηρίζει ιδιοκτήτες ώστε να πουλήσουν εγκαίρως τα ακίνητά τους και να αποφύγουν το σφυρί, σημειώνει πως υπάρχουν σαφείς και διακριτοί λόγοι για τους οποίους πολλοί πλειστηριασμοί είτε δεν προχωρούν είτε δεν συγκεντρώνουν επαρκές αγοραστικό ενδιαφέρον.
Ο πρώτος λόγος είναι ηθικός, καθώς αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές δεν επιθυμούν να αποκτήσουν μια κατοικία γνωρίζοντας ότι κάποιος άλλος τη χάνει, ενώ για άλλους η ίδια η διαδικασία συνοδεύεται από αρνητική φόρτιση. Ο δεύτερος λόγος αφορά κυρίως αγοραστές από το εξωτερικό, οι οποίοι, ακόμη και χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, δυσκολεύονται να προχωρήσουν όταν δεν έχουν τη δυνατότητα εσωτερικής επίσκεψης στο ακίνητο. Η έλλειψη πρόσβασης πριν από την αγορά, σύμφωνα με την κ. Μωκάκου, αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα που «παγώνει» τις αποφάσεις, καθώς οι ενδιαφερόμενοι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς αγοράζουν. Παράλληλα, η αβεβαιότητα για την κατάσταση στην οποία θα παραδοθεί το ακίνητο, με πιθανές φθορές ή ζημιές, αυξάνει περαιτέρω το ρίσκο.
Τρίτος και καθοριστικός παράγοντας είναι το οικονομικό σκέλος, καθώς οι τιμές εκκίνησης με τις οποίες τα funds διαθέτουν τα ακίνητα δεν είναι πλέον ιδιαίτερα ανταγωνιστικές σε σχέση με τις τρέχουσες τιμές της αγοράς. Έτσι, ο υποψήφιος αγοραστής καλείται να δεσμεύσει κεφάλαια για ένα ακίνητο που δεν έχει δει, δεν γνωρίζει την πραγματική του κατάσταση και ενδέχεται να απαιτήσει πρόσθετο κόστος μετά την απόκτησή του.
Πώς εξελίχθηκε η πορεία των πλειστηριασμών
Η εξέλιξη των τελευταίων τριών ετών αποτυπώνει καθαρά τη διακύμανση. Το 2023 καταγράφηκαν 4.783 επιτυχημένοι πλειστηριασμοί κατοικιών, με ποσοστό επιτυχίας 15,1%, σε μια σταθερή αλλά περιορισμένη δραστηριότητα. Το 2024 αποτέλεσε χρονιά αιχμής, με 6.891 επιτυχημένους πλειστηριασμούς και ποσοστό επιτυχίας 19,3%, ένδειξη έντονου επενδυτικού ενδιαφέροντος και υψηλότερης απορρόφησης της προσφοράς. Το 2025 οι επιτυχημένοι πλειστηριασμοί μειώθηκαν σε 5.439, με το ποσοστό επιτυχίας να υποχωρεί στο 15,2%. Παρ’ ότι τα επίπεδα παραμένουν υψηλότερα σε σχέση με το 2023, η κάμψη σε σύγκριση με το 2024 είναι εμφανής και σηματοδοτεί φάση εξομάλυνσης μετά την έντονη άνοδο της προηγούμενης χρονιάς. Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας αγοράς που δεν εισέρχεται σε κάμψη ή στασιμότητα, αλλά μεταβαίνει σε πιο ώριμο στάδιο, όπου οι συμμετέχοντες κινούνται πιο επιλεκτικά και δεν κατακυρώνεται κάθε ακίνητο που βγαίνει στο σφυρί.
Η ρευστότητα συγκεντρώνεται κάτω από τις 100.000 ευρώ
Στον πυρήνα των ευρημάτων της έρευνας της ReDataset βρίσκεται η έντονη συγκέντρωση των επιτυχημένων πλειστηριασμών κάτω από τις 100.000 ευρώ, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 66,9% του συνόλου. Το στοιχείο αυτό δείχνει πού κατευθύνεται η πραγματική ρευστότητα, δηλαδή σε ακίνητα που θεωρούνται πιο «ασφαλή» επενδυτικά, με χαμηλότερο απαιτούμενο κεφάλαιο και μικρότερο ρίσκο απορρόφησης. Η κατηγορία 50.000–100.000 ευρώ παραμένει η ισχυρότερη και το 2025, με 1.989 επιτυχημένους πλειστηριασμούς, αν και υποχωρεί σε σχέση με το 2024, όταν είχε κορυφωθεί στους 2.563. Αντίστοιχα, τα ακίνητα έως 50.000 ευρώ καταγράφουν 1.646 επιτυχείς πλειστηριασμούς, επίσης μειωμένους σε ετήσια βάση. Η πτώση, ωστόσο, δεν σημαίνει κατάρρευση της ζήτησης, αλλά αυστηρότερη επιλογή ακινήτων, καθώς οι συμμετέχοντες δεν «χτυπούν» πλέον μαζικά κάθε διαθέσιμο απόθεμα. Στα ακίνητα 100.000–200.000 ευρώ, οι επιτυχείς πλειστηριασμοί μειώνονται σε 1.322 το 2025 από 1.522 το 2024, ενώ στην κατηγορία άνω των 200.000 ευρώ οι ολοκληρώσεις παραμένουν περιορισμένες και στάσιμες, στις 482.
Τι είδους ακίνητα προτιμούν
Παράλληλα, η αγορά δείχνει σαφή προτίμηση στα μεσαίου μεγέθους ακίνητα, επιβεβαιώνοντας μια δομική και όχι συγκυριακή τάση. Το βασικό εύρημα είναι η έντονη συγκέντρωση επιτυχίας στα ακίνητα επιφάνειας 51–110 τ.μ., που το 2025 αντιπροσωπεύουν συνολικά το 55,6% όλων των επιτυχημένων πλειστηριασμών. Πρόκειται για κατοικίες που ισορροπούν ανάμεσα σε λειτουργικό μέγεθος και προσιτό κόστος, άρα γίνονται ελκυστικές τόσο για ιδιοκατοίκηση όσο και για επενδυτική αξιοποίηση. Η κατηγορία 51–80 τ.μ. παραμένει η ισχυρότερη σε απόλυτους αριθμούς, με 1.699 επιτυχημένους πλειστηριασμούς το 2025, παρά τη μείωση σε σχέση με το 2024, όταν είχε φτάσει τους 2.214. Τα ακίνητα 81–110 τ.μ. καταγράφουν 1.330 επιτυχείς πλειστηριασμούς, επιβεβαιώνοντας ότι τα μεσαία μεγέθη αποτελούν τον βασικό «κορμό» της ζήτησης, ενώ η υποχώρηση σε σχέση με το 2024 δεν υποδηλώνει απώλεια ενδιαφέροντος, αλλά μεγαλύτερη επιλεκτικότητα και προσεκτικότερη αξιολόγηση κάθε ακινήτου. Στα μικρότερα ακίνητα, έως 50 τ.μ., οι επιτυχείς πλειστηριασμοί διαμορφώνονται σε 928 το 2025, μειωμένοι από το 2024, καθώς η επιτυχία τους φαίνεται να επηρεάζεται περισσότερο από παλαιότητα, λειτουργικότητα και τοποθεσία. Στις μεγαλύτερες επιφάνειες, η δυναμική εξασθενεί αισθητά, καθώς τα ακίνητα 111–140 τ.μ. καταγράφουν 564 επιτυχημένους πλειστηριασμούς, ενώ στην κατηγορία άνω των 140 τ.μ. οι ολοκληρώσεις ανέρχονται σε 918, επίπεδα σαφώς χαμηλότερα σε σχέση με τα μεσαία μεγέθη.
Πού καταγράφηκαν οι πιο πετυχημένοι πλειστηριασμοί
Στην Αττική, η διαφάνεια παρουσιάζει ότι η υψηλή αποτελεσματικότητα δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά διαχέεται σε ευρύ φάσμα δήμων. Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η επιτυχία δεν περιορίζεται σε λίγες «θερμές» περιοχές, καθώς πολλοί δήμοι ξεπερνούν το 20% στο ποσοστό επιτυχίας, κάτι που υποδηλώνει γενικευμένο επενδυτικό ενδιαφέρον και ικανοποιητική απορρόφηση της προσφοράς. Στην κορυφή βρίσκεται το Παλαιό Φάληρο, με ποσοστό επιτυχίας 28,2%, το υψηλότερο μεταξύ των δέκα δήμων που εξετάζονται, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ζήτηση των νότιων προαστίων. Ακολουθεί ο Δήμος Αθηναίων με 26,7%, δείχνοντας τη συνεχιζόμενη ελκυστικότητα του κέντρου και των γειτονικών περιοχών, παρά τη μεγάλη προσφορά ακινήτων. Ισχυρές επιδόσεις καταγράφουν επίσης η Πεντέλη με 26,0%, του Ζωγράφου με 25,6%, η Καλλιθέα με 24,5% και τα Σπάτα–Αρτέμιδα με 24,2%, εικόνα που δείχνει ότι τόσο τα βόρεια και ανατολικά προάστια όσο και περιοχές με έντονο αστικό ή μικτό χαρακτήρα διατηρούν υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Στην ίδια ομάδα, με ελαφρώς χαμηλότερες επιδόσεις, αλλά πάνω από το κρίσιμο όριο, εντάσσονται Φιλοθέη–Ψυχικό με 22,0%, ο Βύρωνας με 21,7%, τα Βριλήσσια με 21,1% και το Μαρούσι με 20,9%. Συνολικά, η εικόνα είναι μιας ώριμης και γεωγραφικά διασπαρμένης αγοράς πλειστηριασμών στην Αττική, όπου η επιτυχία δεν συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε περιοχές υψηλού κύρους ή τουριστικού ενδιαφέροντος, αλλά εκτείνεται σε δήμους με διαφορετικά κοινωνικά, πολεοδομικά και επενδυτικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι όλοι οι δήμοι της πρώτης δεκάδας ξεπερνούν το 20% επιβεβαιώνει ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή, έστω και πιο επιλεκτική, και ότι η Αττική εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυρήνα δραστηριότητας των πλειστηριασμών κατοικιών στη χώρα.
Εκτός Αττικής, η διαφάνεια αναδεικνύει ότι οι επιτυχημένοι πλειστηριασμοί κατοικιών συγκεντρώνονται γεωγραφικά σε συγκεκριμένες περιοχές, με ξεκάθαρη υπεροχή της Κεντρικής Μακεδονίας και των νησιών του Αιγαίου, που φιλοξενούν τους περισσότερους δήμους με τις καλύτερες επιδόσεις. Στην κορυφή της κατάταξης για το 2025 βρίσκεται η Σιθωνία, με ποσοστό επιτυχίας 37,8%, το υψηλότερο μεταξύ των δέκα κορυφαίων δήμων της υπόλοιπης Ελλάδας, στοιχείο που παραπέμπει σε έντονη επενδυτική ζήτηση, πιθανότατα συνδεδεμένη με τον τουριστικό χαρακτήρα και τη δυνατότητα άμεσης αξιοποίησης μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης ή μεταπώλησης. Ακολουθούν η Καλαμαριά με 34,6% και η Θήρα με 30,8%, επιβεβαιώνοντας ότι τόσο αστικά προάστια με σταθερή ζήτηση όσο και ώριμοι τουριστικοί προορισμοί εμφανίζουν υψηλή απορροφητικότητα. Στην ίδια ζώνη κινούνται η Τήνος με 29,7% και ο Δήμος Αμπελοκήπων-Μενεμένης με 29,1%, δείχνοντας ότι το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις αμιγώς τουριστικές περιοχές, αλλά εκτείνεται και σε πυκνοκατοικημένες αστικές ενότητες με χαμηλότερα κατώφλια εισόδου.
Στις επόμενες θέσεις συναντώνται η Σύρος–Ερμούπολη με 27,3% και ο Δήμος Θεσσαλονίκης με 27,2%, με τον τελευταίο να ξεχωρίζει λόγω του μεγάλου όγκου πλειστηριασμών, στοιχείο που υποδηλώνει βαθύτερη και πιο ώριμη αγορά, όπου η επιτυχία δεν είναι αποτέλεσμα μεμονωμένων πράξεων αλλά συστηματικής ζήτησης. Τη δεκάδα συμπληρώνουν οι Παύλος Μελάς, Κορδελιό–Εύοσμος και Κασσάνδρα, με ποσοστά από 23,3% έως 26,9%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή παρουσία της Κεντρικής Μακεδονίας στις περιοχές με υψηλές επιδόσεις.