Νέα τροπή λαμβάνει η πολύχρονη και πολυεπίπεδη διαμάχη μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και του επιχειρηματία Παντελή Μαντωνανάκη, καθώς δύο πρόσφατες εξελίξεις φαίνεται να αναδιαμορφώνουν το τοπίο σε μια υπόθεση, που εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια κινείται μεταξύ δικαστικών αιθουσών, διαιτησιών, πολιτικών παρεμβάσεων και διαπραγματεύσεων για εξωδικαστικό συμβιβασμό.
Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση προχώρησε, σχεδόν αθόρυβα, σε μια κρίσιμη θεσμική αλλαγή στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εισάγοντας νέο λόγο αναψηλάφησης αποφάσεων που αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης. Από την άλλη, μια πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, σε παράλληλο δικαστικό μέτωπο με τις πιστώτριες τράπεζες επαναφέρει στο προσκήνιο τις αντιφάσεις της μέχρι σήμερα νομολογίας και δημιουργεί νέα δεδομένα για την οικονομική και νομική θέση του Ομίλου Μαντωνανάκη.
Την ίδια στιγμή, ο τελευταίος γύρος διαμεσολάβησης μεταξύ των δύο πλευρών φαίνεται να έχει ναυαγήσει, με την κυβέρνηση να θεωρεί, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι έχει ήδη κάνει σημαντικές παραχωρήσεις, ενώ ο επιχειρηματίας εμφανίζεται έτοιμος να εξαντλήσει κάθε διαθέσιμο ένδικο μέσο, ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η «σιωπηλή» ρύθμιση και η ανατροπή στις αναψηλαφήσεις
Η πιο πρόσφατη θεσμική εξέλιξη αφορά την προσθήκη νέου λόγου αναψηλάφησης στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέσω του άρθρου 111 του ν. 5264/2025, που ψηφίστηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα, στο πλαίσιο άσχετου νομοσχεδίου για τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ.
Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει στο Ελληνικό Δημόσιο να ζητήσει αναψηλάφηση ακόμη και τελεσίδικων ή αμετάκλητων αποφάσεων, εφόσον μετά την απόρριψη αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης τεθεί ζήτημα πιθανής απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης και το σχετικό θέμα δεν είχε τεθεί εγκαίρως με προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρόκειται για μια σαφή θεσμική τομή, με ευρωπαϊκό νομικό υπόβαθρο, που όμως, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, μεταβάλλει ριζικά τη λειτουργία της αναψηλάφησης, η οποία μέχρι σήμερα αντιμετωπιζόταν ως εξαιρετικό ένδικο μέσο και όχι ως εργαλείο στρατηγικής επαναδιαπραγμάτευσης χαμένων υποθέσεων.
Στην πράξη, η νέα διάταξη μπορεί να οδηγήσει σε πολυετείς καθυστερήσεις ή ακόμη και σε ματαίωση της καταβολής αποζημιώσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που έχουν ήδη επιδικαστεί εις βάρος του Δημοσίου, εφόσον ανοίξει εκ νέου ο φάκελος υπό το πρίσμα του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων.
Αν και η κυβέρνηση αποφεύγει κάθε ευθεία σύνδεση της ρύθμισης με συγκεκριμένες υποθέσεις, πηγές της αγοράς και νομικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι το timing και το περιεχόμενο της διάταξης «κουμπώνουν» απολύτως με τη διαμάχη του Παντελή Μαντωνανάκη με το Δημόσιο και την ΕΤΑΔ για το Grand Resort Lagonissi.
Οι συνολικές αποζημιώσεις που έχουν επιδικαστεί υπέρ του επιχειρηματία, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, προσεγγίζουν πλέον τα 820 εκατ. ευρώ, ενώ η υπόθεση έχει φτάσει μέχρι τον Άρειο Πάγο, με αμετάκλητες αποφάσεις που επιβαρύνουν σημαντικά τη δημόσια περιουσία.
Η νέα ρύθμιση έρχεται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία ο πολυδιαφημισμένος συμβιβασμός μεταξύ Δημοσίου, ΕΤΑΔ και Ομίλου Μαντωνανάκη φαίνεται να έχει παγώσει, αν όχι καταρρεύσει, εντείνοντας το κλίμα αμοιβαίας δυσπιστίας.
Ναυάγιο του συμβιβασμού και αλλαγή στάσης της κυβέρνησης
Υπενθυμίζεται ότι το σχέδιο συμβιβασμού προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την πλήρη εξόφληση τραπεζικών οφειλών του Ομίλου, ύψους περίπου 365 εκατ. ευρώ, την παραίτηση του επιχειρηματία από το μεγαλύτερο μέρος των αξιώσεών του και την παράταση της σύμβασης μίσθωσης του Grand Resort Lagonissi για 99 χρόνια, μαζί με την απόδοση διαφιλονικούμενης έκτασης 85 στρεμμάτων για τουριστική αξιοποίηση.
Ωστόσο, ο τελευταίος γύρος διαμεσολάβησης δεν κατέληξε σε συμφωνία. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το Δημόσιο θεωρεί ότι έχει ήδη φτάσει στα όρια των παραχωρήσεων που μπορεί να κάνει χωρίς να τεθεί ζήτημα πολιτικής και θεσμικής νομιμοποίησης, ενώ από την πλευρά του ο επιχειρηματίας φέρεται να θεωρεί ότι η συμφωνία δεν διασφάλιζε επαρκώς τα δικαιώματά του.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, η κυβέρνηση φαίνεται να περνά από τη φάση της διαπραγμάτευσης σε εκείνη της ανοιχτής νομικής αντιπαράθεσης. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εν λόγω ρύθμιση, αλλά και οι φήμες ότι αυτή ενδέχεται να συνδέεται με την υπόθεση του Grand Resort Lagonissi, έχουν προκαλέσει την αντίδραση του Παντελή Μαντωνανάκη, ο οποίος σχεδιάζει προσεκτικά τις επόμενες κινήσεις του.
Δεύτερη κρίσιμη εξέλιξη: Η απόφαση του Αρείου Πάγου και το μέτωπο με τις τράπεζες
Την ίδια στιγμή, μια ακόμη δικαστική εξέλιξη έρχεται να περιπλέξει περαιτέρω την εικόνα. Πρόκειται για πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου, στον οποίο είχε προσφύγει η «Αττικός Ήλιος», στρεφόμενη κατά απόφασης του Εφετείου Αθηνών που είχε απορρίψει αγωγή της εταιρείας κατά των πιστωτριών τραπεζών.
Η απόφαση του Εφετείου Αθηνών ερχόταν σε αντίθεση με προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, το οποίο είχε δεχθεί αιτήσεις ανακοπής της «Αττικός Ήλιος» με τη μορφή ασφαλιστικών μέτρων, κρίνοντας ότι οι τράπεζες είχαν κινηθεί καταχρηστικά στην προσπάθειά τους να προχωρήσουν σε πλειστηριασμούς περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου Μαντωνανάκη. Ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, δεν έλυσε οριστικά το ζήτημα της ουσίας, ωστόσο η απόφασή του αναδεικνύει τη νομολογιακή ασυνέπεια που επικρατεί στα κατώτερα δικαστήρια και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων δικαστικών γύρων.
Οι πιστώτριες τράπεζες, κατά πληροφορίες, αναμένουν πλέον την οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, το οποίο είχε προσωρινά παγώσει τους πλειστηριασμούς, προκειμένου να αποφασίσουν αν θα κινηθούν εκ νέου εναντίον του επιχειρηματία με αναγκαστικά μέτρα.
Μια διαμάχη δύο δεκαετιών χωρίς ορατό τέλος
Η υπόθεση του Grand Resort Lagonissi ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με αφετηρία την αδυναμία παράδοσης διαφιλονικούμενων εκτάσεων που προβλέπονταν στη σύμβαση μίσθωσης. Εξελίχθηκε σε διαιτησίες, πολυετείς δικαστικές μάχες, πολιτικές παρεμβάσεις και, τα τελευταία χρόνια, σε μια από τις μεγαλύτερες δυνητικές δημοσιονομικές απειλές για το ελληνικό Δημόσιο.
Παρά τις αμετάκλητες αποφάσεις, τις προβλέψεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στους ισολογισμούς της ΕΤΑΔ και τις κατά καιρούς προσπάθειες συμβιβασμού, η σύγκρουση παραμένει ανοιχτή.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι και αυτή η νέα φάση της αντιπαράθεσης προστίθεται σε μια διαμάχη που γράφει ήδη δύο δεκαετίες, με πρωταγωνιστή έναν επιχειρηματία που έχει επιδείξει αξιοσημείωτη αντοχή και επιμονή στον χρόνο, χωρίς προς το παρόν να μπορεί κανείς να προβλέψει με ασφάλεια πού και πότε θα μπει η τελική τελεία.