Με διψήφια αύξηση κρατήσεων, ενίσχυση τιμών και έντονες αιχμές ζήτησης από μεγάλα γεγονότα, η ελληνική αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης εισέρχεται στο 2026 σε φάση δυναμικής αλλά και ωρίμανσης. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ανάπτυξη δεν περιορίζεται σε έναν μόνο τύπο προορισμού, αλλά διαχέεται τόσο στα αστικά κέντρα, όσο και στους νησιωτικούς προορισμούς, με διαφοροποιήσεις που έχουν σαφές επενδυτικό ενδιαφέρον.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο Short Stay Conference Athens 2026, οι κρατήσεις στις πόλεις κινούνται με ετήσια αύξηση της τάξης του 11%, ενώ στα νησιά η άνοδος διαμορφώνεται στο 7%. Παράλληλα, η μέση ημερήσια τιμή (ADR) αυξάνεται κατά περίπου 7% στα αστικά κέντρα και φτάνει έως και το 10% στους νησιωτικούς προορισμούς, γεγονός που δείχνει ότι η αγορά δεν αναπτύσσεται μόνο σε όγκο αλλά και σε αξία.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια αγορά που έχει περάσει το στάδιο της εκρηκτικής, ανεξέλεγκτης ανάπτυξης και κινείται πλέον με πιο δομημένους ρυθμούς. Οι πόλεις εμφανίζουν μεγαλύτερη επιτάχυνση στη ζήτηση, ενισχυμένες από την εμπειριακή οικονομία, τα επαγγελματικά ταξίδια και τη διεύρυνση των city breaks. Τα νησιά, από την πλευρά τους, διατηρούν ισχυρή δυναμική, αλλά με μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση της τιμής ανά διανυκτέρευση, στοιχείο που συνδέεται με την ενίσχυση του premium segment.
Ο Μάιος του 2026 κινείται με τιμές που κυμαίνονται από 150 ευρώ έως 250 ευρώ ανά διανυκτέρευση, ο Ιούνιος ανεβαίνει έως και 350 ευρώ, ο Ιούλιος κινείται στα 400 ευρώ και κάποιες μέρες εκτοξεύεται έως και τα 450 ευρώ, ενώ ο Αύγουστος σταθεροποιείται κοντά στα 400 ευρώ.
Ενδεικτική της νέας πραγματικότητας είναι η περίπτωση της Αθήνας, όπου τα μεγάλα μουσικά γεγονότα λειτουργούν ως καταλύτης ζήτησης. Οι συναυλίες, των Metallica και Iron Maiden, τον Μάιο οδηγούν σε ημερήσιες αυξήσεις κρατήσεων που φτάνουν έως και το +94%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Το φαινόμενο αυτό επιβεβαιώνει ότι τα mega events μπορούν να μεταβάλουν δραστικά τις επιδόσεις μιας αγοράς μέσα σε λίγες ημέρες, δημιουργώντας αιχμές ζήτησης που επηρεάζουν άμεσα τις αποδόσεις.
Γενικά, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη παραμένουν οι βασικοί αστικοί πυλώνες της αγοράς, ωστόσο παρατηρείται σταδιακή ενίσχυση νέων περιοχών εντός του μητροπολιτικού ιστού, όπως ο Πειραιάς, το Μαρούσι και η Γλυφάδα. Στον νησιωτικό χάρτη, η Κρήτη και η Κέρκυρα εξακολουθούν να εμφανίζουν ισχυρή δυναμική, ενώ ώριμοι προορισμοί όπως η Μύκονος δείχνουν σημάδια διόρθωσης, με τη μέση ημερήσια τιμή να καταγράφει πτώση της τάξης του 15%. Παράλληλα, νέοι νησιωτικοί προορισμοί, όπως η Χίος, η Λέσβος και η Κάλυμνος, αρχίζουν να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια αγορά
Η διεθνής διάσταση της τάσης ανόδου της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης είναι εξίσου σημαντική. Η Booking.com, επισημαίνει ότι ο τομέας των vacation rentals αποτελεί πλέον τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της εταιρείας. Στο πρώτο τρίμηνο του 2025, το 37% των διανυκτερεύσεων προήλθε από καταλύματα αυτού του τύπου, ποσοστό αυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε ετήσια βάση. Η πλατφόρμα αριθμεί 8,1 εκατομμύρια καταχωρήσεις παγκοσμίως (+9%), ενώ περίπου το 60% των νέων καταλυμάτων μπορεί πλέον να ενεργοποιηθεί μέσα σε μία ημέρα χάρη σε αναβαθμίσεις λογισμικού. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η επαγγελματοποίηση και η τεχνολογική επιτάχυνση του κλάδου ενισχύουν περαιτέρω τον ανταγωνισμό.

Σε ευρύτερη κλίμακα, η ελληνική αγορά συνεχίζει να ενισχύει τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ωστόσο, η εκρηκτική ανάπτυξη της περιόδου 2023-2024 δίνει σταδιακά τη θέση της σε πιο ισορροπημένους ρυθμούς, επηρεασμένους τόσο από το ρυθμιστικό περιβάλλον όσο και από την αύξηση της προσφοράς. Εκτιμήσεις της αγοράς δείχνουν ότι οι καταχωρήσεις έφτασαν σε επίπεδα-ρεκόρ το 2025, ξεπερνώντας τις 247.000 σε ορισμένες περιόδους αιχμής, με περισσότερες από ένα εκατομμύριο διαθέσιμες κλίνες μέσα στη χρονιά. Η υπερπροσφορά αυτή δεν αποτελεί πλέον μελλοντικό κίνδυνο, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη πιέζει τις αποδόσεις, ιδιαίτερα σε ώριμες αγορές.
Η διεύρυνση αυτή δημιουργεί μεν μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά παράλληλα επιβεβαιώνει τη βαθύτερη διείσδυση της βραχυχρόνιας μίσθωσης στο τουριστικό οικοσύστημα της χώρας. Η Ελλάδα πλησιάζει πλέον την έκτη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων αγορών της Ευρώπης, έχοντας ξεπεράσει αγορές όπως η Κροατία, ενώ η ανάπτυξη της περιόδου 2023-2024 αποδείχθηκε ταχύτερη σε σχέση με άλλους μεσογειακούς ανταγωνιστές.
Παρά τη θετική εικόνα, η εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από τη διεθνή ζήτηση παραμένει έντονη, καθώς περίπου το 90% των κρατήσεων προέρχεται από το εξωτερικό. Η αμερικανική αγορά εμφανίζει ισχυρή δυναμική, η γερμανική διατηρεί σταθερό ρυθμό, ενώ η γαλλική παρουσιάζει επιβράδυνση λόγω οικονομικής αβεβαιότητας.
Σημαντική διαφοροποίηση καταγράφεται και ως προς τα χαρακτηριστικά των καταλυμάτων που συγκεντρώνουν τη μεγαλύτερη ζήτηση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι τα ακίνητα μεσαίας και ανώτερης κατηγορίας, καθώς και τα πολυτελή καταλύματα, εμφανίζουν ισχυρότερη δυναμική σε σχέση με τις πιο οικονομικές επιλογές. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ενίσχυση του premium τουρισμού και την αυξανόμενη παρουσία ταξιδιωτών υψηλότερης δαπάνης, ιδιαίτερα από αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι ενδείξεις για το φετινό καλοκαίρι
Οι πρώτες ενδείξεις για το καλοκαίρι του 2026 παραμένουν θετικές, με τη ζήτηση να αυξάνεται κατά 16% για τον Ιούλιο και 11% για τον Αύγουστο σε σύγκριση με πέρυσι, ενώ οι ενδιάμεσοι μήνες εμφανίζουν ηπιότερη άνοδο. Η σταδιακή διεύρυνση της σεζόν ενισχύει το μοντέλο εννεάμηνης τουριστικής περιόδου.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική βραχυχρόνια μίσθωση δεν βρίσκεται πλέον σε φάση «έκρηξης», αλλά σε φάση ωρίμανσης με διψήφια όμως ανάπτυξη. Οι πόλεις αυξάνουν τον όγκο κρατήσεων, τα νησιά ενισχύουν τις τιμές, τα mega events δημιουργούν έντονες αιχμές ζήτησης, ενώ επιταχύνεται η επαγγελματοποίηση. Σε αυτό το περιβάλλον, η απόδοση δεν θα είναι αυτόματη, θα εξαρτηθεί από την ικανότητα διαχείρισης δεδομένων, τιμολόγησης και σωστής τοποθέτησης στην αγορά.
Το 2026, λοιπόν, δεν προμηνύεται ως χρονιά θεαματικής ανατροπής, αλλά ως χρονιά βαθύτερης εδραίωσης. Και αυτό, για όσους γνωρίζουν να διαβάζουν τους αριθμούς, ίσως είναι ακόμη πιο σημαντικό.