Σε εξέλιξη βρίσκεται η αξιοποίηση του διατηρητέου κτιρίου στην Ερμού 76, ενός από τα πλέον χαρακτηριστικά διατηρητέα ακίνητα στον κεντρικότερο εμπορικό δρόμο της χώρας, το οποίο παρέμενε ανενεργό επί σειρά ετών. Όπως ανέφερε ο Αλέξανδρος Μάρης, Deputy CEO της TenTec (ομίλου Ten Brinke), στο CODE FORUM, το έργο βρίσκεται αυτή την περίοδο στη φάση των αρχαιολογικών ανασκαφών, μια διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική και χρονοβόρα.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών έχουν εντοπιστεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, που αντιστοιχούν σε τρεις ή και τέσσερις διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Το γεγονός αυτό επιβάλλει συνεχείς ελέγχους, εγκρίσεις και προσαρμογές στον σχεδιασμό, προσθέτοντας επιπλέον χρόνο και κόστος στην επένδυση. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαδικασίες αποκατάστασης των όψεων, καθώς και ο σχεδιασμός του νέου εσωτερικού του κτιρίου.
Πώς θα λειτουργήσει το κτίριο όταν ολοκληρωθεί
Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία εμπορικών καταστημάτων στο ισόγειο, στον πρώτο όροφο, ενώ στους πάνω ορόφους θα αναπτυχθούν ενοικιαζόμενα διαμερίσματα. Στόχος της επένδυσης δεν είναι απλώς η αποκατάσταση ενός παλιού κελύφους, αλλά η πλήρης επαναφορά του κτιρίου στην καθημερινή ζωή της πόλης, με χρήσεις που ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες της αγοράς και του κέντρου της Αθήνας. Στην πράξη, το κτίριο δεν διατηρείται απλώς ως μνημείο, αλλά επανέρχεται σε κανονική χρήση, ενταγμένο στη σημερινή λειτουργία του κέντρου της Αθήνας.
Η ιστορία του Γιαβάσειου
Το κτίριο, γνωστό ως Γιαβάσειο ή κληροδότημα Γιαβάση, χρονολογείται από τις αρχές του 20ού αιώνα. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920 λειτούργησε ως ξενοδοχείο με καταστήματα στο ισόγειο, ενώ στη συνέχεια φιλοξένησε εμπορικά καταστήματα και γραφεία. Από το 1985 έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο, ενώ η κυριότητά του πέρασε στον Δήμο Αγίας Παρασκευής μέσω δωρεάς του Γεωργίου Ανδρέα Γιαβάση ήδη από τη δεκαετία του ’60, με το τελευταίο τμήμα του ακινήτου να αποκτάται από τον Δήμο το 2007.
Ο σεισμός του 1999 και μια σειρά γεγονότων που ακολούθησαν την περίοδο 2002–2013, με αποκορύφωμα την πυρκαγιά του 2013, οδήγησαν το κτίριο σε εκτεταμένες ζημιές και τελικά σε πλήρη ερείπωση. Στην πράξη, διατηρήθηκαν μόνο οι δύο όψεις του, οι οποίες υποστηρίχθηκαν προσωρινά για λόγους ασφαλείας.
Οι διαδικασίες για την αξιοποίησή του ξεκίνησαν από τον Δήμο Αγίας Παρασκευής το 2016 και ολοκληρώθηκαν το 2019 με τον διαγωνισμό για τη μακροχρόνια εκμίσθωσή του. Το ακίνητο, συνολικής επιφάνειας άνω των 1.100 τ.μ. σε οικόπεδο 380 τ.μ., εκμισθώθηκε στην εταιρεία MILORA, με υποχρέωση πλήρους ανακατασκευής του.
Τι σημαίνει στην πράξη η «επανάχρηση» ενός διατηρητέου
Στην περίπτωση της Ερμού 76, η επανάχρηση σημαίνει ότι οι ιστορικές όψεις του κτιρίου διατηρούνται και αποκαθίστανται στην ακριβή μορφή που είχαν αρχικά, με βάση παλαιότερες αποτυπώσεις και ιστορικό φωτογραφικό υλικό. Όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία – γύψινα, διακοσμητικά, κουφώματα και λεπτομέρειες – ανακατασκευάζονται πιστά, αλλά με σύγχρονα υλικά και σύμφωνα με τις σημερινές τεχνικές προδιαγραφές. Το εσωτερικό, αντίθετα, κατασκευάζεται εξ ολοκλήρου εκ νέου, με νέο και ανεξάρτητο φέροντα οργανισμό, ώστε το κτίριο να είναι ασφαλές, λειτουργικό και συμβατό με τους σύγχρονους κανονισμούς. Με αυτόν τον τρόπο, διασώζεται η ιστορική ταυτότητα του ακινήτου, χωρίς να θυσιάζεται η λειτουργικότητα.
Πού υστερεί η Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες
Όπως επισήμανε ο κ. Μάρης, σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Γερμανία, τέτοιου είδους έργα υποστηρίζονται από σταθερές και προβλέψιμες διαδικασίες αδειοδότησης, με σαφή χρονοδιαγράμματα. Ο επενδυτής γνωρίζει εξαρχής πόσο θα διαρκέσει κάθε στάδιο και ποιοι φορείς εμπλέκονται.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι μεγάλες καθυστερήσεις στις εγκρίσεις, η πολυνομία και οι συχνά αντικρουόμενες αρμοδιότητες μεταξύ υπηρεσιών μετατρέπουν τον χρόνο στο μεγαλύτερο ρίσκο της επένδυσης. Ιδίως σε διατηρητέα κτίρια και σε περιοχές ιστορικής σημασίας, κάθε νέο εύρημα ή γνωμοδότηση μπορεί να επαναφέρει τη διαδικασία στην αρχή. Την ίδια στιγμή, απουσιάζουν σαφή φορολογικά ή χρηματοδοτικά κίνητρα για την αξιοποίηση διατηρητέων ακινήτων, ενώ δεν υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ επενδυτών, τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνίας. Όλα αυτά καθιστούν τέτοια έργα πιο αργά, πιο ακριβά και λιγότερο ελκυστικά.
Παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό απόθεμα ιστορικών κτιρίων, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Σε συνδυασμό με τη μεγάλη ζήτηση για εμπορικά σημεία υψηλής προβολής, όπως η οδός Ερμού, η αξιοποίησή τους μπορεί να αποτελέσει σημαντικό μοχλό αναζωογόνησης της πόλης. Η περίπτωση της Ερμού 76 δείχνει ότι το ενδιαφέρον υπάρχει. Το ζητούμενο είναι ένα πιο σταθερό, γρήγορο και ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο, ώστε τέτοια κτίρια να επιστρέψουν ουσιαστικά στη ζωή της πόλης και να πάψουν να αποτελούν «χαμένες ευκαιρίες» στο κέντρο της Αθήνας.