Η αγορά φιλοξενίας στη χώρα εισέρχεται σε μια νέα φάση ισχυρής επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι επενδύσεις σε ξενοδοχεία στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 14,5 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια. Νέα resorts, εκτεταμένες ανακαινίσεις υφιστάμενων μονάδων και σημαντικές εξαγορές σε βασικούς τουριστικούς προορισμούς, από την Αθηναϊκή Ριβιέρα μέχρι την Κρήτη και τα νησιά, αναδιαμορφώνουν σταδιακά τον ξενοδοχειακό χάρτη της χώρας και ενισχύουν τη στροφή προς μεγαλύτερες και υψηλότερης κατηγορίας μονάδες.
Τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι διεθνείς σύμβουλοι ακινήτων Savills και Cushman & Wakefield αποτυπώνουν ένα επενδυτικό pipeline πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, με τα κεφάλαια να κατευθύνονται τόσο σε νέες ξενοδοχειακές αναπτύξεις όσο και στην εκτεταμένη αναβάθμιση του υφιστάμενου ξενοδοχειακού αποθέματος.
Η κινητικότητα αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη στρατηγική μετασχηματισμού του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, με σαφή μετατόπιση προς μεγαλύτερες, σύγχρονες και υψηλότερης κατηγορίας μονάδες.
14,5 δισ. ευρώ σε νέα projects και ανακαινίσεις
Με βάση την έρευνα της Savills, περίπου το 60% των επενδύσεων αφορά νέες ξενοδοχειακές αναπτύξεις, ενώ το 40% κατευθύνεται σε ανακαινίσεις, επεκτάσεις και repositioning υφιστάμενων μονάδων.
Η τάση αυτή αντανακλά τη στρατηγική των επενδυτών να τοποθετούνται κυρίως σε μονάδες τεσσάρων και πέντε αστέρων, οι οποίες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις διακυμάνσεις της αγοράς και υψηλότερες αποδόσεις.
Τα τελευταία δέκα χρόνια η Ελλάδα έχει γνωρίσει μια σημαντική αναβάθμιση του ξενοδοχειακού της δυναμικού. Στο διάστημα αυτό άνοιξαν σχεδόν 450 νέα ξενοδοχεία πέντε αστέρων, δημιουργήθηκαν περισσότερες από 600 μονάδες τεσσάρων αστέρων, ενώ προστέθηκαν συνολικά περίπου 79.500 νέα δωμάτια στο εθνικό ξενοδοχειακό απόθεμα.
Την ίδια στιγμή, καταγράφεται σταδιακή συρρίκνωση των χαμηλότερων κατηγοριών καταλυμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Savills, περίπου 41.000 δωμάτια σε ξενοδοχεία ενός και δύο αστέρων έχουν αποσυρθεί από την αγορά την τελευταία δεκαετία, καθώς πολλές μικρότερες μονάδες έκλεισαν ή μετατράπηκαν σε άλλες χρήσεις.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μετατόπιση της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς από μικρότερες οικογενειακές επιχειρήσεις προς μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα τουριστικά συγκροτήματα.
Η Αττική στο επίκεντρο των επενδύσεων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι περίπου το 40% των επενδυτικών κεφαλαίων που προγραμματίζονται στον κλάδο της φιλοξενίας αναμένεται να κατευθυνθεί στην Αττική, γεγονός που υποδηλώνει τη δυναμική της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας ως ανερχόμενου αστικού και πολυτελούς τουριστικού προορισμού.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα αναδεικνύεται σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους κόμβους επενδύσεων στον μεσογειακό τουρισμό υψηλών προδιαγραφών, προσελκύοντας μεγάλα διεθνή κεφάλαια αλλά και Έλληνες επενδυτές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξαγορά του συγκροτήματος Astir Palace Vouliagmeni από τον εφοπλιστή Γιώργο Προκοπίου, μια συναλλαγή που αποτιμάται περίπου στα 700 εκατ. ευρώ. Με τις συνολικές επενδύσεις του να προσεγγίζουν πλέον το 1 δισ. ευρώ, η κίνηση αυτή θεωρείται η μεγαλύτερη πρόσφατη συμφωνία στον ελληνικό ξενοδοχειακό κλάδο και ενισχύει περαιτέρω τη στρατηγική σημασία της περιοχής.
Επενδύσεις σε ξενοδοχεία στην Ελλάδα
Παράλληλα με τις εξαγορές, μια σειρά από νέα μεγάλα projects βρίσκεται σε εξέλιξη ή στο στάδιο του σχεδιασμού σε ολόκληρη τη χώρα.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν:
- το VORIA, ένα μεγάλο συγκρότημα καζίνο, ξενοδοχείου και ψυχαγωγίας ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ στο Μαρούσι,
- το επενδυτικό πρόγραμμα περίπου 800 εκατ. ευρώ της Dimand, το οποίο περιλαμβάνει έργα σε Γούρνες Ηρακλείου και Αττική,
- το ολοκληρωμένο τουριστικό project Sitia Bay Resort στην Κρήτη, επένδυση άνω των 300 εκατ. ευρώ που προωθούν οι Iktinos Hellas και CBE Capital.
- η επένδυση περίπου 100 εκατ. ευρώ της PHAEA για την ανακατασκευή και αναβάθμιση μονάδας στην Ελούντα,
- το Diaporos Green Retreat στη Σιθωνία Χαλκιδικής, επένδυση 41,7 εκατ. ευρώ,
- η αξιοποίηση της παραθαλάσσιας έκτασης 160 στρεμμ. στην Αγία Τριάδα κοντά στη Θεσσαλονίκη, που ανέλαβε έπειτα από διαγωνισμό η οικογένεια Δημήτρη Μελισσανίδη,
- το Hilton Chania Old Town Resort & Spa, που αναμένεται να ανοίξει το 2026 με 85 δωμάτια.
Έντονη κινητικότητα στις αγοραπωλησίες
Η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα αντικατοπτρίζεται και στην αγορά συναλλαγών. Σύμφωνα με τη Savills, το 2025 πραγματοποιήθηκαν συμφωνίες άνω των 1,5 δισ. ευρώ στον ελληνικό ξενοδοχειακό κλάδο, με περισσότερα από 5.000 δωμάτια να αλλάζουν ιδιοκτησία.
Σε βάθος δεκαετίας, έχουν καταγραφεί περισσότερες από 170 συναλλαγές που σχετίζονται με τον ξενοδοχειακό τομέα στην Ελλάδα. Σε αυτές περιλαμβάνονται εν λειτουργία ξενοδοχεία και resorts, εγκαταλελειμμένες μονάδες που επανατοποθετούνται στην αγορά, παλαιά κτίρια που μετατρέπονται σε ξενοδοχεία, ακίνητα που προήλθαν από χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Σημαντικό χαρακτηριστικό των συναλλαγών είναι και η ενίσχυση της παρουσίας διεθνών ξενοδοχειακών brands στην ελληνική αγορά. Μεταξύ των ομίλων που επεκτείνουν το αποτύπωμά τους συγκαταλέγονται οι Hilton και Marriott International, οι οποίοι λειτουργούν πλέον πολλαπλές μονάδες σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της χώρας.
Ισχυρές οικονομικές επιδόσεις για τα ξενοδοχεία
Το νέο επενδυτικό κύμα συνοδεύεται και από βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις στον κλάδο. Ο ετήσιος κύκλος εργασιών των ελληνικών ξενοδοχείων ακολουθεί ανοδική πορεία μετά την πανδημία, αντανακλώντας τόσο την ισχυρή ζήτηση για ταξίδια όσο και την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος.
Το 2024 ο συνολικός κύκλος εργασιών των ξενοδοχείων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε περίπου στα 9 δισ. ευρώ.
Κινητήρια δύναμη αυτής της ανάπτυξης αποτελούν τα ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων, τα οποία μέσα στην τελευταία πενταετία σχεδόν διπλασίασαν τα έσοδά τους σε σχέση με το 2019.
Αντίθετα, οι χαμηλότερες κατηγορίες καταλυμάτων εμφανίζουν σαφώς πιο συγκρατημένη πορεία. Τα ξενοδοχεία ενός έως τριών αστέρων κατέγραψαν συνολικό κύκλο εργασιών περίπου 2,5 δισ. ευρώ το 2024, επίπεδο που παραμένει κοντά στα προ πανδημίας δεδομένα.
Προς ένα νέο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης
Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος βρίσκεται σε μια διαδικασία σταδιακής μετάβασης προς ένα πιο ποιοτικό και κεφαλαιουχικά εντατικό μοντέλο ανάπτυξης.
Οι μεγάλες επενδύσεις, η είσοδος διεθνών brands, η αναβάθμιση των υποδομών και η αυξανόμενη παρουσία θεσμικών επενδυτών διαμορφώνουν έναν νέο ξενοδοχειακό χάρτη για τη χώρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της στον παγκόσμιο τουρισμό πολυτελείας, προσελκύοντας ταξιδιώτες υψηλότερου εισοδήματος και επεκτείνοντας τη διάρκεια και την αξία της τουριστικής περιόδου.