Η αγορά κατοικίας με προϋπολογισμό έως 100.000 ευρώ στενεύει αισθητά στην Αθήνα, παρά το γεγονός ότι στις αγγελίες εξακολουθούν να εμφανίζονται αρκετές χιλιάδες ακίνητα σε αυτό το εύρος τιμής. Στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, όπου συγκεντρώνεται και ο μεγαλύτερος αριθμός οικονομικότερων κατοικιών στην Αττική, μόλις περίπου δύο στα δέκα ακίνητα που διατίθενται προς πώληση βρίσκονται κάτω από το συγκεκριμένο όριο. Σύμφωνα με τη νέα έρευνα της ReDataset, όταν ο υποψήφιος αγοραστής εντοπίσει κατοικία με τιμή έως 100.000 ευρώ, συνήθως θα πρέπει να συμβιβαστεί είτε με λιγότερα τετραγωνικά είτε με μεγαλύτερη ηλικία του κτιρίου. Τα στοιχεία από τις αγγελίες του 2026 δείχνουν ότι πανελλαδικά έξι στις δέκα κατοικίες αυτής της κατηγορίας είναι μικρότερες από 60 τ.μ., ενώ σχεδόν δύο στις τρεις έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική στο κέντρο της Αθήνας. Από τα ακίνητα που παραμένουν κάτω από το όριο των 100.000 ευρώ, σχεδόν τα μισά έχουν ήδη πλησιάσει πολύ κοντά σε αυτό, καθώς το 45% προσφέρεται μεταξύ 80.000 και 100.000 ευρώ. Άλλο 34% κινείται μεταξύ 60.000 και 80.000 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι περίπου οκτώ στα δέκα από τα οικονομικότερα ακίνητα του κέντρου κοστίζουν τουλάχιστον 60.000 ευρώ. Οι πολύ χαμηλές τιμές είναι πλέον σαφώς πιο περιορισμένες. Μόλις 5% των κατοικιών του Κεντρικού Τομέα που πωλούνται κάτω από 100.000 ευρώ έχει ζητούμενη τιμή χαμηλότερη από 40.000 ευρώ, ενώ το 17% βρίσκεται μεταξύ 40.000 και 60.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, ακόμη και μέσα στο κομμάτι της αγοράς που θεωρείται οικονομικότερο, οι περισσότερες επιλογές έχουν μετακινηθεί προς το ανώτερο άκρο της κλίμακας.
Αθήνα και Θεσσαλονίκη κρατούν τα πρωτεία σε αριθμό αγγελιών
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών εξακολουθεί να διαθέτει πολύ μεγάλο αριθμό κατοικιών κάτω από 100.000 ευρώ. Συγκεκριμένα καταγράφονται 3.213 ακίνητα, επίδοση που τον φέρνει στη δεύτερη θέση πανελλαδικά, ελάχιστα πίσω από τη Θεσσαλονίκη, όπου εντοπίζονται 3.305. Η διαφορά από τις υπόλοιπες περιοχές είναι μεγάλη. Στην Αχαΐα καταγράφονται 1.325 κατοικίες, στον Πειραιά 911, στον Νότιο Τομέα Αθηνών 501 και στον Δυτικό Τομέα 496.

Μάλιστα, στο κέντρο της Αθήνας εντοπίζονται περισσότερα ακίνητα κάτω από 100.000 ευρώ από όσα στον Πειραιά, στον Νότιο και στον Δυτικό Τομέα μαζί. Αυτό όμως έχει να κάνει σε σημαντικό βαθμό με το μέγεθος της αγοράς και δεν σημαίνει ότι το κέντρο είναι φθηνότερο. Άλλο είναι ο απόλυτος αριθμός των διαθέσιμων ακινήτων και άλλο το ποσοστό που αυτά αντιπροσωπεύουν στο σύνολο της τοπικής προσφοράς. Αυτή ακριβώς η διάκριση εξηγεί γιατί η εικόνα αλλάζει θεαματικά όταν η Αθήνα συγκρίνεται με μικρότερες αγορές της περιφέρειας.
Στην Κοζάνη 7 στα 10 κοστίζουν κάτω από 100.000 ευρώ
Το χάσμα μεταξύ Αθήνας και περιφέρειας αποτυπώνεται έντονα στην Κοζάνη, όπου το 71,9% των κατοικιών που εξετάστηκαν έχει ζητούμενη τιμή χαμηλότερη από 100.000 ευρώ. Ακολουθούν η Ημαθία με 69,6% και οι Σέρρες με 67,4%, ενώ υψηλά ποσοστά καταγράφονται επίσης στην Ηλεία με 61,9%, στη Φθιώτιδα με 56,4% και στην Αιτωλοακαρνανία με 47,1%. Η σύγκριση αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι πανελλαδικά μόλις το 16,9% των κατοικιών που περιλαμβάνονται στην ανάλυση βρίσκεται κάτω από το όριο των 100.000 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι διαφορές ως προς το τι αγοράζει κανείς με αυτά τα χρήματα. Πανελλαδικά, η διάμεση επιφάνεια μιας κατοικίας κάτω από 100.000 ευρώ είναι 52 τ.μ.. Στην Κοζάνη φτάνει τα 90 τ.μ., στις Σέρρες τα 81 τ.μ. και στην Ημαθία τα 80 τ.μ. Ακολουθούν η Ηλεία με 78 τ.μ., η Χίος με 76 τ.μ. και η Ροδόπη με 75 τ.μ.

Μικρά και παλιά τα περισσότερα φθηνότερα σπίτια
Η ηλικία και τα τετραγωνικά αποκαλύπτουν ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το προφίλ της οικονομικότερης προσφοράς. Η μεγαλύτερη κατηγορία είναι οι κατοικίες από 40 έως 60 τ.μ., οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 32% του συνόλου. Ακολουθούν τα ακόμη μικρότερα σπίτια, από 15 έως 40 τ.μ., με ποσοστό 28%. Συνεπώς, έξι στα δέκα ακίνητα που διατίθενται κάτω από 100.000 ευρώ δεν ξεπερνούν τα 60 τετραγωνικά. Τα μεγαλύτερα σπίτια γίνονται σταδιακά δυσεύρετα. Το 20% έχει επιφάνεια από 60 έως 80 τ.μ. και το 12% από 80 έως 100 τ.μ., ενώ μόλις 8% ξεπερνά τα 100 τ.μ.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει από την ηλικία των κτιρίων. Η δεκαετία του 1970 κυριαρχεί, καθώς σε αυτήν ανήκει το 36% των κατοικιών κάτω από 100.000 ευρώ. Ακόμη 21% έχει κατασκευαστεί τη δεκαετία του 1960 και 7% πριν από το 1960. Συνολικά, δηλαδή, το 64% έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980. Αντίθετα, η παρουσία νεότερων κατοικιών είναι πολύ μικρή. Το 16% προέρχεται από τη δεκαετία του 1980, το 6% από τη δεκαετία του 1990 και το 10% από την περίοδο 2000-2009. Μόλις 4 στα 100 ακίνητα κάτω από 100.000 ευρώ έχουν κατασκευαστεί από το 2010 και μετά.
Η ηλικία βέβαια από μόνη της δεν αποκαλύπτει την πραγματική κατάσταση μιας κατοικίας, καθώς στα στοιχεία δεν αποτυπώνεται εάν ένα παλαιότερο διαμέρισμα έχει στο μεταξύ ανακαινιστεί. Ένα ακόμη στοιχείο δείχνει πόσο έχει περιοριστεί η πραγματικά χαμηλού κόστους προσφορά στις μεγάλες πόλεις. Στις έξι αστικές περιοχές που εξετάζονται, η πολυπληθέστερη κατηγορία δεν βρίσκεται στα 40.000 ή στα 60.000 ευρώ, αλλά μεταξύ 80.000 και 100.000 ευρώ. Στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών το ποσοστό είναι 45%, στον Πειραιά 49%, στον Νότιο Τομέα Αθηνών και στη Θεσσαλονίκη 51%, στον Δυτικό Τομέα 53% και στον Βόρειο Τομέα Αθηνών φθάνει το 56%.

Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στο χαμηλότερο άκρο της αγοράς. Οι κατοικίες κάτω από 40.000 ευρώ αποτελούν μόλις 2% της συγκεκριμένης προσφοράς στον Νότιο Τομέα και 3% σε Πειραιά και Δυτικό Τομέα. Στη Θεσσαλονίκη το ποσοστό είναι 4%, ενώ σε Κεντρικό και Βόρειο Τομέα Αθηνών 5%. Έτσι, πίσω από τις χιλιάδες αγγελίες κατοικιών «έως 100.000 ευρώ» κρύβεται μια αρκετά πιο σύνθετη πραγματικότητα. Στην Αθήνα υπάρχουν ακόμη επιλογές για έναν αγοραστή με αυτό το διαθέσιμο κεφάλαιο, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους αφορά παλαιότερο και μικρότερο οικιστικό απόθεμα, ενώ οι τιμές συγκεντρώνονται ολοένα περισσότερο κοντά στο ανώτατο όριο.Και αυτή είναι ίσως η ουσία των στοιχείων: τα 100.000 ευρώ δεν έχουν την ίδια αξία στην αγορά κατοικίας σε όλη τη χώρα. Στην Κοζάνη μπορεί να αντιστοιχούν σε ένα σπίτι με διάμεση επιφάνεια 90 τ.μ. και να καλύπτουν μεγάλο μέρος της τοπικής προσφοράς. Στο κέντρο της Αθήνας, αντίθετα, η αναζήτηση περιορίζεται σε περίπου δύο στα δέκα προσφερόμενα ακίνητα, με σημαντικό μέρος αυτών να βρίσκεται ήδη μια ανάσα από τις 100.000 ευρώ.Τα στοιχεία αφορούν μοναδικές αγγελίες κατοικιών προς πώληση που καταγράφηκαν το 2026, για ακίνητα 15 έως 150 τ.μ. και έτους κατασκευής 1940-2026, ενώ περιλαμβάνονται διαμερίσματα, μεζονέτες και μονοκατοικίες και εξαιρούνται οι πλειστηριασμοί. Πρόκειται για ζητούμενες τιμές και όχι για τιμές τελικών συναλλαγών.
