«Ο οινοποιός βάζει την ψυχή του στο κρασί που κάνει. Δεν κάνω κρασιά για αυτό που θέλει ο καταναλωτής, κάνω τα κρασιά που θέλω να δώσω στον καταναλωτή». Τα παραπάνω ήταν μερικά από τα λίγα που είπε ο Γιάννης Μπουτάρης, στο «Βlood and Wine», στο ντοκυμαντέρ που γύρισε ο Ολλανδός κινηματογραφιστής, Niklaas van Poortvliet, δυό χρονιές στη σειρά, το 2022 και το 2023, πηγαίνοντας στα οινοποιεία της Κυρ-Γιάννη στη Νάουσα, της οικογένειας Σκούρα στην Αργολίδα και της οικογένειας Μανουσάκη στον Βατόλακκο Χανίων.
Και σε αυτές τις επισκέψεις, τις περιηγήσεις και τις καταγραφές, η κεντρική έννοια και λέξη ήταν μία «οικογένεια». Γιατί, όπως είπε και ο Νiklaas, «Wine Runs in the Family» σε αυτές τις τρεις οινοποιίες, το κρασί είναι οικογενειακή υπόθεση, γιατί όπως αποδεικνύεται, το κρασί ρέει στο αίμα τους και δένει τη μια γενιά με την επόμενη και το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον.
Το «Blood and Wine», αφιερωμένο στον πατέρα, «For Dad», πολύ ταιριαστά προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα βράδυ που ψιλόβρεχε στο παλιό οινοποιείο και σπίτι των Μπουτάρηδων, στο διατηρητέο της οδού Χατζημαλούση 17, στη Νάουσα, που σήμερα φιλοξενεί την πρώτη Βιβλιοθήκη Οίνου στη χώρα μας, τη ΒΙΒΟΝ.

Η ΒΙΒΟΝ © Βlood and Wine/ Niklaas van Poortvliet
Εκεί, μέσα από τις αφηγήσεις των Γιάννη και Στέλιου Μπουτάρη, του Δημήτρη Σκούρα και της Αλεξάνδρας αλλά και του Θεόδωρου Μανουσάκη ξετυλίχτηκαν οι ιστορίες των τριών οινοποιίων, με τον Γιάννη Μπουτάρη να εμφανίζεται για τελευταία φορά στον φακό, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του.
Το κρασί για τους Μπουτάρηδες, πλέον μέσα από την Κυρ-Γιάννης, είναι μια βαριά κληρονομιά, 5 γενεών, που τώρα συνεχίζει ο Στέλιος Μπουτάρης, επικεφαλής της Κτήμα Κυρ-Γιάννη και πρόεδρος του ΣΕΟ, με τον αδελφό του, Μιχάλη, να έχει αναλάβει τη δημιουργία της ΒΙΒΟΝ και την επαναδραστηριοποίηση του Ιδρύματος Μπουτάρη.

Γιάννης και Στέλιος Μπουτάρης © Βlood and Wine/ Niklaas van Poortvliet

Ο Μιχάλης Μπουτάρης στη ΒΙΒΟΝ © Βlood and Wine/ Niklaas van Poortvliet
Πέντε γενιές… κρασάδες
Πέντε γενιές στο κρασί, στη Νάουσα απ’ όπου όλα ξεκίνησαν, αλλά και στο Αμύνταιο, μετά και στη Σαντορίνη, με τον Στέλιο Μπουτάρη να δηλώνει ότι ακόμη προσπαθεί να κατακτήσει το Ξινόμαυρο. Και αν το «πιο μαγικό είναι να βλέπεις τα σταφύλια να μεγαλώνουν, ο τρύγος είναι η καλύτερη εποχή του χρόνου, η πιο παραγωγική, για νέες ιδέες, ακόμη και για το πώς θέλεις να ζήσεις τη ζωή».
Το αμπέλι και το κρασί ήταν αυτά που μίλησαν και στην ψυχή του Δημήτρη Σκούρα, οινολόγου και οινοποιού δεύτερης γενιάς, που -όπως λέει- επέλεξε ελεύθερα να συνεχίσει στο Κτήμα, προσπαθώντας μέσα από τα πολλά, μικρά διαφορετικά αμπελοτόπια και τα ποικίλα terroir, να αναδείξει τον πολύπλευρο χαρακτήρα του Αηγιωργίτικου, της ποικιλίας που κυριαρχεί στην περιοχή της Νεμέας.

Δημήτρης Σκούρας © Βlood and Wine/ Niklaas van Poortvliet
Η ανάδειξη του ελληνικού κρασιού
«Κύριος στόχος μας δεν είναι η μεγάλη παραγωγή και η αύξηση των πωλήσεων, αλλά η ανάδειξη του ελληνικού κρασιού. Πιστεύουμε ότι με το κρασί γινόμαστε πρεσβευτές της χώρας μας» αναφέρει.
Ο Δημήτρης Σκούρας δεν έφυγε από την Ελλάδα, παρά μόνο για σπουδές, αλλά η Αλεξάνδρα Μανουσάκη, η τρίτη και νεότερη κόρη του Θόδωρου Μανουσάκη, αν και γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αμερική, διάλεξε να επιστρέψει στα Χανιά, για το οικογενειακό οινοποιείο στο Βατόλακκο, παντρεύοντας την αγάπη για το κρασί, με την αγάπη για την τέχνη.

Αλεξάνδρα Μανουσάκη © Βlood and Wine/ Niklaas van Poortvliet
Nostos Wines
Όλα έχουν να κάνουν με τον τόπο, με το δέσιμο με τη γη, με τις καταβολές της οικογένειας, άλλωστε -όπως είπε- και ο Θόδωρος Μανουσάκης, που στα 11 του χρόνια είχε φύγει από την Κρήτη για την Αμερική, εκεί που σπούδασε και έστησε τις επιχειρήσεις του, η Κρήτη δεν τον άφηνε, έτσι γύριζε ξανά και ξανά, στο χωριό του, στον Βατόλακκο. Προς το 1993, στους λόφους της περιοχής, φύτεψε τον πρώτο του αμπελώνα με διεθνείς ποικιλίες για να φτάσει σήμερα η Οινοποιία Μανουσάκη-Nostos Wines να έχει έναν ιδιόκτητο αμπελώνα, που απλώνεται σε 130 στρέμματα γης.
Σταδιακά, ο αμπελώνας μεγάλωνε και με τις νέες φυτεύσεις προστέθηκαν ελληνικές ποικιλίες, με τα Nostos να ξεχωρίζουν είτε με μονοποικιλιακά κρασιά ή με blends. Kαι όπως τόνισε η Αλεξάνδρα Μανουσάκη, ο στόχος ήταν τα κρασιά του Κτήματος να γίνουν φάροι για το ελληνικό κρασί στο εξωτερικό.
Σημειώνεται ότι το ντοκιμαντέρ ξεκίνησε από ένα τυχαίο γεγονός, από το κρασί που είχε δοκιμάσει ο Niklaas van Poortvliet σε ένα μπαρ στην Αθήνα και από την προσωπική του περιέργεια να γνωρίσει το ελληνικό κρασί και της αυτόχθονες ποικιλίες, το Ξινόμαυρο και το Ασύρτικο. Αυτή η περιέργεια τον οδήγησε στους ανθρώπους και τους αμπελώνες που επισκέφθηκε.
Με τα λόγια του Niklaas
«Η Ελλάδα χάρισε στον κόσμο το κρασί, όμως τα δικά της κρασιά εξακολουθούν να ζουν -τουλάχιστον για μερικούς ανθρώπους- στη σκιά από παλαιότερες φήμες. Είναι αστείο όταν ρωτάς τους Βρετανούς για το ελληνικό κρασί. Συχνά θυμούνται μια άσχημη εμπειρία σε φτηνές διακοπές, πίνοντας ρετσίνα» δηλώνει.
Και προσθέτει: «Αλλά η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Νομίζω ότι με ελκύουν αυτές οι αντικρουόμενες αντιλήψεις. Αυτό που βρήκα στην Ελλάδα ήταν οικογένειες που συνεχίζουν να καλλιεργούν αμπέλια, παιδιά που επιστρέφουν στο σπίτι και μια ήσυχη μάχη για την επανάκτηση της ταυτότητας. Και η τελική δήλωση “Για τον μπαμπά” δεν ήταν εκ προθέσεως, αλλά συνειδητοποίησα ότι ίσως όλο αυτό το εγχείρημα ήταν ένας τρόπος σύνδεσης με τον ίδιο μου τον πατέρα, που συχνά μιλούσε για την κληρονομιά και το τι αφήνει κανείς πίσω του, όταν φύγει. Η Ελλάδα καταφέρνει να διατηρεί τις οικογενειακές αξίες, οι οποίες πιστεύω ότι έχουν χαθεί σε μεγάλο βαθμό στον δυτικό κόσμο».
Tα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ έγιναν το 2022 και 2023. Παραγωγός και σκηνοθέτης είναι ο Niklaas van Poortvliet και camera operator, o Zach Gerard. Με το «Βlood and Wine», ο Niklaaw van Poortvliet συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Χάγης, το 2024.