Στο 8,3% διαμορφώθηκε η ανεργία στην Ελλάδα κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφοντας μείωση 12,1% σε ετήσια βάση. Παρά την οριακή τριμηνιαία κάμψη της απασχόλησης, η οποία αποδίδεται κυρίως στην ολοκλήρωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η αγορά εργασίας παρουσιάζει σταθεροποιητικές τάσεις, με τον αριθμό των απασχολουμένων να ξεπερνά τα 4,35 εκατομμύρια άτομα. Δυτική και την Κεντρική Μακεδονία καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, ενώ το Ιόνιο τις καλύτερες επιδόσεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ
- Ο αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 4.352.366 άτομα παρουσιάζοντας μείωση κατά 1,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και αύξηση κατά 1,7%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.
- Ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 394.894 άτομα, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μείωση κατά 12,1%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Το ποσοστό ανεργίας το Δ΄ τρίμηνο 2025 ανήλθε σε 8,3% (Πίνακας 1). Το ποσοστό ανεργίας κατά το προηγούμενο τρίμηνο (Γ’ 2025) ήταν 8,2% και κατά το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους (Δ’ 2024) ήταν 9,5%.
- Τα άτομα που δεν περιλαμβάνονται στο εργατικό δυναμικό, ή «άτομα εκτός του εργατικού δυναμικού», δηλαδή τα άτομα που δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία, ανήλθαν σε 4.250.648. Ειδικότερα, τα άτομα εκτός του εργατικού δυναμικού κάτω των 75 ετών, ανήλθαν σε 3.002.142. Ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 1,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μειώθηκε κατά 1,6% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.
Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται στις γυναίκες, στα άτομα ηλικίας 15-19 ετών, στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας και στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως λίγες τάξεις δημοτικού. Το μεγαλύτερο ποσοστό εργατικού δυναμικού παρατηρείται στους άνδρες, στα άτομα ηλικίας 30-44 ετών, στην Περιφέρεια Αττικής, στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση και στα άτομα ξένης ιθαγένειας.
Κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2025, το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων εργάζονται ως μισθωτοί (72,5%), ενώ σημαντικό είναι και το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό (17,4%).
Το ποσοστό μερικής απασχόλησης ανέρχεται σε 5,3%, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 6,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μείωση κατά 3,6% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Το ποσοστό των ατόμων που έχουν προσωρινή εργασία ανέρχεται σε 8,9%, καταγράφοντας μείωση κατά 16,6% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και αύξηση κατά 16,7% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.
Τα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων είναι οι απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (22,6%) και οι επαγγελματίες (22,1%). Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στους τεχνικούς και ασκούντες συναφή επαγγέλματα (4,8%), ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη και στους απασχολούμενους στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (-5,0%). Σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στους τεχνικούς και ασκούντες συναφή επαγγέλματα (18,2%), ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στους ειδικευμένους γεωργούς, κτηνοτρόφους, δασοκόμους και αλιείς (-18,5%).
Από την άποψη της εξέλιξης της κατανομής του πλήθους των απασχολουμένων σε ευρείες ομάδες επαγγελμάτων, παρατηρείται ότι, από το A΄ τρίμηνο του 2014, αυξάνεται το ποσοστό των απασχολουμένων σε μη χειρωνακτικά επαγγέλματα χαμηλής εξειδίκευσης – τάση που αντιστρέφεται σε κάποιο βαθμό από το 2021, ενώ εμφανίζει άνοδο ξανά από το 2023. Το ποσοστό των απασχολουμένων σε χειρωνακτικά επαγγέλματα με εξειδίκευση παρουσιάζει πτώση μέχρι το 2020 και αύξηση στις αρχές του 2021 και έκτοτε σταθεροποίηση στα επίπεδα του 2014. Το ποσοστό στα μη χειρωνακτικά επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης ακολουθεί αυξητική πορεία μετά το 2015, με αυξομειώσεις, ενώ το ποσοστό των απασχολουμένων σε στοιχειώδη επαγγέλματα είναι σχετικά σταθερό με αυξητική τάση τα τελευταία τρίμηνα. Το ποσοστό των απασχολούμενων στην γεωργία, δασοκομία, κτηνοτροφία και αλιεία εμφανίζει πτωτική πορεία από το 2014, η οποία εντείνεται από το 2024 και μετά.
Από την εξέλιξη του ποσοστού των απασχολουμένων σε ευρείς τομείς οικονομικής δραστηριότητας κατά την περίοδο Α΄ τρίμηνο 2014 – Δ΄ τρίμηνο 2025, το ποσοστό όσων εργάζονται στον τομέα που περιλαμβάνει το εμπόριο, τις μεταφορές, τις επικοινωνίες, τα ξενοδοχεία και την εστίαση εμφανίζει μεγάλες διακυμάνσεις, με αυξητική τάση από το 2014 μέχρι και το 2020 και σχετική σταθεροποίηση από το 2021 και μετά. Μείωση παρατηρείται στον κλάδο της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας, που γίνεται εντονότερη από το 2024 και μετά, ενώ από το 2022, παρατηρείται αύξηση στο ποσοστό όσων εργάζονται στους τομείς 6 των κατασκευών. Μετά το 2020 παρατηρείται άνοδος στον τομέα της βιομηχανίας-ενέργειας και αύξηση στον τομέα των χρηματοπιστωτικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με μεγαλύτερη ένταση από το 2024 και μετά.
Το 57,1% των απασχολουμένων δηλώνει ότι εργάστηκε 40 – 47 ώρες την εβδομάδα αναφοράς, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό (17,5%) δηλώνει ότι εργάστηκε 48 ή περισσότερες ώρες. Η πλειονότητα των απασχολουμένων (83,5%) δηλώνει ότι εργάστηκε τις συνήθεις ώρες κατά την εβδομάδα αναφοράς. Το 6,0% των απασχολουμένων δηλώνει ότι θα επιθυμούσε να εργάζεται περισσότερες ώρες, το 1,9% είναι υποαπασχολούμενοι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι θα ήθελαν να εργάζονται περισσότερο και θα μπορούσαν να αρχίσουν να εργάζονται περισσότερο μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες και το 1,2% έχει παραπάνω από μία εργασία.
Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι ο βασικός λόγος που σταμάτησαν οι άνεργοι να εργάζονται είναι γιατί η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (33,8%). Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν (νέοι άνεργοι) είναι 18,6%. Τo ποσοστό των ανέργων που αναζητούν εργασία ένα έτος ή περισσότερο (μακροχρόνια άνεργοι) ανέρχεται σε 58,0%. H πλειονότητα των ανέργων έχει ολοκληρώσει μέχρι δευτεροβάθμια εκπαίδευση (58,0%). Το ποσοστό των ανέργων που δηλώνουν ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ) ανέρχεται σε 20,4%, ενώ το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα από τη ΔΥΠΑ ανέρχεται σε 15,1%. Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται στις Περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας και Κεντρικής Μακεδονίας ενώ το χαμηλότερο στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων.
Η πλειονότητα των ατόμων εκτός του εργατικού δυναμικού, ηλικίας 15-74 ετών, είτε δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν (46,7%) ή έχουν περάσει περισσότερα από 8 έτη από τότε που σταμάτησαν την τελευταία τους εργασία (26,8%). Από τα άτομα που εργάστηκαν μέσα στα τελευταία 8 έτη, το μεγαλύτερο ποσοστό σταμάτησε να εργάζεται επειδή συνταξιοδοτήθηκε (59,1%) ή επειδή η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (19,6%). Το 92,7% των ατόμων εκτός του εργατικού δυναμικού δηλώνουν ότι δεν θέλουν να εργαστούν. Το 1,0% δηλώνει ότι αναζητά εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι να την αναλάβουν ενώ το 3,2% δηλώνει ότι είναι διαθέσιμοι για να αναλάβουν εργασία άμεσα αλλά δεν αναζητούν.
