Ένα απίστευτο «κουβάρι» που αρχίζει να μοιάζει πλέον με γόρδιο δεσμό έχουν καταστεί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ελευθέρων επαγγελματιών, των αυταπασχολούμενων και των αγροτών προς τον ΕΦΚΑ.
Δεν είναι μόνο ο όγκος των οφειλών των μη μισθωτών, ο οποίος συνεχώς αυξάνεται -ιδίως λόγω των πρόσθετων τελών με τα οποία επιβαρύνονται παλιότερες κύριες οφειλές- αλλά και το «μίγμα» αυτών των χρεών που προβληματίζει αρμόδια στελέχη του Υπουργείου Εργασίας και του ΕΦΚΑ.
Το «μίγμα» αυτό ήλθε ξανά στην επιφάνεια των ενδοκυβερνητικών συζητήσεων επ’ αφορμή της εξαγγελίας της νέας έκτακτης ρύθμισης των 120 δόσεων για χρέη (και) προς τον ΕΦΚΑ τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2024 και μπορούν να διακανονιστούν έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Βασικό χαρακτηριστικό του μίγματος των χρεών των επαγγελματιών και των αγροτών είναι τα πολλά… υλικά, δηλαδή το γεγονός ότι υπάρχουν οφειλές, οι οποίες έχουν διαφορετική προέλευση, διαφορετική τρέχουσα πορεία και πολύ πιθανόν, διαφορετική μελλοντική κατάληξη.
Καταρχάς, ας δούμε το ύψος των οφειλών των μη μισθωτών προς τον ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την έκθεση του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) για το β΄τρίμηνο του 2026, το σύνολο των ληξιπροθέσμων χρεών τους προς τα ταμεία ανέρχεται στα 24,334 δισ. ευρώ επί συνόλου 52,4 δις ευρώ.
1. Οφειλές προ και μετά του 2017
Ωστόσο, το ΚΕΑΟ δεν μετρά μαζί όλες τις οφειλές των μη μισθωτών προς τα ταμεία. Διαφορετικά μετρά τις οφειλές προς τον ΕΦΚΑ, ο οποίος ιδρύθηκε κατά την 1η Ιανουαρίου 2027 και διαφορετικά μετρά τις οφειλές προς τα τέως ταμεία των ελευθέρων επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), των αγροτών (ΟΓΑ) και των επιστημόνων (ΕΤΑΑ) τα οποία λειτουργούσαν έως και την 31η Δεκεμβρίου 2016.
Έτσι, οι οφειλέτες μη μισθωτοί (συνολικά, δηλαδή όλοι οι επαγγελματίες, οι αγρότες και οι επιστήμονες) του ΕΦΚΑ ανέρχονται σε 758.653 και χρωστάνε 7,484 δις ευρώ.
Πρόκειται για εκείνους τους μη μισθωτούς που «γέννησαν» οφειλές μετά την 1η Ιανουαρίου 2017.
Όσον αφορά τους επαγγελματίες, ασφαλισμένους του τέως ΟΑΕΕ (έμποροι, βιοτέχνες, αυτοκινητιστές, κλπ.), ανέρχονται σε 427.768 και χρωστάνε 13,944 δις ευρώ. Πρόκειται για τους ελεύθερους επαγγελματίες με χρέη προς τον ΟΑΕΕ πριν την 1η Ιανουαρίου 2017.
Οι οφειλέτες του τέως ΟΓΑ (αγρότες, κτηνοτρόφοι) ανέρχονται σε 243.522 και χρωστάνε 1,733 δις ευρώ. Τα χρέη αυτά αφορούν την προ της 1ης Ιανουαρίου περίοδο. Τέλος, οι οφειλέτες του τέως ΕΤΑΑ (μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί) ανέρχονται σε 38.587 και χρωστούν 1,083 δις.
Συνεπώς υπάρχουν οφειλέτες που χρωστάνε τόσο πριν, όσο και μετά το 2017, οι οποίοι εξακολουθούν στο τέλος του 2026, δηλαδή 10 ολόκληρα χρόνια μετά την ενοποίηση των ταμείων υπό τη στέγη του ΕΦΚΑ να έχουν ξεχωριστό μητρώο για τις οφειλές προ του 2017 και ξεχωριστό για τις οφειλές μετά το 2017.
2. Οφειλές υπολογισμένες με τρία διαφορετικά συστήματα
Η διάκριση προ και μετά του 2017 δεν αφορά μόνο την… ούγια των χρεών, δηλαδή τον φορέα στον οποίο χρωστάνε (πχ στον καταργημένο ΟΑΕΕ ή στον ΕΦΚΑ), αλλά και στο σύστημα με βάση το οποίο αυτά τα χρέη έχουν υπολογιστεί.
Υπενθυμίζεται πως έως και την 31η Δεκεμβρίου 2026, οι ασφαλιστικές εισφορές των μη μισθωτών υπολογιζόντανε με βάση «κλάσεις» στις οποίες μετέβαιναν υποχρεωτικά οι ασφαλισμένοι ανάλογα με τα χρόνια ασφαλίσεως τους.
Το σύστημα αυτό καταργήθηκε την 1η Ιανουαρίου 2017 και αντικαταστάθηκε (βάσει νόμου Κατρούγκαλου) από τον υπολογισμό των εισφορών των επαγγελματιών και των αγροτών βάσει του φορολογητέου εισοδήματος τους.
Εν συνεχεία, την 1η Ιανουαρίου 2020, καταργήθηκε (από το νόμο Βρούτση, επί κυβέρνησης ΝΔ) το σύστημα Κατρούγκαλου και αντικαταστάθηκε από ένα νέο σύστημα ασφαλιστικών κλάσεων (ή ακριβέστερα, ασφαλιστικών κατηγοριών) τις οποίες επιλέγει ο κάθε ασφαλισμένος.
Άρα, οι οφειλές προ του 2017, είναι υπολογισμένες με βάση το σύστημα των υποχρεωτικών ασφαλιστικών κλάσεων, ενώ οι οφειλές μετά το 2017 είναι υπολογισμένες ως εξής: Για το διάστημα 2017 – 2020 με βάση το σύστημα Κατρούγκαλου (ως ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος) και για το διάστημα 2020 έως σήμερα, με βάση το σύστημα Βρούτση (δηλαδή με εθελοντική κατάταξη σε ασφαλιστικές κατηγορίες).
3. Οφειλές επανϋπολογισθείσες, μη επανϋπολογισθείσες και ξανά …επανϋπολογισθείσες
Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί πως το 2019 (επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας κ. Έφης Αχτσιόγλου) έγινε μία πρωτοφανής διαδικασία… επιλεκτικού επανϋπολογισμού των χρεών των επαγγελματιών και των αγροτών προ του 2017.
Για όσους εντάχθηκαν στην τότε ρύθμιση των 120 δόσεων, δόθηκε η δυνατότητα επανϋπολογισμού των χρεών τους για την περίοδο προ του 2017.
Έτσι όσοι εντάχθηκαν στην εν λόγω ρύθμιση, αιτήθηκαν (εφόσον επιθυμούσαν) τον επανϋπολογισμό των χρεών αυτών με βάση τις ελάχιστες εισφορές που όριζε ο νόμος Κατρούγκαλου, κάτι που οδήγησε σε σημαντική μείωση αυτών (μαζί και των μελλοντικών συντάξιμων αποδοχών τους), ενώ παράλληλα, προβλεπόταν ως μπόνους ένα μαζικό κούρεμα προσαυξήσεων.
Συνεπώς για όσους εντάχθηκαν στις 120 δόσεις το 2019 έγινε μία ριζική αλλαγή της «φύσης» των χρεών τους για την περίοδο προ του 2017, καθώς το χρέος τους που ήταν υπολογισμένο με βάση τις παλιές ασφαλιστικές κλάσεις «μεταλλαχθηκε» σε χρέος υπολογισμένο με βάση τις ελάχιστες εισφορές του νόμου Κατρούγκαλου.
Έτσι γεννήθηκαν δύο κατηγορίες οφειλετών για την περίοδο πριν το 2017:
- Στην πρώτη ανήκαν εκείνοι οι οποίοι δεν εντάχθηκαν στη ρύθμιση των 120 δόσεων και έτσι κράτησαν το παλιό χρέος τους για την προ του 2017 περίοδο, υπολογισμένο με το σύστημα των κλάσεων.
- Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν εκείνοι που εντάχθηκαν στις 120 δόσεις και είδαν το παλιό χρέος τους να «μεταφράζεται» εφεξής στη «γλώσσα» του νόμου Κατρούγκαλου.
Ωστόσο, ο νόμος Κατρούγκαλου είχε μία πάρα πολύ αυστηρή ρήτρα: Όποιος επαγγελματίας ή αγρότης, χάσει τις 120 δόσεις, θα έβλεπε το χρέος του να επιστρέφει στο επίπεδο που ήταν πριν επανϋπολογισθεί (αφαιρουμένου, βεβαίως, του ποσού που εξόφλησε έως τη στιγμή της απώλειας της ρύθμισης).
Καθώς, δεκάδες χιλιάδες επαγγελματίες και αγρότες έχασαν τις 120 δόσεις, είδαν τα πάλαι ποτέ επανϋπολογισμένα και κουρεμένα χρέη τους να επιστρέφουν στα προ του επανϋπολογισμού και του κουρέματος επίπεδο!
4. Οφειλές παραγεγραμμένες και μη παραγεγραμμένες
Προκειμένου, να απεγκλωβίσει δεκάδες χιλιάδες οφειλέτες μη μισθωτούς κοντά στη σύνταξη, έφερε μεταξύ άλλων το μέτρο της παραγραφής μη βεβαιωμένων οφειλών με παράλληλη διαγραφή ασφαλιστικού βίου.
Με νόμο του 2022, προβλέφθηκε πως από 12/5/2016 έως 31/12/2025 η αξίωση του e-ΕΦΚΑ για την είσπραξη των οφειλών σας από ασφαλιστικές εισφορές υποχρεωτικής ασφάλισης τις οποίες δεν έχουν καταβάλλει οι υπόχρεοι, καθώς και τα αναλογούντα πάσης φύσεως πρόσθετα τέλη, τόκοι, προσαυξήσεις, πρόστιμα και επιβαρύνσεις καθώς και λοιπά ποσά που συνεισπράττονται με αυτές, παραγράφεται μετά την παρέλευση 10ετίας.
Μετά την 1η Ιανουαρίου του 2026, η αξίωση του e-ΕΦΚΑ για την είσπραξη των οφειλών των μη μισθωτών από ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία που θα παρασχεθεί, παραγράφεται μετά την παρέλευση 5ετίας.
Έτσι, όποιος οφειλέτης επαγγελματίας ή αγρότης δεν έχει λάβει ενημέρωση περί βεβαίωσης σχετικών ληξιπροθέσμων οφειλών κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, μπορεί να υποβάλλει αίτηση παραγραφής τους.
Η παραγραφή των χρεών αυτών ισοδυναμεί με «ισοδύναμη» διαγραφή του διαστήματος κατά το οποίο ήταν ο οφειλέτης ασφαλισμένος και έτσι αντίστοιχη μείωση των μελλοντικών συντάξιμων αποδοχών του.
Με αυτόν τον τρόπο, γεννήθηκε άλλη μία διάκριση μεταξύ των οφειλετών: Από τη μια μεριά εκείνοι που απέκτησαν δικαίωμα παραγραφής και από την άλλη εκείνοι που δεν πρόλαβαν (ή μελλοντικά δεν θα προλάβουν καθώς ο ΕΦΚΑ προχωρά σε μία διαδικασία αυτόματης ηλεκτρονικής βεβαίωσης ληξιπροθέσμων οφειλών έως τέλος του έτους) να παραγράψουν παλιά τους χρέη.
5. Οφειλές ρυθμισμένες και μη ρυθμισμένες
Τέλος, υπάρχει μία ακόμα διάκριση μεταξύ των ρυθμισμένων και των μη ρυθμισμένων χρεών.
Προφανώς ρυθμισμένες είναι έχουν ενταχθεί σε κάποιο διακανονισμό, δηλαδή κατά βάση μέσω των 120 δόσεων, της πάγιας ρύθμισης των 24 δόσεων, των 60 δόσεων (για τους συνταξιούχους) ή του εξωδικαστικού συμβιβασμού των 240 δόσεων.
Δύο είναι τα βασικά ζητήματα που «πονάνε» όσους ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες εντάσσονται σε ρύθμιση:
- Το πρώτο είναι τα πρόσθετα τέλη. Με εξαίρεση τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, οι άλλες ρυθμίσεις (πάγια 24 δόσεων, νέα των 120 δόσεων) δεν προβλέπει κανένα κούρεμα πρόσθετων τελών.
Έτσι, όσοι δεν μπορούν να ενταχθούν στον εξωδικαστικό συμβιβασμό καθώς δεν έχουν υποστεί μείωση εισοδήματος 20% και έχουν οφειλές κάτω από 5.000 ευρώ, θα πρέπει να επιβαρυνθούν με ένα μεγάλο όγκο προσαυξήσεων, οι οποίες κατά μέσο όρο ανέρχονται στο 50% της συνολικής οφειλής τους. Αυτό αποτελεί μέγα αντικίνητρο ρύθμισης.
- Το δεύτερο είναι πως μέσα σε όλες τις ρυθμίσεις εντάσσονται και οι οφειλές προς τον ΕΟΠΥΥ, αν και όρος κάθε ρύθμισης αποτελεί η πληρωμή των τρεχουσών εισφορών όχι μόνο προς τον ΕΦΚΑ αλλά και τον ΕΟΠΥΥ.
Αυτό σημαίνει πως όσοι επαγγελματίες εντάσσονται σε ρύθμιση, πληρώνουν παλιότερες εισφορές υγείας για περίοδο κατά την οποία δεν είχαν ασφαλιστική ικανότητα, καθώς δεν πλήρωναν καθόλου εισφορές.
Μετά την πανδημία, η κυβέρνηση έδωσε για 2 χρόνια τη δυνατότητα εξόφλησης μόνο των εισφορών υγείας (και όχι των εισφορών σύνταξης, αν και αυτές καταλογίζονταν κανονικά), προκειμένου να δώσει ασφαλιστική ικανότητα σε πολλές χιλιάδες οφειλέτες. Ωστόσο, το μέτρο αυτό δεν έλαβε παράταση προκειμένου να μην αποτελέσει αντι – κίνητρο πληρωμής των εισφορών σύνταξης.
