Συρρίκνωση κατέγραψε η οικονομία του Καναδά για πρώτη φορά σε σχεδόν δύο χρόνια, καθώς ο εμπορικός πόλεμος με τις Ηνωμένες Πολιτείες πλήττει τις εξαγωγές και την επιχειρηματική επένδυση.
Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) του Καναδά μειώθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,6% στο δεύτερο τρίμηνο, όπως ανακοίνωσε την Παρασκευή η Στατιστική Υπηρεσία του Καναδά από την Οτάβα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση από την πανδημία Covid-19.
Η μείωση αυτή ήταν περίπου σύμφωνη με τις προβλέψεις της Τράπεζας του Καναδά, αλλά χειρότερη από την εκτίμηση σε δημοσκόπηση του Bloomberg, όπου οικονομολόγοι προέβλεπαν πτώση 0,7%.
Μετά την ανακοίνωση, το καναδικό δολάριο υποχώρησε σε χαμηλό συνεδρίασης έναντι του δολαρίου ΗΠΑ, φτάνοντας στα 1,3761 CAD, ενώ οι αποδόσεις των καναδικών κρατικών ομολόγων κινήθηκαν ανοδικά, με την απόδοση δύο ετών να πέφτει στο 2,66%.
Οι traders σε overnight swaps αύξησαν τα στοιχήματά τους για πιθανή μείωση επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας στις 17 Σεπτεμβρίου, με τις πιθανότητες να πλησιάζουν το 50% από περίπου 40% πριν από την ανακοίνωση. Οι αρμόδιοι της Τράπεζας του Καναδά έχουν δηλώσει ότι είναι έτοιμοι για περαιτέρω χαλάρωση, εάν η οικονομία συνεχίσει να επιβραδύνεται και οι πληθωριστικές πιέσεις παραμείνουν υπό έλεγχο. Πριν από την απόφαση, αναμένονται σημαντικά οικονομικά στοιχεία, όπως οι εκθέσεις για απασχόληση και πληθωρισμό.
Οι εξαγωγές μειώθηκαν 27% σε ετήσια βάση, καθώς οι δασμοί των ΗΠΑ στα καναδικά προϊόντα κατέστρεψαν τις αποστολές της χώρας στο εξωτερικό, ανατρέποντας ακόμη και την προσωρινή ώθηση του πρώτου τριμήνου, που είχε προκληθεί από επιχειρήσεις που προσπαθούσαν να προλάβουν την επιβολή δασμών από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 5,1%.
Η επιχειρηματικές επενδύσεις συρρικνώθηκαν 10,1% μετά από αύξηση μόλις 1,1% στο πρώτο τρίμηνο, αναδεικνύοντας την αυξανόμενη απαισιοδοξία των καναδικών εταιρειών, που καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συχνές και αβέβαιες αλλαγές στη φορολογική και εμπορική πολιτική των ΗΠΑ.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη σοβαρή ζημία που προκάλεσε ο εμπορικός πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε νωρίτερα το 2025, όταν ο Τραμπ απείλησε και στη συνέχεια επέβαλε δασμούς σε πολλές καναδικές εισαγωγές, μεταξύ των οποίων χάλυβας, αλουμίνιο, αυτοκίνητα και άλλα προϊόντα. Οι ΗΠΑ αποτελούν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Καναδά.
Το δεύτερο τρίμηνο αναιρεί την ανάπτυξη 2% του πρώτου τριμήνου. Ταυτόχρονα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η ζημία από τους δασμούς δεν διαχέεται άμεσα στην ευρύτερη οικονομία.
Σε μηνιαία βάση, προκαταρκτικά στοιχεία ανά βιομηχανία δείχνουν ότι η καναδική οικονομία αυξήθηκε 0,1% τον Ιούλιο, μετά από απροσδόκητη συρρίκνωση 0,1% τον Ιούνιο. Υπάρχουν επίσης σημάδια ανθεκτικότητας στη συνολική εγχώρια ζήτηση, η οποία αυξήθηκε 3,5% στο δεύτερο τρίμηνο, κυρίως λόγω αύξησης 4,5% στην κατανάλωση των νοικοκυριών — μια επιτάχυνση παρά την επιβράδυνση της δημογραφικής ανάπτυξης.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα των νοικοκυριών αναμένεται να δοκιμαστεί τους επόμενους μήνες. Το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε μόλις 1,3% μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου, η πιο αδύναμη ανάπτυξη σε πάνω από δύο χρόνια, πιθανώς αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη χαλαρότητα στην αγορά εργασίας της χώρας.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι οι καναδικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να αυξάνουν τα αποθέματά τους, παρά τη χαμηλή ζήτηση εξαγωγών προς τις ΗΠΑ — η επένδυση σε αποθέματα αυξήθηκε περίπου 19 δισ. CAD ($13,8 δισ.) στο δεύτερο τρίμηνο, το υψηλότερο επίπεδο από το 2022, όταν οι εταιρείες της χώρας συγκέντρωναν αγαθά λόγω προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Σύμφωνα με τον Benjamin Reitzes, στρατηγικό αναλυτή επιτοκίων και μακροοικονομίας στην Bank of Montreal, η οικονομία εξελίσσεται σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας του Καναδά στο δελτίο νομισματικής πολιτικής του Ιουλίου.
«Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επέλεξαν τότε να μείνουν αδρανείς, οπότε αυτή η έκθεση πιθανότατα δεν τους ωθεί πιο κοντά σε μείωση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, καθώς ακόμη αναμένονται τα στοιχεία για την αγορά εργασίας και τον πληθωρισμό», ανέφερε σε έκθεση προς τους επενδυτές.
Ο Κάρνεϊ ιδρύει Γραφείο Μεγάλων Έργων στον Καναδά
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, όρισε την Ντον Φάρελ, πρώην διευθύνουσα σύμβουλο της Trans Mountain Corp., ως επικεφαλής του νεοσύστατου Γραφείου Μεγάλων Έργων – ενός μηχανισμού που φιλοδοξεί να επιταχύνει την έγκριση κρίσιμων υποδομών και να μειώσει τον χρόνο έναρξης κατασκευών σε λιγότερο από δύο χρόνια.
Η Φάρελ, η οποία διαχειρίστηκε την πολυσυζητημένη επέκταση του αγωγού Trans Mountain την περίοδο 2022–2024 και σήμερα προεδρεύει του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, διαθέτει μακρά εμπειρία στην ενέργεια και τις υποδομές. Παλαιότερα είχε ηγηθεί της TransAlta Corp., ενώ κατείχε ανώτερη θέση στη δημόσια επιχείρηση BC Hydro.
Το νέο γραφείο, με έδρα το Κάλγκαρι, θα επικεντρωθεί στην επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης και στον συντονισμό της χρηματοδότησης μεγάλων έργων, σύμφωνα με την ανακοίνωση του πρωθυπουργικού γραφείου. Τον Σεπτέμβριο αναμένεται να συσταθεί και Συμβουλευτικό Όργανο Ιθαγενών, ώστε να ενσωματωθούν οι απόψεις των τοπικών κοινοτήτων.
Η κυβέρνηση πέρασε νωρίτερα φέτος νομοθεσία που της δίνει τη δυνατότητα να χαρακτηρίζει ορισμένα έργα ως «εθνικής σημασίας», εξασφαλίζοντάς τους προτεραιότητα και συντόμευση των εγκρίσεων. Αν και δεν έχουν ακόμη ανακοινωθεί συγκεκριμένα έργα, ο Κάρνεϊ έχει προαναγγείλει ότι οι επεκτάσεις λιμένων θα βρίσκονται στην πρώτη φάση, με τις σχετικές αποφάσεις να αναμένονται μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες.
Η πρωτοβουλία αυτή συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική του Καναδά να απαντήσει στον αυξανόμενο προστατευτισμό των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Με δεδομένη την υψηλή εξάρτηση της καναδικής οικονομίας από τις εξαγωγές προς τον νότο, το Οτάβα επιδιώκει να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια της χώρας, να διαφοροποιήσει τις εμπορικές της σχέσεις και να επενδύσει σε υποδομές που στηρίζουν νέες αγορές.