Η στρατηγική Τραμπ για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας

Ενώ οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές δείχνουν απροθυμία, ο Τραμπ κάλεσε δύο μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες για το πετρελαίο της Βενεζουέλας

Εξόρυξη πετρελαίου στη Βενεζουέλα © EPA/HENRY CHIRINOS

Τις τελευταίες ημέρες το ενδιαφέρον της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς στρέφεται με πρωτοφανή ένταση στη Βενεζουέλα, καθώς η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, επιχειρεί μια ριζική επαναπροσέγγιση του ενεργειακού τοπίου στη Νότια Αμερική με επίκεντρο τα τεράστια αποθέματα αργού πετρελαίου της χώρας.

Οι εξελίξεις που αποτυπώνονται σηματοδοτούν μια στρατηγική στροφή — τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά — με πιθανές επιπτώσεις που ξεπερνούν τα όρια των ΗΠΑ και της Βενεζουέλας.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει καλέσει τους διευθύνοντες συμβούλους των δύο από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εταιρείες εμπορίας πρώτων υλών, Vitol και Trafigura, για συνομιλίες στον Λευκό Οίκο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εμπορευτεί και να διαθέσει στη διεθνή αγορά το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.

Άνοιγμα της αγοράς σε νέους παίκτες

Αυτή η πρόσκληση για συνομιλίες, που περιλαμβάνει επίσης κορυφαία στελέχη αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών, σηματοδοτεί την πρόθεση της Ουάσιγκτον να ανοίξει την αγορά σε ιδιωτικούς και διεθνείς παίκτες προκειμένου να ενισχυθεί η εμπορία του πετρελαίου από τη χώρα της Λατινικής Αμερικής.

Το υπόβαθρο αυτής της πρωτοβουλίας είναι η προσπάθεια των ΗΠΑ να αποκτήσουν μακροχρόνιο έλεγχο των πωλήσεων και των εσόδων του πετρελαίου της Βενεζουέλας, μετά από μια περίοδο οικονομικής απομόνωσης που περιλάμβανε κυρώσεις και περιορισμούς.

Σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων της κυβέρνησης Τραμπ, η Ουάσιγκτον σκοπεύει να συνεχίσει να διαθέτει βενεζολάνικο αργό στην αγορά για χρόνια, με στόχο να χρησιμοποιήσει αυτά τα έσοδα για τη σταθεροποίηση της βενεζολάνικης οικονομίας και την αναζωογόνηση του ενεργειακού τομέα με τη βοήθεια αμερικανικών εταιρειών.

Μέρος της στρατηγικής αυτής περιλαμβάνει και μια συμφωνία που ανακοίνωσε το τελευταίο διάστημα η Ουάσιγκτον με τον μεταβατικό ηγέτη της Βενεζουέλας για την εξαγωγή 30 έως 50 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου προς τις ΗΠΑ, αξίας περίπου 2 έως 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η κίνηση αυτή αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά τις αμερικανικές ενεργειακές εισροές και να μειώσει την εξάρτηση από άλλες πηγές, ενώ παράλληλα επηρεάζει την παγκόσμια ισορροπία προσφοράς–ζήτησης.

Ωστόσο, η κατάσταση δεν είναι απλή ούτε χωρίς κινδύνους. Η παραγωγή πετρελαίου στη Βενεζουέλα έχει υποστεί σοβαρή συρρίκνωση τα τελευταία χρόνια, από περίπου 3,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στα μέσα της δεκαετίας του 1990 σε περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια σήμερα, λόγω χρόνιας υποεπένδυσης, διαφθοράς και κυρώσεων.

Απαιτούνται τεράστιες νέες επενδύσεις

Αυτό σημαίνει ότι οι μεγάλες επενδύσεις που απαιτούνται για την ανασυγκρότηση των υποδομών θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή να αποθαρρύνουν τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που ζητούν σοβαρές εγγυήσεις πριν δεσμευτούν σε τέτοια έργα.

Παράλληλα, η στρατηγική της Ουάσιγκτον περιλαμβάνει την ενίσχυση της παρουσίας της αμερικανικής ενεργειακής βιομηχανίας στη Βενεζουέλα και την ενδεχόμενη επέκταση των αδειών λειτουργίας για εταιρείες όπως η Chevron, που είναι σήμερα η κύρια αμερικανική εταιρεία στον βενεζολάνικο ενεργειακό τομέα.

Αυτή η πολιτική, αν και προσηλωμένη σε θέματα ενεργειακής ασφάλειας και οικονομικής ανάπτυξης, εγείρει σειρά ερωτημάτων — από γεωπολιτικές εντάσεις με κράτη όπως η Κίνα και η Ρωσία μέχρι ανησυχίες για την κυριαρχία των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας.

Νέος ρόλος των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική

Στο πολιτικό επίπεδο, η προσέγγιση αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της διοίκησης Τραμπ να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη Λατινική Αμερική, εκμεταλλευόμενη την υφιστάμενη πολιτική αστάθεια στη Βενεζουέλα για να εδραιώσει τη θέση τους ως βασικός παράγοντας στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.

Κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η πρόσκληση σε ενεργειακές εταιρείες και εμπορικούς οίκους για συνομιλίες στον Λευκό Οίκο — μια κίνηση που υποδηλώνει πως οι ΗΠΑ θέλουν να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο οι πόροι αυτοί θα ρέουν στην αγορά και υπό ποιους όρους.

Το ζητούμενο, για την ώρα, παραμένει εάν αυτή η πολιτική θα επιτύχει τους στόχους της: την επαναφορά της παραγωγής της Βενεζουέλας σε υψηλότερα επίπεδα, τη διασφάλιση πιο σταθερών ενεργειακών ροών και τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους καταναλωτές, χωρίς να επιφέρει περαιτέρω γεωπολιτικές εντάσεις ή οικονομικές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Αυτή η προσπάθεια, που συνδυάζει στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική διάσταση, καθιστά την υπόθεση της βενεζολάνικης ενέργειας μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην παγκόσμια ενεργειακή και γεωπολιτική σκηνή των τελευταίων ετών.