Η Γροιλανδία, ένα νησί που μέχρι πρόσφατα απασχολούσε τη διεθνή επικαιρότητα κυρίως λόγω της κλιματικής αλλαγής, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ενός νέου επενδυτικού και γεωπολιτικού ενδιαφέροντος. Αφορμή αποτέλεσε η επαναφορά από τον Ντόναλντ Τραμπ της ιδέας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αποκτήσουν τον έλεγχο της περιοχής, μια δήλωση που ενεργοποίησε όχι μόνο πολιτικούς μηχανισμούς, αλλά και την προσοχή μερικών από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη.
Σύμφωνα με το Forbes, αρκετοί δισεκατομμυριούχοι έχουν ήδη τοποθετηθεί οικονομικά στη Γροιλανδία, επενδύοντας σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών, στη χρήση τεχνητής νοημοσύνης για γεωλογικές έρευνες και σε φιλόδοξα πρότζεκτ αστικής ανάπτυξης. Οι κινήσεις αυτές δεν είναι τυχαίες, αλλά συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική αξία του νησιού και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για πόρους.
Ένα από τα πρόσωπα που ξεχωρίζουν είναι ο Ρόναλντ Λόντερ, κληρονόμος της αυτοκρατορίας Estée Lauder. Όπως αναφέρει το Forbes, ο Λόντερ είχε ήδη από το 2019 προτείνει στον Τραμπ την ιδέα της «αγοράς» της Γροιλανδίας, ενώ παράλληλα έχει επενδύσει σε επιχείρηση εμφιάλωσης νερού στο νησί. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη μακροπρόθεσμης στρατηγικής τοποθέτησης σε έναν τόπο με άφθονους φυσικούς πόρους και χαμηλή μέχρι σήμερα οικονομική εκμετάλλευση.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το ενδιαφέρον κορυφαίων ονομάτων της τεχνολογίας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα ο Τζεφ Μπέζος, ο Μπιλ Γκέιτς και ο Μάικλ Μπλούμπεργκ έχουν επενδύσει στην Kobold Metals, μια εταιρεία που χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τον εντοπισμό κρίσιμων ορυκτών, όπως κοβάλτιο, χαλκό και νικέλιο. Τα υλικά αυτά είναι απαραίτητα για την ενεργειακή μετάβαση, τα ηλεκτρικά οχήματα και τις υποδομές υψηλής τεχνολογίας. Στην ίδια εταιρεία έχει επενδύσει και ο Σαμ Άλτμαν, CEO της OpenAI, μέσω του επενδυτικού του σχήματος.
Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στην εξόρυξη. Όπως σημειώνει το Forbes, ο Πίτερ Τιλ έχει χρηματοδοτήσει τη νεοφυή εταιρεία Praxis, η οποία εξετάζει τη δημιουργία μιας «τεχνολογικά προηγμένης» πόλης στη Γροιλανδία. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο που συνδυάζει ιδέες τεχνολογικής καινοτομίας, αυτονομίας και νέων μοντέλων διακυβέρνησης, προκαλώντας ωστόσο έντονες συζητήσεις για τις κοινωνικές και πολιτικές του προεκτάσεις.
Το κοινό νήμα όλων αυτών των επενδύσεων είναι η γεωπολιτική διάσταση. Η Γροιλανδία διαθέτει σημαντικά αποθέματα σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων ορυκτών, ενώ η στρατηγική της θέση στην Αρκτική την καθιστά κομβικό σημείο στον ανταγωνισμό ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας. Το αυξημένο ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον έχει λειτουργήσει ως καταλύτης για ιδιωτικά κεφάλαια που επιδιώκουν να «προλάβουν» τις εξελίξεις.
Παράλληλα, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας και η Δανία έχουν ξεκαθαρίσει ότι το νησί δεν είναι προς πώληση, υπογραμμίζοντας το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των κατοίκων του. Ωστόσο, οι επενδύσεις συνεχίζονται, ενισχύοντας την οικονομική παρουσία διεθνών παικτών και μετατρέποντας σταδιακά τη Γροιλανδία σε πεδίο σύγκλισης επιχειρηματικών συμφερόντων και παγκόσμιας στρατηγικής.
Η Γροιλανδία είναι πρώην αποικία της Δανίας στην οποία ανήκει από το 1953. Το 1979 κέρδισε κάποια αυτονομία και τότε έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στο νησί, όμως η Κοπεγχάγη εξακολουθεί να ορίζει την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη νομισματική πολιτική της Γροιλανδίας, προσφέροντάς της περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως. Το 2009 η Γροιλανδία κέρδισε το δικαίωμα να κηρύξει πλήρη ανεξαρτησία έπειτα από δημοψήφισμα, όμως δεν το έχει πράξει, καθώς ανησυχεί ότι το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της θα χειροτερέψει.
Η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν έχει προειδοποιήσει ότι μια αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Γροιλανδίας ή οποιουδήποτε μέλους του ΝΑΤΟ θα διέλυε τη Συμμαχία και θα σηματοδοτούσε το τέλος της δομής ασφαλείας που ισχύει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.