Σαράντα επτά χρόνια πριν, το Ιράν γνώρισε μια επανάσταση που αντικατέστησε μια μοναρχία σύμμαχο των ΗΠΑ με μια αντιαμερικανική θεοκρατία. Σήμερα, η Ισλαμική Δημοκρατία ενδέχεται να βρίσκεται κοντά σε μια αντεπανάσταση.
Το τέλος του «κοινωνικού συμβολαίου»
Κάνοντας μία αναδρομή, η Wall Street Jοurnal εξηγεί πως το ιρανικό καθεστώς έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν σοβαρές εσωτερικές κρίσεις. Ωστόσο, αυτή τη φορά η συγκυρία είναι διαφορετική και η θέση του εμφανίζεται πιο εύθραυστη από ποτέ. Η εξουσία των αγιατολάχ διαμορφώθηκε μέσα από το τραύμα του οκταετούς πολέμου με το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, αμέσως μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. Από εκείνη την περίοδο προέκυψε ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο: οι Ιρανοί θα αποδέχονταν στερήσεις, περιορισμούς και πολιτική καταπίεση, με αντάλλαγμα ένα ισχυρό κράτος που θα εγγυάται την ασφάλεια και θα αποτρέπει ξένες επιθέσεις.
Αυτό το θεμέλιο κατέρρευσε το καλοκαίρι του 2025. Οι επιθέσεις της Χαμάς και της Χεζμπολάχ κατά του Ισραήλ το 2023, τις οποίες στήριξε το Ιράν, πυροδότησαν μια περιφερειακή σύγκρουση που έφερε τον πόλεμο στην καρδιά της Τεχεράνης. Οι ισραηλινές επιδρομές σε ολόκληρη τη χώρα εξόντωσαν μεγάλο μέρος της ιρανικής στρατιωτικής ηγεσίας, ενώ η αμερικανική αεροπορική εκστρατεία που ακολούθησε επέφερε βαρύ πλήγμα στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Για ένα καθεστώς που είχε επενδύσει τεράστιους πόρους στη δημιουργία ενός δικτύου «αντιπροσώπων» στην περιοχή, ακριβώς για να αποτρέψει μια τέτοια επίθεση στο ιρανικό έδαφος, η εξέλιξη αυτή ισοδυναμούσε με στρατηγική ταπείνωση.
Σήμερα, χιλιάδες Ιρανοί βγαίνουν στους δρόμους, γνωρίζοντας ότι κινδυνεύουν με σύλληψη ή θάνατο, όχι απλώς για να διαμαρτυρηθούν για πολιτικές επιλογές, αλλά για να ζητήσουν ανοιχτά την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Όπως σημειώνει ο Άλι Βαέζ, επικεφαλής του προγράμματος για το Ιράν στη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων, «αυτό ήταν το τελευταίο χτύπημα». Το καθεστώς, λέει, ισχυριζόταν επί χρόνια ότι, ακόμη κι αν δεν μπορούσε να προσφέρει ευημερία ή πολιτικές ελευθερίες, τουλάχιστον παρείχε ασφάλεια. «Αποδείχθηκε ότι ούτε αυτό μπορούσε να εγγυηθεί. Και ο κόσμος λέει πλέον: Φτάνει πια».
Κατά τον Καρίμ Σαντζαντπούρ του Carnegie Endowment for International Peace, ο πόλεμος του Ιουνίου δημιούργησε μόνο μια «προσωρινή ευφορία», που ορισμένοι ερμήνευσαν λανθασμένα ως εθνική συσπείρωση. Όμως, όπως τονίζει, οι στρατιωτικές ταπεινώσεις αποκαλύπτουν τη δομική αδυναμία των καθεστώτων σε προχωρημένο στάδιο αυταρχισμού, αντί να τα ενισχύουν.
Ιράν: Οι προϋποθέσεις για την επιτυχία μιας επανάστασης
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τα καθεστώτα δεν καταρρέουν εξαιτίας μιας και μόνο αποτυχίας, αλλά λόγω ενός μοιραίου συνδυασμού πιέσεων. Όπως περιγράφει το Altantic, πέντε είναι οι βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία μιας επανάστασης: δημοσιονομική κρίση, διχασμένες ελίτ, ένα ευρύ και ετερόκλητο μέτωπο αντιπολίτευσης, ένα πειστικό αφήγημα αντίστασης και ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον. Τον φετινό χειμώνα, για πρώτη φορά από το 1979, το Ιράν πληροί σχεδόν και τις πέντε αυτές προϋποθέσεις.
Δημοσιονομική κρίση
Την τελευταία εβδομάδα, διαδηλώσεις έχουν εξαπλωθεί σε ιρανικές πόλεις, με τη δυναμική τους να ενισχύεται καθημερινά. Η αφετηρία τους ήταν μια βαθιά δημοσιονομική κρίση: ένα εθνικό νόμισμα σε ελεύθερη πτώση και ένα κράτος με άδεια ταμεία. Στην αμερικανική πολιτική, πληθωρισμός άνω του 3% συχνά αρκεί για να ανατρέψει κυβερνήσεις. Στο Ιράν, ο πληθωρισμός ξεπερνά το 50% συνολικά και αγγίζει το 70% στα τρόφιμα, συγκαταλεγόμενος στους υψηλότερους παγκοσμίως. Τον τελευταίο χρόνο, το ιρανικό νόμισμα έχει χάσει πάνω από το 80% της αξίας του έναντι του δολαρίου. Το 1979, ένα δολάριο ΗΠΑ αντιστοιχούσε σε 70 ριάλ· σήμερα αντιστοιχεί σε 1,47 εκατομμύρια ριάλ, δηλαδή η υποτίμηση ξεπερνά το 99%. Το ιρανικό νόμισμα έχει πάψει να λειτουργεί ως μέσο συναλλαγής και έχει μετατραπεί σε καθημερινό δείκτη εθνικής απόγνωσης. Σε αντίθεση με προηγούμενες οικονομικές κρίσεις, αυτή η κατάρρευση πλήττει όλες τις κοινωνικές τάξεις, από τους εμπόρους των παζαριών και τους ευκατάστατους, έως τους φτωχότερους πολίτες.
Το Ιράν έχει πληθυσμό 92 εκατομμυρίων ανθρώπων και πιθανότατα αποτελεί τη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο που παραμένει απομονωμένη εδώ και δεκαετίες από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Πέρα από τον πληθωρισμό, η χώρα αντιμετωπίζει χρόνια διαφθορά, κακοδιαχείριση και μαζική φυγή επιστημονικού δυναμικού. Οι νέοι Ιρανοί έρχονται αντιμέτωποι με υψηλά ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης, ενώ οι μεγαλύτερες γενιές διαπιστώνουν ότι τα συνταξιοδοτικά τους ταμεία είναι σε μεγάλο βαθμό αφερέγγυα. Οι νέες διεθνείς κυρώσεις και η πτώση της τιμής του πετρελαίου -κατά 20% τον τελευταίο χρόνο- έχουν αναγκάσει την Τεχεράνη να πουλά το πετρέλαιό της στην Κίνα με εξοντωτική έκπτωση. Οι διακοπές ρεύματος και η περιορισμένη χρήση νερού με το δελτίο έχουν πλέον γίνει μέρος της καθημερινότητας.
Διχασμένες, αποξενωμένες ελίτ
Η δεύτερη προϋπόθεση για την αποσταθεροποίηση ενός κράτους —η αποξένωση των ελίτ— είναι επίσης εμφανής στο Ιράν. Αυτό που ξεκίνησε το 1979 ως ένας ευρύς ιδεολογικός συνασπισμός έχει, έως το 2026, συρρικνωθεί σε ένα μονοπρόσωπο κόμμα: το κόμμα του Αλί Χαμενεΐ. Ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί, ιδρυτικό στέλεχος και πρώην πρωθυπουργός της Ισλαμικής Δημοκρατίας, βρίσκεται στο 15ο έτος κατ’ οίκον περιορισμού. Όλοι οι εν ζωή πρώην πρόεδροι έχουν φιμωθεί ή παραμεριστεί: ο Μοχάμαντ Χαταμί τελεί υπό πλήρη απαγόρευση παρουσίας στα μέσα ενημέρωσης, ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ έχει περιθωριοποιηθεί και παρακολουθείται, ενώ στον Χασάν Ρουχανί απαγορεύθηκε να διεκδικήσει έδρα στη 88μελή Συνέλευση των Ειδικών, το σώμα των κληρικών που επιλέγει τον επόμενο ανώτατο ηγέτη.
Το καθεστώς έχει αποδυναμωθεί σε βάθος χρόνου από δεκαετίες προτεραιότητας στην ιδεολογική πίστη έναντι της ικανότητας. Η συνέπεια ήταν η αποξένωση των επαγγελματιών και των τεχνοκρατών που κάποτε αποτελούσαν τη διοικητική ραχοκοκαλιά του κράτους. Αντικαταστάθηκαν από αυλοκόλακες και ασφυκτιούν κάτω από τη διαρκή παρέμβαση του κλήρου στην καθημερινή ζωή, με αποτέλεσμα αυτή η κοινωνική ομάδα να έχει από καιρό χάσει την εμπιστοσύνη της στο σύστημα. Βλέπει τον πλούτο της να εξανεμίζεται από τον πληθωρισμό και τη χώρα να καταστρέφεται από την ανικανότητα — μια αποτυχία που πλέον αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στην κακοδιαχείριση της υδροδότησης της Τεχεράνης.
Όπως συνέβη με τη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1980, έτσι και η Ισλαμική Δημοκρατία έχει σε μεγάλο βαθμό απολέσει τις πεποιθήσεις της. Μόνο ένα μικρό ποσοστό των στελεχών της παραμένει ιδεολογικά αφοσιωμένο· η πλειονότητα κινείται από το κίνητρο του πλούτου και των προνομίων. Ένας καθηγητής πολιτικών επιστημών με έδρα την Τεχεράνη, με τον οποίο μίλησε το Atlantic, συνοψίζει: «Στην αρχή της επανάστασης, το καθεστώς αποτελούνταν κατά 80% από ιδεολόγους και κατά 20% από τυχοδιώκτες. Σήμερα ισχύει το αντίθετο».
Οι έμποροι των παζαριών διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην επανάσταση του 1979, λειτουργώντας επί χρόνια ως βασικός κοινωνικός πυλώνας και οικονομικό στήριγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες το καθεστώς έχει μετατρέψει τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) σε ένα στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, από το οποίο απορρέουν δίκτυα πλούτου και εξουσίας. Ο Σιαμάκ Ναμαζί, Ιρανοαμερικανός επιχειρηματίας που κρατήθηκε όμηρος από το καθεστώς επί οκτώ χρόνια, παρομοίασε το ιρανικό κράτος με «μια συλλογή ανταγωνιστικών μαφιών —με κυρίαρχη την IRGC και τα στελέχη της— των οποίων η ύψιστη αφοσίωση δεν είναι στο έθνος, τη θρησκεία ή την ιδεολογία, αλλά στον προσωπικό πλουτισμό». Αυτό το σύστημα όχι μόνο υπονόμευσε την ιδεολογική συνοχή του καθεστώτος, αλλά και εκτόπισε την παραδοσιακή εμπορική τάξη, μετατρέποντας το παζάρι από στυλοβάτη στήριξης σε εστία αμφισβήτησης.
Παρά ταύτα, μία ομάδα ελίτ παραμένει ενωμένη: οι δυνάμεις ασφαλείας της χώρας. Η συνοχή τους έχει μέχρι σήμερα αποτρέψει την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Κανένας ανώτερος διοικητής των IRGC δεν έχει μέχρι στιγμής αποστατήσει ή διατυπώσει έστω και ήπια δημόσια κριτική προς τον αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, παρά τα χρόνια πανεθνικών διαδηλώσεων και τις στοχευμένες ισραηλινές δολοφονίες σχεδόν δύο δεκάδων ανώτατων στελεχών τους. Για πολλούς από αυτούς τους διοικητές, η απώλεια της εξουσίας θα σήμαινε απώλεια πλούτου και πιθανόν της ίδιας τους της ζωής. Είναι πιθανό να είναι οι τελευταίοι ηγέτες που θα στραφούν εναντίον του καθεστώτος. Αν όμως το έκαναν, το καθεστώς δεν θα επιβίωνε.
Πολυσύνθετος αντιπολιτευτικός συνασπισμός
Το Ιράν πληροί ξεκάθαρα και το τρίτο κριτήριο: ο πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός αυταρχισμός της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός πολυσύνθετου αντιπολιτευτικού συνασπισμού ως απάντηση στην αίσθηση αδικίας, αναφέρεται στο δημοσίευμα. Την τελευταία δεκαετία, κατά διαστήματα μαζικές διαδηλώσεις έχουν συγκεντρώσει πολίτες από σχεδόν όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, συμπεριλαμβανομένων εθνοτικών μειονοτήτων στις παρυφές της χώρας, εργατικών κινημάτων, γυναικών και εμπόρων των παζαριών. Οι ομάδες αυτές σπάνια έχουν συντονίσει τις ενέργειές τους ή διαμαρτυρηθεί από κοινού, ωστόσο πολλά από τα αίτια της οργής τους είναι κοινά.
Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι ένα θεοκρατικό καθεστώς που ισχυρίζεται ότι κυβερνά από ηθικό βάθρο. Για τον λόγο αυτό, τα παραδείγματα διαφθοράς και υποκρισίας της λειτουργούν ιδιαίτερα συσπειρωτικά. Διοικητές των IRGC επιβλέπουν τη βίαιη επιβολή της υποχρεωτικής μαντίλας στις γυναίκες, ενώ οι κόρες και οι ερωμένες τους εμφανίζονται στο εξωτερικό χωρίς χιτζάμπ. Η χώρα υποφέρει από σοβαρή λειψυδρία — και πολλοί Ιρανοί πιστεύουν ότι μια «μαφία του νερού», συνδεδεμένη με τους IRGC, εκτρέπει υδάτινους πόρους προς τα δικά της βιομηχανικά έργα, την ώρα που ολόκληρα χωριά μένουν χωρίς νερό. Τα παιδιά χιλιάδων ανώτερων αξιωματούχων επιδεικνύουν τη ζωή τους σε δυτικές πόλεις μέσω Instagram και LinkedIn. Πρόσφατα, διαδηλωτές στην πόλη Γιασούτζ φώναζαν: «Τα παιδιά τους είναι στον Καναδά! Τα δικά μας παιδιά είναι στη φυλακή!»
Το αντιπολιτευτικό κίνημα έχει αποδείξει ότι μπορεί να κινητοποιήσει εκτεταμένη λαϊκή οργή, όμως για να πετύχει θα πρέπει να ξεπεράσει το στάδιο της κινητοποίησης και να οικοδομήσει δεσμούς με δυσαρεστημένες ελίτ. Ορισμένοι από αυτούς τους τεχνοκράτες και περιθωριοποιημένους insiders νιώθουν αποξενωμένοι, αλλά φοβούνται να δράσουν λόγω του τι μπορεί να τους περιμένει την επόμενη μέρα. Η αντιπολίτευση οφείλει να τους προσφέρει μια αξιόπιστη και ασφαλή διέξοδο, πείθοντάς τους ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν αποτελεί πλέον την ασπίδα τους, αλλά το σάβανό τους.
Οι επαναστάσεις ξεσπούν όταν οι κυβερνώντες γίνονται αδύναμοι και απομονωμένοι· όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι αποτελούν μέρος μιας πολυπληθούς, ενωμένης και ηθικά δικαιωμένης ομάδας που μπορεί να δράσει για να επιφέρει αλλαγή· και όταν οι πολιτικές ελίτ αρχίζουν να συντάσσονται με τον λαό, εγκαταλείποντας την κυβέρνηση αντί να τη στηρίζουν. Στο Ιράν, μέχρι στιγμής, το τελευταίο αυτό στοιχείο απουσιάζει, εκτιμά το Atlantic.
Πειστικό αφήγημα αντίστασης
Η τέταρτη προϋπόθεση για τη διάλυση ενός κράτους είναι η ύπαρξη ενός πειστικού, κοινά αποδεκτού αφηγήματος που να γεφυρώνει τις κοινωνικοοικονομικές, γεωγραφικές και ιδεολογικές διαιρέσεις μιας χώρας. Στο σημερινό Ιράν, η ιδρυτική αρχή του καθεστώτος περί πανισλαμικής επαναστατικής ιδεολογίας έχει αντικατασταθεί από έναν έντονο, διορθωτικό εθνικισμό. Τα φθαρμένα συνθήματα του κράτους, όπως «Θάνατος στην Αμερική» και «Θάνατος στο Ισραήλ», πνίγονται πλέον από την απαίτηση για εθνικό συμφέρον: «Ζήτω το Ιράν». Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή ύφους, αλλά για πλήρη απόρριψη του περιφερειακού τυχοδιωκτισμού του καθεστώτος, κάτι που αποτυπώνεται στο πλέον διαδεδομένο σύνθημα των διαδηλώσεων: «Όχι στη Γάζα, όχι στον Λίβανο, η ζωή μου μόνο για το Ιράν».
Πέρα από την άνοδο του εθνικισμού, οι Ιρανοί έχουν καταστεί απρόσβλητοι από τα κενά ιδεολογικά συνθήματα και την επιδεικτική ευσέβεια ενός αυτοανακηρυγμένου «ηθικού» κράτους. Ένας πληθυσμός που έχει γεννηθεί σε μεγάλο βαθμό μετά την επανάσταση του 1979 αναζητά, πάνω απ’ όλα, το zendegi-e normal — μια «κανονική ζωή», απαλλαγμένη από ένα καθεστώς που ελέγχει μικροδιαχειριστικά την εμφάνιση, την προσωπική ζωή και τις ιδιωτικές επιλογές των ανθρώπων. Απονομιμοποιώντας την Ισλαμική Δημοκρατία ως δύναμη κατοχής —που λεηλατεί τον εθνικό πλούτο για να χρηματοδοτεί περιφερειακούς πληρεξουσίους— η αντιπολίτευση έχει ουσιαστικά υπονομεύσει τη δική της εθνικιστική ρητορική.
Κάθε επιτυχημένη επανάσταση απαιτεί τόσο εμπνευσμένη όσο και οργανωτική ηγεσία. Πολλοί από τους διαδηλωτές της εξέγερσης του 2026 στο Ιράν έχουν συσπειρωθεί γύρω από τον πρώην διάδοχο του θρόνου, Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος ζει στην εξορία από το 1979. Η ηγεσία μιας αντιπολίτευσης από το εξωτερικό και η αποκατάσταση μιας καταργημένης μοναρχίας αποτελούν εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα, χωρίς ωστόσο να είναι άνευ προηγουμένου. Ο Βλαντίμιρ Λένιν στη Ρωσία, ο Χο Τσι Μινχ στο Βιετνάμ και ο αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί στο Ιράν πέρασαν όλοι περισσότερα από 15 χρόνια στην εξορία πριν επιστρέψουν για να ηγηθούν επαναστάσεων που ανέτρεψαν τα καθεστώτα που τους είχαν εκδιώξει. Παράλληλα, αρκετές χώρες που είχαν καταργήσει τη μοναρχία —όπως η Ισπανία, η Καμπότζη και η Βρετανία επί Όλιβερ Κρόμγουελ— την αποκατέστησαν αργότερα ως συνταγματικό θεσμό.
Όπως γνωρίζουν καλά οι Ιρανοί από το 1979, οι επαναστάσεις συχνά καθορίζονται από αμείλικτους αγώνες ισχύος. Έχοντας περάσει σχεδόν μισό αιώνα στο εξωτερικό, ο Παχλαβί δεν έχει ακόμη συγκροτήσει την επιτόπια οργανωτική δύναμη που απαιτείται για να επικρατήσει σε μια τέτοια σύγκρουση. Παράλληλα, αντιμετωπίζει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι είδους πολιτικό σύστημα επιδιώκουν να εγκαθιδρύσουν οι μοναρχικοί του Ιράν; Ο ίδιος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι στόχος του είναι να βοηθήσει τη χώρα να περάσει στη δημοκρατία —και ενδεχομένως να υπηρετήσει ως συνταγματικός μονάρχης, αν αυτό επιλεγεί από τον λαό. Ωστόσο, πολλοί από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του τάσσονται ανοιχτά υπέρ της αποκατάστασης μιας απόλυτης απολυταρχίας. Αυτή η αντίφαση έχει περιορίσει την ικανότητά του να προσελκύσει δυσαρεστημένες ελίτ και να τις στρέψει εναντίον του καθεστώτος.
Παράδοξα, όμως, για τον ευρύτερο πληθυσμό αυτή η ασάφεια μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του. Οι επαναστατικές ιδεολογίες δεν χρειάζεται να προσφέρουν ένα λεπτομερές σχέδιο για το μέλλον ώστε να ενώσουν και να κινητοποιήσουν τους οπαδούς τους. Αντιθέτως, συχνά αποδεικνύονται πιο αποτελεσματικές οι ασαφείς ή ουτοπικές υποσχέσεις σωτηρίας, σε συνδυασμό με μια συναισθηματικά φορτισμένη απεικόνιση της αφόρητης αδικίας και των αναπόδραστων δεινών του υπάρχοντος καθεστώτος.
Κι ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον
Ο τελευταίος και καθοριστικός καταλύτης για μια επανάσταση είναι ένα διεθνές περιβάλλον που συμβάλλει στην αποδυνάμωση του καθεστώτος αντί να το στηρίζει. Μετά τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν ενδέχεται να είναι η πιο στρατηγικά απομονωμένη χώρα στον κόσμο. Τα τελευταία δύο χρόνια —από την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, την οποία ο αγιατολάχ Χαμενεΐ στήριξε ανοιχτά, σε αντίθεση με άλλους μεγάλους διεθνείς ηγέτες— οι περιφερειακοί πληρεξούσιοι και οι διεθνείς σύμμαχοι του Ιράν έχουν αποδεκατιστεί ή ανατραπεί.
Για δεκαετίες, η Τεχεράνη προέβαλλε ισχύ μέσω του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης», ενός δικτύου γειτονικών πληρεξουσίων και αυταρχικών συμμάχων. Ωστόσο, μετά τον καταστροφικό 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου, αυτή η αποτρεπτική ισχύς έχει υπονομευθεί σοβαρά. Με την ηγεσία της Χεζμπολά και της Χαμάς αποδιοργανωμένη και τα ισραηλινά μαχητικά να διατηρούν μια ταπεινωτική, σχεδόν ανεμπόδιστη παρουσία στον ιρανικό εναέριο χώρο, το καθεστώς εμφανίζεται στρατηγικά γυμνό απέναντι στον ίδιο του τον λαό —εκτεθειμένο, με άδεια ταμεία και χωρίς ουσιαστική αεράμυνα.
Ο Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία και ο Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα δεν βρίσκονται πλέον στην εξουσία. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι απορροφημένος από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η Κίνα —ο προορισμός του 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου— έχει αποδειχθεί ένας αρπακτικός εταίρος. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε 16 βόμβες διάτρησης καταφυγίων κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, καταστρέφοντας σε μεγάλο βαθμό ένα εγχείρημα που, αν συνυπολογιστούν τα βυθισμένα κόστη, οι κυρώσεις και τα χαμένα έσοδα από το πετρέλαιο, κόστισε στη χώρα πάνω από μισό τρισεκατομμύριο δολάρια. Επιπλέον, σε αντίθεση με προηγούμενους Αμερικανούς προέδρους που δίσταζαν να εμπλακούν άμεσα στην εσωτερική πολιτική σύγκρουση του Ιράν, ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει την Ισλαμική Δημοκρατία ότι, εάν προχωρήσει σε σφαγές διαδηλωτών, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι «έτοιμες και οπλισμένες» να απαντήσουν.
Όσοι παρακολουθούν τις τρέχουσες διαδηλώσεις αναρωτιούνται: τι είναι διαφορετικό αυτή τη φορά; Η απάντηση είναι ότι το εύρος της οικονομικής κατάρρευσης και η καταστροφική ήττα στον 12ήμερο πόλεμο έδειξαν σε όλους τους Ιρανούς πως το καθεστώς δεν είναι πλέον σε θέση να τους προσφέρει ούτε στοιχειώδη οικονομική ούτε στρατιωτική ασφάλεια. Γιατί να ανεχθεί κανείς ένα κράτος που πλουτίζει τον εαυτό του, αλλά αδυνατεί να επιτελέσει τις πιο βασικές κρατικές λειτουργίες;
Όταν συμπίπτουν και οι πέντε προϋποθέσεις —οικονομική πίεση, αποξένωση και αντίθεση των ελίτ, εκτεταμένη λαϊκή οργή για την αδικία, ένα πειστικό κοινό αφήγημα αντίστασης και ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον— οι συνήθεις κοινωνικοί μηχανισμοί που αποκαθιστούν την τάξη σε περιόδους κρίσης είναι απίθανο να λειτουργήσουν. Η κοινωνική ισορροπία έχει διαταραχθεί βαθιά και μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε κλιμακούμενες λαϊκές εξεγέρσεις και ανοιχτή αντίσταση των ελίτ, οδηγώντας σε επανάσταση.
Η Ισλαμική Δημοκρατία σήμερα είναι ένα καθεστώς-ζόμπι. Η νομιμοποίησή της, η ιδεολογία της, η οικονομία της και η ανώτατη ηγεσία της είναι νεκρές ή ετοιμοθάνατες. Αυτό που τη διατηρεί στη ζωή είναι η θανατηφόρα βία. Το σημαντικότερο στοιχείο που εξακολουθεί να λείπει για μια πλήρη επαναστατική κατάρρευση είναι η απόφαση των κατασταλτικών δυνάμεων ότι ούτε αυτές ωφελούνται πλέον από το καθεστώς —και συνεπώς ότι δεν είναι πλέον διατεθειμένες να σκοτώνουν γι’ αυτό. Η αγριότητα μπορεί να καθυστερήσει την κηδεία του καθεστώτος, αλλά δύσκολα θα επαναφέρει τον σφυγμό του.