Γερμανία: Τακτική αποφυγής σύγκρουσης με τον Τραμπ για τη Γροιλανδία

Aποτυπώνοντας τα όρια της ευρωπαϊκής ισχύος η Γερμανία κινείται προσεκτικά για τη Γροιλανδία υπό τις απειλές Τραμπ

Ντόναλντ Τραμπ και Φρίντριχ Μερτς © EPA/Chip Somodevilla/EPA/JENS KRICK / FLASHPIC / POOL/Powergame.gr

Καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει τη ρητορική του περί «ανάληψης ελέγχου» της Γροιλανδίας, η ευρωπαϊκή αντίδραση μοιάζει περισσότερο με άσκηση διαλογισμού παρά με γεωπολιτική αντιπαράθεση. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Γερμανία και ο νέος καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος, αντί να υψώσει τους τόνους, επιλέγει τη γλώσσα της συνεργασίας, της κατανόησης και της αποφυγής σύγκρουσης.

Η στάση αυτή δεν αντανακλά μόνο προσωπικό ύφος, αλλά και μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αδυναμία: την ανάγκη προσαρμογής σε μια παγκόσμια τάξη όπου η αμερικανική ισχύς παραμένει κυρίαρχη και απρόβλεπτη, μεταδίδει το Politico. Η υπόθεση της Γροιλανδίας λειτουργεί έτσι ως καθρέφτης των στρατηγικών περιορισμών της Ευρώπης.

Αρμονία αντί τριβής στη σκιά της Γροιλανδίας

Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ ενέτεινε αυτή την εβδομάδα τις απειλές του για την ανάληψη ελέγχου της Γροιλανδίας, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς κατέβαλε εμφανή προσπάθεια να δείξει ότι «όλα βαίνουν καλώς». Αντί για δημόσια αντιπαράθεση ή σαφή καταδίκη, το Βερολίνο επέλεξε έναν τόνο ηρεμίας, σαν να επρόκειτο για μια διαχειρίσιμη παρεξήγηση και όχι για μια ευθεία αμφισβήτηση της εδαφικής τάξης στην Ευρώπη.

Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνει τη στρατηγική της αποφυγής σύγκρουσης που φαίνεται να υιοθετεί η Γερμανία, σε μια περίοδο όπου οι διατλαντικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από ένταση και αβεβαιότητα.

Γροιλανδία, χαμλή τόνοι και γεωοικονομία

Ίσως η στάση του Μερτς να επηρεάστηκε από το ταξίδι του στην Ινδία στις αρχές της εβδομάδας. Η επίσκεψη αυτή εντασσόταν στη στρατηγική του για ενίσχυση των γερμανικών εξαγωγών σε αγορές πέραν των ΗΠΑ και της Κίνας. Ωστόσο, δεν πέρασε απαρατήρητο ότι ο καγκελάριος εμφανίστηκε σχεδόν «φιλοσοφικά γαλήνιος» απέναντι στη ρητορική Τραμπ, σαν να είχε αντλήσει έμπνευση από την ινδική πνευματική παράδοση και την έννοια της αποδοχής.

«Συμμεριζόμαστε τις αμερικανικές ανησυχίες ότι αυτό το τμήμα της Δανίας χρειάζεται καλύτερη προστασία», δήλωσε ο Μερτς, υπενθυμίζοντας εμμέσως ότι η Γροιλανδία είναι ημιαυτόνομο έδαφος της Δανίας. Πρόσθεσε ότι ελπίζει σε μια «αμοιβαία αποδεκτή λύση εντός του ΝΑΤΟ», υπογραμμίζοντας πως ο στόχος είναι η βελτίωση της ασφάλειας στη Γροιλανδία μέσα από συνεργασία.

Η Γροιλανδία ως δοκιμασία της διατλαντικής ισορροπίας

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, κατά την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον. Μετά τη συνάντησή του με τον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι δεν έχει «καμία ένδειξη» πως η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει σοβαρά στρατιωτική δράση για την κατάληψη της Γροιλανδίας.

«Υπάρχει κοινό συμφέρον να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα ασφάλειας που ανακύπτουν στην Αρκτική», είπε, εκφράζοντας βεβαιότητα ότι αυτό θα γίνει «σε πνεύμα φιλίας και εταιρικής σχέσης». Οι δηλώσεις αυτές ενισχύουν την εικόνα μιας Γερμανίας που επιλέγει να «ακολουθήσει το ρεύμα» αντί να αντισταθεί.

Γερμανική σύνεση ή ευρωπαϊκή αδυναμία

Η στρατηγική αυτή δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, αναφέρει το Politico. Τη νύχτα της εκλογικής του νίκης τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Μερτς είχε εμφανιστεί ιδιαίτερα ανήσυχος για την κατάσταση της διατλαντικής συμμαχίας, μιλώντας ακόμη και για την ανάγκη ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας από τις ΗΠΑ και προειδοποιώντας ότι το ΝΑΤΟ, όπως το γνωρίζουμε, ενδέχεται να μην επιβιώσει.

Έκτοτε, ωστόσο, ο καγκελάριος έχει «μαλακώσει» τη ρητορική του, αντιλαμβανόμενος ότι η ειλικρίνεια αυτή μπορεί να κοστίσει πολιτικά. Η επιλογή του να παρουσιάζει μια εικόνα ομαλότητας, ακόμη κι όταν τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο, αποσκοπεί στο να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Τραμπ.

Η Γροιλανδία και τα όρια της ευρωπαϊκής αντίδρασης

Το γεγονός ότι η Γερμανία περιορίστηκε στην αποστολή μόλις 15 στρατιωτών στη Γροιλανδία, στο πλαίσιο αναγνωριστικής αποστολής μαζί με δανικές και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, καταδεικνύει τα όρια της ευρωπαϊκής ισχύος. Η χρονική συγκυρία χαρακτηρίστηκε «σύμπτωση» από τον Γερμανό υπουργό Άμυνας, ωστόσο το μήνυμα παραμένει ασθενές.

Ο Μερτς δεν είναι μόνος σε αυτή την προσέγγιση. Και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επιχείρησε να παρουσιάσει την εικόνα μιας συμμαχίας που λειτουργεί ομαλά. Και οι δύο, ωστόσο, φαίνεται να αναγνωρίζουν ιδιωτικά τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων, επιλέγοντας δημόσια να συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Η υπόθεση της Γροιλανδίας αναδεικνύει έτσι όχι μόνο μια γεωπολιτική ένταση, αλλά και τη στρατηγική αμηχανία της Ευρώπης.

Μερτς: Καθαρή πολιτική ισχύος ασκούν οι ΗΠΑ

«Παρακολουθούμε τον σημαντικότερο σύμμαχό μας στον κόσμο – και είναι μέχρι και σήμερα οι ΗΠΑ – να απομακρύνεται από μια τάξη η οποία βασίζεται σε κανόνες. Αντί να τηρεί το διεθνές δίκαιο, η πολιτική των ΗΠΑ εξελίσσεται σε μια προσέγγιση που στηρίζεται αποκλειστικά στην ισχύ και στο συμφέρον», δήλωσε ο Μερτς μιλώντας σε κομματική εκδήλωση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU) στην Βάδη-Βυρτεμβέργη.

«Μπορεί κανείς να του ασκήσει κριτική», σημείωσε ο καγκελάριος αναφερόμενος στον Αμερικανό πρόεδρο, «αλλά τι νόημα έχει η κριτική, αν το άτομο στο οποίο απευθύνεται δεν αντιδρά σε αυτήν, αλλά αντίθετα πιστεύει ότι αυτό που κάνει είναι το σωστό;» Αν ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίσει την ίδια πολιτική, τόνισε, «δεν θα πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε και να λέμε ότι θα υποταχθούμε σε όλα, δεν θα πρέπει να δεχτούμε να γίνουμε πιόνι των υπερδυνάμεων και να προσπαθούμε να επιβιώσουμε σε κάποια μικρή θέση». Αυτός ο λογαριασμός δεν βγαίνει, είπε χαρακτηριστικά ο Φρίντριχ Μερτς. «Ζούμε σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο επιτυχημένα βιομηχανικά κράτη του κόσμου», πρόσθεσε.

Και οι ΗΠΑ όμως παρακολουθούν την Γερμανία, ανέφερε ο κ. Μερτς, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι «δεν θα τους ενδιαφέρουμε εάν γίνουμε μικροί και αποστασιοποιηθούμε, αλλά θα μας σεβαστούν μόνο εάν έχουμε στην Ευρώπη συμμάχους που μιλούν την ίδια γλώσσα με εμάς». Για να επιτευχθεί αυτό, συνέχισε, θα πρέπει να είναι κανείς ικανός να επιχειρηματολογεί από θέση ισχύος και σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται μεγαλύτερη επικέντρωση στην οικονομική ανταγωνιστικότητα.

«Προκειμένου η Γερμανία να γίνεται σεβαστή, πρέπει να μάθει να επιδιώκει τα συμφέροντά της», ανέφερε ο καγκελάριος και ανέδειξε την ανάγκη να αυξηθούν οι ώρες και τα χρόνια εργασίας, ενώ αναφέρθηκε και στην ανάγκη διατήρησης της βιομηχανικής βάσης της χώρας. Διαφορετικά, είπε, οι προκλήσεις για τη Γερμανία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. «Η χώρα αγωνίζεται για το μέλλον της από πολλές απόψεις, τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική. Είμαστε σίγουροι για την ικανότητά μας να λύσουμε αυτά τα προβλήματα, επειδή η λύση βρίσκεται ακριβώς στις δυνατότητές μας», δήλωσε ο καγκελάριος.

Στο ίδιο πνεύμα, έκανε λόγο για υπερβολικά υψηλά ποσοστά αναρρωτικών αδειών, με 14,5 ημέρες ασθένειας ετησίως κατά μέσο όρο για τους εργαζόμενους. «Αυτό σημαίνει σχεδόν τρεις εβδομάδες κατά τις οποίες οι άνθρωποι στη Γερμανία δεν μπορούν να εργαστούν λόγω ασθένειας. Είναι αυτό πραγματικά σωστό; Είναι αυτό πραγματικά απαραίτητο;» διερωτήθηκε και συμπλήρωσε ότι είναι απαραίτητο να γίνει συζήτηση σχετικά με το πώς θα δημιουργηθούν κίνητρα προκειμένου να παραμείνουν οι άνθρωποι απασχολούμενοι, υποδεικνύοντας ως παράδειγμα την κατάργηση των πιστοποιητικών αναρρωτικής άδειας που εκδίδονται τηλεφωνικά.