ΕΕ: Στον πάγο η εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, μετά τις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία

Η ΕΕ ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους απέναντι στις ΗΠΑ, παγώνοντας την έγκριση της εμπορικής συμφωνίας που είχε επιτευχθεί τον Ιούλιο

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Ντόναλντ Τραμπ © EPA/STEFAN WERMUTH HANDOUT

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, παγώνοντας την έγκριση της εμπορικής συμφωνίας που είχε επιτευχθεί τον Ιούλιο. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να αναστείλει τη διαδικασία έγκρισης της συμφωνίας έρχεται ως άμεση αντίδραση στις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Δανία για την απόκτηση της Γροιλανδίας, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου εμπορικού πολέμου μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών.

Όπως γράφει το BBC, η ανακοίνωση έγινε από το Στρασβούργο, την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος μιλούσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, γεγονός που προσέδωσε επιπλέον βαρύτητα και πολιτικό μήνυμα στη χρονική συγκυρία. Πρόκειται για μια κλιμάκωση που δείχνει ότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πλέον το ζήτημα της Γροιλανδίας ως μια διμερής ιδιοτροπία της Ουάσιγκτον, αλλά ως υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους.

Η αναστολή έρχεται να ανατρέψει το κλίμα σχετικής ηρεμίας που είχε διαμορφωθεί μετά τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί στο γήπεδο γκολφ του Τραμπ στο Τέρνμπερι της Σκωτίας. Εκεί, οι δύο πλευρές είχαν καταλήξει σε έναν εύθραυστο συμβιβασμό, με τις αμερικανικές επιβαρύνσεις στους περισσότερους ευρωπαϊκούς δασμούς να περιορίζονται στο 15%, από το 30% που είχε αρχικά απειλήσει να επιβάλει ο Τραμπ στο πλαίσιο της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης» και του κύματος δασμών του Απριλίου.

Σε αντάλλαγμα, η Ευρώπη είχε δεσμευτεί για αυξημένες επενδύσεις στις ΗΠΑ και για μεταρρυθμίσεις εντός της ενιαίας αγοράς που θα διευκόλυναν τις αμερικανικές εξαγωγές. Ωστόσο, η συμφωνία δεν είχε ακόμη αποκτήσει νομική ισχύ, καθώς απαιτούσε την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – μια έγκριση που πλέον απομακρύνεται.

«Καμία εναλλακτική» λέει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, ξεκαθάρισε ότι το Κοινοβούλιο «δεν είχε άλλη επιλογή» από το να παγώσει τη διαδικασία των δύο νομοθετικών προτάσεων που συνδέονται με τη συμφωνία του Τέρνμπερι. Όπως υπογράμμισε, κάθε εργασία εφαρμογής της συμφωνίας τίθεται σε αναστολή «μέχρι οι ΗΠΑ να αποφασίσουν να επανέλθουν σε μια πορεία συνεργασίας αντί για αντιπαράθεση».

Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ήταν ασυνήθιστα σκληρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ο Λάνγκε κατηγόρησε ευθέως τον Ντόναλντ Τραμπ ότι απειλεί την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία κράτους-μέλους της ΕΕ, στέλνοντας ταυτόχρονα μήνυμα αλληλεγγύης προς τη Δανία και τη Γροιλανδία. Σε συνέντευξη Τύπου, μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού» όσο συνεχίζονται οι απειλές.

Για πρώτη φορά τόσο καθαρά, κορυφαίοι ευρωπαϊκοί αξιωματούχοι άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του λεγόμενου «αντι-εξαναγκαστικού μηχανισμού» της ΕΕ, ενός εργαλείου αντιποίνων που έχει αποκτήσει το παρατσούκλι «εμπορική μπαζούκα». Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει στην Ένωση να απαντά συντονισμένα σε οικονομικές πιέσεις τρίτων χωρών, επιβάλλοντας στοχευμένα μέτρα.

Την ίδια γραμμή υιοθέτησε και ο Μάνφρεντ Βέμπερ, μία από τις πιο επιδραστικές φωνές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο οποίος δήλωσε ξεκάθαρα ότι «η έγκριση της συμφωνίας δεν είναι δυνατή σε αυτή τη φάση».

Νευρικότητα στις αγορές

Η αναζωπύρωση της έντασης δεν άφησε ανεπηρέαστες τις αγορές. Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια κατέγραψαν δεύτερη συνεχόμενη ημέρα απωλειών την Τρίτη, ενώ και στις ΗΠΑ επικράτησε επιφυλακτικότητα. Ωστόσο, η εικόνα βελτιώθηκε την Τετάρτη, μετά τη δήλωση του Τραμπ ότι δεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να αποκτήσει τη Γροιλανδία.

Στη Νέα Υόρκη, οι βασικοί δείκτες –Dow Jones, S&P 500 και Nasdaq– ενισχύθηκαν κατά περίπου 1%, ενώ στο Λονδίνο ο FTSE 100 κινήθηκε οριακά ανοδικά. Αντίθετα, τα πολύτιμα μέταλλα συνέχισαν να λειτουργούν ως καταφύγιο αβεβαιότητας, με τον χρυσό να σκαρφαλώνει σε ιστορικό υψηλό, πάνω από τα 4.840 δολάρια η ουγγιά, και το ασήμι να διατηρείται κοντά στα πρόσφατα ρεκόρ του.

Μιλώντας στο Νταβός, ο Τραμπ επανέλαβε ότι η απόκτηση της Γροιλανδίας είναι κρίσιμη για την ασφάλεια των ΗΠΑ και της Δύσης συνολικά, ζητώντας «άμεσες διαπραγματεύσεις» με τη Δανία. Παρότι απέκλεισε τη χρήση βίας, η επιμονή του έχει προκαλέσει ανησυχία όχι μόνο στην ΕΕ, αλλά και στο ΝΑΤΟ, καθώς αγγίζει ζητήματα κυριαρχίας, διεθνούς δικαίου και ισορροπιών στον Αρκτικό Κύκλο.

Το χρονόμετρο των αντιποίνων

Η αναστολή της συμφωνίας ανοίγει ξανά τον φάκελο των ευρωπαϊκών αντιποίνων. Η ΕΕ είχε ήδη προετοιμάσει κατάλογο αμερικανικών προϊόντων αξίας έως 93 δισ. ευρώ που θα μπορούσαν να επιβαρυνθούν με δασμούς, ως απάντηση στα προηγούμενα αμερικανικά μέτρα. Η εφαρμογή τους είχε «παγώσει» μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου, όμως πλέον το χρονόμετρο μετρά αντίστροφα: αν δεν υπάρξει παράταση ή έγκριση της συμφωνίας, οι δασμοί θα τεθούν σε ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συγκαταλέγεται σε εκείνους που πιέζουν για σκληρή απάντηση, υποστηρίζοντας ανοιχτά τη χρήση της «εμπορικής μπαζούκας». Σύμφωνα με τον Λάνγκε, σχετική απόφαση αναμένεται να εξεταστεί εντός των επόμενων ημερών.

Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, προειδοποίησε τους Ευρωπαίους να μην προχωρήσουν σε αντίποινα, καλώντας τους να «κάνουν ένα βήμα πίσω» και να αποφύγουν μια σπειροειδή κλιμάκωση. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τις καθυστερήσεις και τις διαφωνίες γύρω από τους δασμούς σε τεχνολογία και μέταλλα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι παγκοσμίως, με ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών που ξεπέρασαν τα 1,6 τρισ. ευρώ το 2024 – σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου. Η προοπτική μιας σύγκρουσης με τέτοιο οικονομικό βάρος ανησυχεί κυβερνήσεις και επιχειρήσεις, ιδίως σε ένα περιβάλλον ήδη αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Στο παρασκήνιο, παραμένει και η εκκρεμής απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ σχετικά με τη νομιμότητα πολλών από τους δασμούς που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ την προηγούμενη χρονιά – μια απόφαση που θα μπορούσε να αλλάξει εκ νέου τις ισορροπίες.