Η κυβέρνηση Τραμπ ως νέος μεγάλος επενδυτής στην ιδιωτική οικονομία

H αμερικανική κυβέρνηση δεν περιορίζεται πια στον ρόλο του ρυθμιστή ή του πελάτη, αλλά μπαίνει στο «παιχνίδι» ως επενδυτής με δικαιώματα ιδιοκτησίας

Ντόναλντ Τραμπ © EPA/BONNIE CASH

Η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να επαναφέρει στο προσκήνιο μια πρακτική που στις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλεί πάντα αμηχανία: την άμεση συμμετοχή του ομοσπονδιακού κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο ιδιωτικών εταιρειών, σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Semafor.

Η πρόσφατη επένδυση ύψους 1,6 δισ. δολαρίων σε αμερικανική εταιρεία εξόρυξης σπάνιων γαιών (USA Rare Earth) δεν είναι απλώς μια βιομηχανική πολιτική κίνηση. Είναι ένα πολιτικό και θεσμικό μήνυμα: το κράτος δεν περιορίζεται πια στον ρόλο του ρυθμιστή ή του πελάτη, αλλά μπαίνει στο παιχνίδι ως επενδυτής με δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Το φαινόμενο αυτό έχει αρχίσει να ανησυχεί – αλλά και να δελεάζει – τα ανώτατα στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων.

Από τη μία, κανένας CEO δεν θέλει τον Λευκό Οίκο στο μετοχολόγιό του. Από την άλλη, σε μια εποχή γεωπολιτικού ανταγωνισμού, κρατικών επιδοτήσεων και «οικονομικού πατριωτισμού», η ομοσπονδιακή συμμετοχή μπορεί να λειτουργήσει ως σφραγίδα ασφάλειας και ως μοχλός ανόδου της μετοχής.

Επιτρέπεται νομικά κάτι τέτοιο;

Η σύντομη απάντηση είναι ναι. Το αμερικανικό Σύνταγμα δεν απαγορεύει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να κατέχει μετοχές ιδιωτικών εταιρειών. Υπάρχουν, ωστόσο, σαφείς θεσμικοί περιορισμοί. Τέτοιες επενδύσεις πρέπει να εγκρίνονται από το Κογκρέσο ή να εντάσσονται σε υφιστάμενα νομοθετικά πλαίσια, όπως προγράμματα εθνικής ασφάλειας, βιομηχανικής πολιτικής ή έκτακτης ανάγκης. Η κυβέρνηση δεν μπορεί απλώς να αγοράζει μετοχές κατά βούληση, όπως ένα hedge fund.

Υπάρχει επίσης προηγούμενο. Κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το αμερικανικό κράτος απέκτησε σημαντικές μετοχικές συμμετοχές σε τράπεζες και στην αυτοκινητοβιομηχανία μέσω του προγράμματος TARP. Η General Motors και η AIG βρέθηκαν, προσωρινά, ουσιαστικά υπό κρατικό έλεγχο. Η διαφορά είναι ότι τότε η συμμετοχή παρουσιάστηκε ως αναγκαστική διάσωση και συνοδεύτηκε από ρητή δέσμευση αποχώρησης του κράτους μόλις σταθεροποιηθεί η κατάσταση.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι διαφορετικό. Δεν πρόκειται για διάσωση εταιρειών που καταρρέουν, αλλά για στρατηγικές επενδύσεις σε κλάδους που θεωρούνται κρίσιμοι για την εθνική ασφάλεια: σπάνιες γαίες, άμυνα, ημιαγωγοί, ενέργεια. Εδώ το κράτος δεν λειτουργεί ως «τελευταίος δανειστής», αλλά ως συμπαίκτης με μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά κίνητρα.

Αν η κυβέρνηση αγόραζε το 100% μιας εταιρείας;

Θεωρητικά, θα μπορούσε. Πρακτικά, κάτι τέτοιο θα σήμαινε εθνικοποίηση και θα απαιτούσε ειδική νομοθετική πράξη, με τεράστιο πολιτικό κόστος. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εταιρεία θα έπαυε να λειτουργεί ως κανονική ιδιωτική επιχείρηση.

Το Διοικητικό Συμβούλιο και ο CEO θα διορίζονταν είτε άμεσα είτε έμμεσα από την κυβέρνηση, πιθανότατα με πολιτικά κριτήρια. Αυτό είναι ακριβώς το σενάριο που οι περισσότερες αμερικανικές εταιρείες θέλουν να αποφύγουν πάση θυσία.

Μειοψηφικά ποσοστά

Γι’ αυτό και οι σημερινές κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ εστιάζουν σε μειοψηφικά ποσοστά, συχνά σε θυγατρικές ή σε μονάδες που πρόκειται να αποσχιστούν. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος αποκτά επιρροή χωρίς να αναλαμβάνει πλήρη ευθύνη διοίκησης, ενώ οι εταιρείες διατηρούν την εικόνα της ιδιωτικής διακυβέρνησης.

Εδώ πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός από κρατικές οντότητες όπως το USPS ή η Amtrak. Αυτοί οι οργανισμοί είναι δημόσιες επιχειρήσεις εκ του νόμου, με αποστολή παροχής υπηρεσιών και όχι μεγιστοποίησης κέρδους. Δεν έχουν μετόχους, δεν διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο και δεν λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς.

Η σημερινή πρακτική είναι το ακριβώς αντίθετο: το κράτος μπαίνει σε εταιρείες που παραμένουν εισηγμένες, ανταγωνιστικές και προσανατολισμένες στο κέρδος.

Τι επιδιώκει πολιτικά και οικονομικά ο Τραμπ

Ο Τραμπ αντιμετωπίζει την οικονομία με όρους επιχειρηματικής ισχύος και εθνικού ανταγωνισμού. Η συμμετοχή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε ιδιωτικές εταιρείες του επιτρέπει να ασκεί πίεση χωρίς να περνά πάντα από τη νομοθετική διαδικασία. Ως μέτοχος, το κράτος μπορεί να επηρεάζει στρατηγικές αποφάσεις, επενδυτικές προτεραιότητες και ακόμη και τη γεωγραφία της παραγωγής.

Παράλληλα, στέλνει μήνυμα στις αγορές: όποια εταιρεία ευθυγραμμίζεται με τις εθνικές προτεραιότητες της κυβέρνησης μπορεί να ανταμειφθεί με κεφάλαια, πολιτική προστασία και θεσμική εύνοια.

Για εταιρείες που δυσκολεύονται ή που δραστηριοποιούνται σε ευαίσθητους τομείς, αυτό μοιάζει με σωσίβιο. Για τους παραδοσιακούς επενδυτές, όμως, δημιουργεί νέο τύπο ρίσκου: πολιτικό ρίσκο ενσωματωμένο στο μετοχικό κεφάλαιο.

Αντιμετώπιση Λευκού Οίκου ως «επιθετικού επενδυτή»

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί CEOs έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν τον Λευκό Οίκο όπως θα αντιμετώπιζαν έναν «επιθετικό επενδυτή» (ο όρος αποδίδεται ως activist investor στα αγγλικά και είναι στην ουσία ο επενδυτής που αγοράζει μειοψηφικό πακέτο, ικανό όμως να του δώσει σημαντικό έλεγχο στη διοίκηση).

Προετοιμάζουν σενάρια, προσλαμβάνουν συμβούλους «άμυνας», και αναζητούν τρόπους είτε να κρατήσουν την κυβέρνηση σε απόσταση είτε να την κατευθύνουν σε ελεγχόμενες μορφές συμμετοχής. Δηλαδή «αν δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον Τραμπ ως επενδυτή, τότε να του πουλήσουμε αυτό που εμείς θέλουμε, πχ. μια θυγατρική που θα την πουλούσαμε έτσι κι αλλιώς, αφού όμως πρώτα του την πλασάρουμε ως ελκυστική».

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτό το μοντέλο μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να αλλοιώσει τον ίδιο τον χαρακτήρα της αμερικανικής αγοράς. Μέχρι τώρα, η ισορροπία βασιζόταν στη σαφή διάκριση κράτους και ιδιωτικού τομέα.

Η κυβέρνηση Τραμπ δοκιμάζει συνειδητά τα όρια αυτής της διάκρισης. Και όπως δείχνει η εμπειρία, το αρχικό χρηματιστηριακό «μπόνους» δεν εγγυάται μακροπρόθεσμη επιτυχία.