Η Κίνα δεν «κέρδισε» απλώς τη Λατινική Αμερική· εκμεταλλεύτηκε το κενό που άφησαν πίσω τους οι ΗΠΑ όταν άρχισαν να αποσύρουν κεφάλαια, προσοχή και πολιτικό ενδιαφέρον από την ήπειρο μετά το 2001. Μέσα σε δύο δεκαετίες, από το 2001 έως το 2020, αναδείχθηκε στον βασικό πάροχο επενδύσεων, δανείων και αγορών για πολλές χώρες της περιοχής, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να χάσουν την παραδοσιακή τους πρωτοκαθεδρία σε μια ζώνη που αντιμετώπιζαν για έναν αιώνα ως «πίσω αυλή» τους.
Τα στοιχεία που παρουσιάζει ο αναπληρωτής καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικής Επιστήμης του Καθολικού Πανεπιστημίου της Χιλής Francisco Urdínez* στο πρόσφατο βιβλίο του, με τίτλο «Economic Displacement: China and the End of US Primacy in Latin America», δείχνουν τι προσπαθεί να πετύχει η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ με το περίφημο «Δόγμα Ντονρόε», την πρόσφατη παρέμβαση στην Βενεζουέλα και σειρά κινήσεων.
Ο Urdínez δείχνει ότι το παγκόσμιο «οικονομικό κέντρο βάρους» μετακινήθηκε τις δυο τελευταίες δεκαετίες από τον Βόρειο Ατλαντικό προς την Ανατολική Ασία, με την Κίνα να γίνεται ο νέος πυλώνας του διεθνούς συστήματος. Το 2000, μόλις δέκα κινεζικές επιχειρήσεις βρίσκονταν στη λίστα των 500 μεγαλύτερων πολυεθνικών, ενώ οι αμερικανικές ήταν 179· το 2020 οι κινεζικές είχαν φτάσει τις 124, ξεπερνώντας οριακά τις αμερικανικές.
Στον τραπεζικό κλάδο, η Industrial and Commercial Bank of China αναδείχθηκε η μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα του κόσμου και οι τέσσερις πρώτες θέσεις της κατάταξης καταλήφθηκαν από κινεζικά ιδρύματα, την ώρα που παραδοσιακοί αμερικανικοί κολοσσοί υποχωρούσαν.
Η Κίνα και η πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος»
Πίσω από αυτά τα νούμερα κρύβεται μια επιθετική, αλλά όχι πάντα συνειδητά «γεωπολιτική», στρατηγική διεθνοποίησης του κινεζικού κρατικού κεφαλαίου, που ξεκίνησε με την πολιτική «Going Global» το 2000 και απογειώθηκε με την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» το 2013 στο πλαίσιο της οποίας εντάχθηκε και η απόκτηση του λιμανιού του Πειραιά από την Cosco.
Το Πεκίνο έδωσε ώθηση σε κρατικές επιχειρήσεις και «πολιτικές τράπεζες» να βγουν έξω, να επενδύσουν, να δανείσουν και να κατασκευάσουν υποδομές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Η Λατινική Αμερική, μακριά γεωγραφικά από το Πεκίνο και ιστορικά δεμένη με τις ΗΠΑ, έμοιαζε αρχικά απίθανος προορισμός· ωστόσο, η αποχώρηση των αμερικανικών κεφαλαίων μετά το 2001 την μετέτρεψε σε ιδανικό πεδίο για αυτή τη νέα κινεζική εξωστρέφεια.
Στο βιβλίο τεκμηριώνεται ότι μεταξύ 2001 και 2021 η Κίνα κατάφερε να «εκτοπίσει» οικονομικά τις ΗΠΑ στις 10 από τις 12 χώρες της Νότιας Αμερικής, ένα τμήμα που συγκεντρώνει περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού και το 80% του ΑΕΠ της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής. Το ερώτημα δεν είναι απλώς πώς ανέβηκε η Κίνα, αλλά πώς μπόρεσε να ξεπεράσει τις ΗΠΑ μέσα στην ίδια τους τη σφαίρα επιρροής χωρίς να έχει μεγαλύτερη συνολική οικονομία ή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Και, κυρίως, χωρίς μέχρι πρόσφατα να υπάρχει ουσιαστική αντίδραση από τις ΗΠΑ.
Ο δείκτης «οικονομικού βάρους»: Πώς μετράται η εκτόπιση των ΗΠΑ
Για να απαντήσει στο «πώς», ο Urdínez φτιάχνει έναν σύνθετο Δείκτη Οικονομικού Βάρους που σταθμίζει τέσσερις ροές: εξαγωγές προς μια μεγάλη δύναμη, άμεσες επενδύσεις, δάνεια και αναπτυξιακή βοήθεια, όλα σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας–δέκτη. Με αυτόν τον τρόπο δεν μετρά απλώς το μέγεθος της Κίνας ή των ΗΠΑ, αλλά το πόσο «βαριά» πατάει κάθε μία μέσα στην οικονομία της Βραζιλίας, της Αργεντινής ή του Περού.
Κάνοντας τη χρονιά 2001 βάση 100, δείχνει ότι το κινεζικό οικονομικό βάρος στην περιοχή Λατινικής Αμερικής–Καραϊβικής αυξήθηκε 15 φορές μέχρι το 2020. Στη Νότια Αμερική η αύξηση είναι ακόμη πιο εκρηκτική: σε ορισμένες υποπεριοχές έφτασε μέχρι και 40 φορές σε σχέση με το 2001, ιδίως στην κορύφωση του εμπορικού «υπερκύκλου» των πρώτων υλών.
Την ίδια περίοδο, το οικονομικό βάρος των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική συρρικνώνεται κατά περίπου ένα τέταρτο σε σχέση με το 2001, ύστερα από μια προηγούμενη φάση απόλυτης κυριαρχίας τη δεκαετία του 1990. Ειδικά στη Νότια Αμερική, ο δείκτης για τις ΗΠΑ πέφτει περίπου στο μισό, ενώ σε Κεντρική Αμερική και Καραϊβική μειώνεται λιγότερο – κι εκεί άλλωστε οι ΗΠΑ παραμένουν ο κυρίαρχος παίκτης. Το 2001 σχεδόν όλη η ήπειρος βρισκόταν στην πλευρά των ΗΠΑ· μέχρι το 2020, ο χάρτης αλλάζει δραματικά, με Βραζιλία, Αργεντινή, Περού, Εκουαδόρ, Ουρουγουάη, Παναμά, Βενεζουέλα και άλλες να έχουν περάσει σε «κινεζική υπεροχή».
Σύμφωνα με τον Χιλιανό καθηγητή πανεπιστημίου, σε παγκόσμιο επίπεδο, ελάχιστες χώρες καταφέρνουν να αυξήσουν ταυτόχρονα το οικονομικό βάρος και των δύο δυνάμεων. Στο διάγραμμα, το κέντρο μένει κενό: οι περισσότερες περιπτώσεις ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο όπου η ενίσχυση της μίας υπερδύναμης συνδέεται με σχετική υποχώρηση της άλλης. Με απλά λόγια, είναι πολύ δύσκολο να τα έχεις καλά «και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ» για πολύ καιρό.
Πώς οι ΗΠΑ άδειασαν το γήπεδο – και το γέμισε το Πεκίνο
Η βασική υπόθεση του βιβλίου είναι ότι η «εκτόπιση» δεν οφείλεται μόνο στην άνοδο της Κίνας, αλλά στην παράλληλη συστολή της αμερικανικής παρουσίας. Στη δεκαετία του 1990, οι ΗΠΑ ζούσαν τη χρυσή εποχή της «μοναδικής υπερδύναμης»: οι εξαγωγές, οι επενδύσεις και τα δάνεια προς τη Λατινική Αμερική εκτινάσσονται, η NAFTA με το Μεξικό και τον Καναδά ενισχύει τις ροές, και η Ουάσιγκτον προωθεί με αυτοπεποίθηση τη «Συναίνεση της Ουάσιγκτον».
Μετά το 2001, όμως, το βλέμμα στρέφεται αλλού: «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», Ιράκ, Αφγανιστάν, αργότερα η αντιπαράθεση με τη Ρωσία και τη «στροφή προς την Ασία» περιορίζουν τον χρόνο, τα χρήματα και το πολιτικό κεφάλαιο που αφιερώνεται στη Λατινική Αμερική. Η συζήτηση περί «retrenchment» –σκόπιμης μείωσης εξωτερικών δεσμεύσεων– μεταφράζεται στην πράξη σε λιγότερη χρηματοδότηση, λιγότερα μεγάλα έργα υποδομής και δισταγμό απέναντι σε νέα προγράμματα βοήθειας.
Τα στοιχεία που συγκεντρώνει ο Urdínez για το αμερικανικό επενδυτικό απόθεμα είναι χαρακτηριστικά: το μερίδιο της Λατινικής Αμερικής στις συνολικές εξωτερικές επενδύσεις των ΗΠΑ πέφτει από περίπου 20% στο τέλος του 20ού αιώνα σε μόλις 5% το 2020. Αντίστοιχα, τα δάνεια από θεσμούς όπου η Ουάσιγκτον έχει καθοριστικό βάρος –ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΙΔΒ– παραμένουν, αλλά μετατοπίζονται προς προγράμματα σταθεροποίησης και κοινωνικών πολιτικών, όχι σε σκληρές υποδομές.
Σε πολιτικό επίπεδο, η «Ροζ Παλίρροια» των αριστερών κυβερνήσεων –Τσάβες, Λούλα, Κίρχνερ, Κορέα κ.ά.– ενίσχυσε την καχυποψία προς την Ουάσιγκτον και τη Συναίνεση της Ουάσιγκτον (το περίφημο Washington Consensus της δεκαετίας του 1990), ακριβώς την ώρα που οι υψηλές τιμές πετρελαίου, χαλκού και σόγιας έδιναν και δίνουν στις τοπικές κυβερνήσεις δημοσιονομικό αέρα και αυτοπεποίθηση. Αντί να λειτουργήσει ως κίνητρο για μια ανανεωμένη αμερικανική προσέγγιση, η τάση αυτή οδήγησε πολλές φορές σε διπλωματικό πάγωμα.
Ενώ λοιπόν οι ΗΠΑ αποσύρονταν, η Κίνα έκανε – και εξακολουθεί να κάνει – το αντίθετο: αυξάνει κατακόρυφα το εμπόριο πρώτων υλών –χαλκό από Χιλή και Περού, σόγια από Βραζιλία και Αργεντινή, πετρέλαιο από Βενεζουέλα– και χτίζει πάνω σε αυτό δίκτυα δανείων, επενδύσεων και έργων υποδομής. Από το 2005 έως το 2020, οι πολιτικές τράπεζες της Κίνας διοχέτευσαν περίπου 136 δισ. δολάρια σε δάνεια προς τη Λατινική Αμερική, περισσότερο από ό,τι ο ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα μαζί σε σειρά ετών.
Ειδικά στην ενέργεια και στις μεταφορές, οι κινεζικές εταιρείες και τράπεζες άρχισαν να αναλαμβάνουν ρόλο «μονοπωλιακού προμηθευτή» εκεί όπου παλαιότερα πρωτοστατούσαν αμερικανικές ή ευρωπαϊκές εταιρείες. Στα έργα υποδομής, για παράδειγμα, τα κινεζικά δάνεια για ενέργεια και δίκτυα έφτασαν να ξεπερνούν, από ένα σημείο και μετά, τη συνολική χρηματοδότηση που δίνουν από κοινού η Διεθνής Τράπεζα, η ΙΔΒ και η νέα αμερικανική κρατική αναπτυξιακή τράπεζα DFC (γνωστή και από κινήσεις που ετοιμάζει αυτό τον καιρό στην Ελλάδα).
Κυβερνήσεις, εταιρείες, περιφέρειες που στράφηκαν στην Κίνα
Το κρίσιμο σημείο που επισημαίνεται στο βιβλίο είναι ότι η κινεζική διείσδυση δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα «στρατηγικού σχεδίου» του Πεκίνου, αλλά και έντονης ζήτησης από λατινοαμερικανικές ελίτ που ζητούσαν λύσεις – χρήμα, έργα, εμβόλια – εκεί όπου η Δύση δεν πρόσφερε ελκυστικές επιλογές.
Στην Αργεντινή, η ιστορία των δύο υδροηλεκτρικών φραγμάτων στην Παταγονία, στις όχθες του ποταμού Σάντα Κρους, είναι χαρακτηριστική. Το σχέδιο μελετάται από τη δεκαετία του 1950, αλλά οι πρώτοι διαγωνισμοί τη δεκαετία του 2000 καταρρέουν: δεν υπάρχει διαθέσιμη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση και οι δυτικές εταιρείες δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με τον ενεργειακό ισολογισμό της χώρας να βουλιάζει σε μεγάλα ελλείμματα από το 2010 και μετά, η κυβέρνηση Κίρχνερ είδε στο Πεκίνο τον μόνο παίκτη που μπορεί να φέρει πάνω από 4,7 δισ. δολάρια χρηματοδότησης, τεχνογνωσία κατασκευής και μακρά περίοδο χάριτος αποπληρωμής.
Το κινεζικό κρατικό κολοσσό Gezhouba, σε κοινοπραξία με την αργεντίνικη Electroingeniería, κερδίζει τον διαγωνισμό το 2013, με δάνειο από τρεις κινεζικές τράπεζες που καλύπτει όχι μόνο το πλήρες κόστος του έργου, αλλά ακόμη και εγχώριους φόρους όπως ο ΦΠΑ. Οι όροι αποπληρωμής συνδέονται με τη μελλοντική παραγωγή ενέργειας, κάτι που καμία δυτική τράπεζα δεν είχε προσφέρει. Παρά τις πολλές αδυναμίες του έργου –τεχνικές, περιβαλλοντικές, ακόμη και γεωπολιτικές– η κινεζική προσφορά είναι πρακτικά η μόνη στο τραπέζι.
Στο Περού, το λιμάνι του Chancay, βόρεια της Λίμα, ξεκινά ως ιδιωτική πρωτοβουλία: μια τοπική μεταλλευτική εταιρεία, η Volcan, αντιλαμβάνεται ότι τα ορυχεία της κεντρικής οροσειράς χρειάζονται νέο, βαθύ λιμάνι για να εξάγουν μέταλλα στην Ασία πιο γρήγορα και φθηνά. Αφού επενδύει δικά της κεφάλαια, αναζητεί στρατηγικό εταίρο με εμπειρία και χρήμα.
Μετά από επαφές με Ευρωπαίους, Ασιάτες και Αμερικανούς, ο μόνος που αναλαμβάνει είναι η COSCO Shipping, θυγατρική ενός κινεζικού ναυτιλιακού ομίλου που ήδη διαχειρίζεται το λιμάνι του Πειραιά. Από το 2019, η COSCO αποκτά το 60% του έργου, δεσμεύοντας περίπου 3 δισ. δολάρια για να μετατρέψει το Chancay στον πρώτο μεγάλο κόμβο υπερμεγέθων εμπορευματοκιβωτιοφόρων μεταξύ Κίνας και Δυτικής Νότιας Αμερικής.
Και εδώ, η πρωτοβουλία δεν ξεκινά από Πεκίνο–Λίμα, αλλά από την τοπική επιχειρηματική ελίτ που ψάχνει κεφάλαιο, τεχνογνωσία και πρόσβαση στα κινεζικά εμπορικά δίκτυα. Το περουβιανό κράτος έρχεται αργότερα, ως διευκολυντής και πολιτικός υποστηρικτής.
Το ίδιο συνέβη και με την πανδημία COVID-19 στη Βραζιλία. Την ώρα που ο Ζαΐρ Μπολσονάρο προχωρούσε σε δημόσιες επιθέσεις προς την Κίνα και καθυστερούσε τις αποφάσεις για εμβόλια, οι κυβερνήτες και οι δήμαρχοι απευθύνονταν μόνοι τους στην κινεζική πλευρά για μάσκες, τεστ, αναπνευστήρες και δόσεις εμβολίων. Σχεδόν όλα τα κινεζικά δωρεάν φορτία με υλικό (πάνω από 23 εκατ. δολάρια σε αξία) κατέληγαν απευθείας σε κρατίδια και δήμους – όχι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Το Ινστιτούτο Butantan στο Σάο Πάολο έκλεισε συμφωνία με τη Sinovac για την παραγωγή του CoronaVac στη Βραζιλία, με κινεζικές πρώτες ύλες, και έτρεξε ένα πρωτοφανές πείραμα πλήρους εμβολιασμού ενός δήμου (Serrana) για να αποδείξει την αποτελεσματικότητα του κινεζικού εμβολίου. Στο μεταξύ, κινεζικές εταιρείες με ισχυρή παρουσία στη χώρα (State Grid, Three Gorges, CMOC, Alibaba κ.ά.) στέλνουν δωρεές εκεί όπου έχουν εργοστάσια και παραχωρήσεις, ουσιαστικά «παρακάμπτοντας» την αντικινεζική ρητορική της κεντρικής κυβέρνησης.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Κίνα δεν «επέβαλε μοντέλο», κάλυψε ένα κενό. Οι τοπικές ελίτ –κυβερνήσεις, περιφέρειες, επιχειρήσεις– ζητούσαν (και ζητούν) από το Πεκίνο ό,τι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να προσφέρουν η Ουάσιγκτον, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ή οι διεθνείς οργανισμοί.
Η πολιτική καταιγίδα: Γνώμη, ελίτ, διεθνείς οργανισμοί
Η οικονομική εκτόπιση έχει όμως και σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Στο επίπεδο της κοινής γνώμης, ο Urdínez χρησιμοποιεί έρευνες του Latinobarómetro το 2015 και το 2023 για να δείξει πώς αλλάζει η αντίληψη των πολιτών. Το 2015, σε 17 χώρες, το 57% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι έχει «πολλή» ή «κάποια» εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ΗΠΑ να λύσουν τα προβλήματα της Λατινικής Αμερικής, ενώ για την Κίνα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 45%. Όμως, στις χώρες όπου είχε ήδη συντελεστεί οικονομική εκτόπιση, η πιθανότητα κάποιος να θεωρεί την Κίνα ικανότερη από τις ΗΠΑ αυξανόταν θεαματικά, ενώ η εικόνα των ΗΠΑ επιδεινωνόταν.
Με βάση μοντέλα που «έτρεξε» ο καθηγητής, η οικονομική εκτόπιση αυξάνει κατά περίπου 30 ποσοστιαίες μονάδες την πιθανότητα να εμπιστεύεται κανείς την Κίνα και μειώνει κατά 21 μονάδες την πιθανότητα να εμπιστεύεται τις ΗΠΑ ως ικανές να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της περιοχής. Το 2023, όταν ρωτήθηκαν αν η χώρα τους πρέπει να έχει στενότερη σχέση με τις ΗΠΑ ή με την Κίνα, σε χώρες με εκτόπιση οι πολίτες ήταν αισθητά λιγότερο πρόθυμοι να προκρίνουν τις ΗΠΑ και περισσότερο διατεθειμένοι να επιλέξουν την Κίνα ή μια «ισόρροπη» στάση.
Στο επίπεδο των ελίτ, τα δεδομένα της έρευνας PELA για πάνω από 2.500 βουλευτές σε 15 χώρες δείχνουν ότι όσο βαθαίνει η κινεζική οικονομική παρουσία, τόσο μειώνεται η προθυμία των νομοθετών να θεωρήσουν τις ΗΠΑ πρώτη προτεραιότητα εξωτερικής πολιτικής ή τον προτιμώμενο εμπορικό εταίρο. Ακόμη πιο ενδιαφέρον: σε χώρες όπου έχει συμβεί εκτόπιση, τα κυβερνητικά κόμματα τείνουν να βλέπουν με πολύ πιο κρύο μάτι την ιδέα μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ, σε σχέση με την αντιπολίτευση.
Η περίπτωση της κινεζικής διαστημικής βάσης στην Παταγονία (Neuquén) είναι ενδεικτική του πώς η οικονομική εξάρτηση μεταφράζεται σε πολιτικά διλήμματα. Το 2014–15, το αργεντίνικο Κογκρέσο συζήτησε και ενέκρινε μια συμφωνία που επιτρέπει στην Κίνα να κατασκευάσει και να λειτουργεί για 50 χρόνια ένα σταθμό βαθιάς διαστημικής τηλεπισκόπησης στην επαρχία Neuquén, με σημαντικές φοροαπαλλαγές και ιδιαίτερα νομικά καθεστώτα για το κινεζικό προσωπικό.
Οι βουλευτές που στήριξαν την κυβέρνηση Κίρχνερ υπερασπίζονταν τη συμφωνία ως ευκαιρία τεχνολογικής και οικονομικής αναβάθμισης, ζωτικής σημασίας σε μια συγκυρία όπου η Κίνα ήταν πλέον ο μεγαλύτερος εμπορικός και χρηματοδοτικός εταίρος της χώρας. Οι αντίπαλοι τη χαρακτήριζαν επικίνδυνη παραχώρηση κυριαρχίας, αναφέρονται στο ενδεχόμενο στρατιωτικής χρήσης και προειδοποιούν ότι η Αργεντινή απλώς αντικαθιστά μiα εξάρτηση από τις ΗΠΑ με άλλη από την Κίνα.
Τέλος, στον ΟΗΕ και στον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (OAS), ο Urdínez εντοπίζει ότι, μόλις μια χώρα περάσει στην πλευρά της κινεζικής υπεροχής, μειώνεται σταθερά η πιθανότητα να ψηφίζει ευθυγραμμισμένη με τις ΗΠΑ σε ψηφίσματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανάπτυξη ή κρίσεις όπως στη Βενεζουέλα και τη Νικαράγουα. Στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, για παράδειγμα, μια λατινοαμερικανική χώρα που έχει «εκτοπίσει» τις ΗΠΑ είναι πολλαπλάσια πιθανό να καταψηφίσει ψήφισμα που υποστηρίζει η Ουάσιγκτον, σε σχέση με μια χώρα όπου οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν μεγαλύτερο οικονομικό βάρος.
Ένα νέο ψυχροπολεμικό σκηνικό, με οικονομικά όπλα
Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι ανησυχητικό για την Ουάσιγκτον: η ηγεμονία δεν χάθηκε επειδή η Κίνα «έκλεψε» συμμάχους, αλλά επειδή οι ίδιες οι ΗΠΑ σταμάτησαν να επενδύουν πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στην περιοχή, την ώρα που το Πεκίνο προσφερόταν ως εναλλακτικός πάροχος. Στα επόμενα χρόνια, αναμένεται ο ανταγωνισμός να μην θυμίζει τόσο τον στρατιωτικό Ψυχρό Πόλεμο ΗΠΑ–ΕΣΣΔ, όσο μια «ηγεμονική μετάβαση» τύπου Βρετανίας–ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα: δύο καπιταλιστικές δυνάμεις που ανταγωνίζονται για το ποια θα προσφέρει πιο ελκυστικά οικονομικά «πακέτα» σε τρίτους.
Σε αυτό το παιχνίδι, η Λατινική Αμερική είναι ήδη χωρισμένη στα δύο: στη Νότια Αμερική, η Κίνα έχει γίνει ο βασικός οικονομικός εταίρος των περισσότερων χωρών, ενώ στο Μεξικό, την Κεντρική Αμερική και μεγάλο μέρος της Καραϊβικής, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να κρατούν τα σκήπτρα.
Το αν η Ουάσιγκτον μπορεί –ή θέλει– να ανατρέψει την εκτόπιση, επανερχόμενη ως μεγάλος πάροχος επενδύσεων και υποδομών, μένει ανοιχτό. Μέχρι στιγμής, πρωτοβουλίες όπως το Build Back Better World ή η DFC δεν έχουν πλησιάσει, σε κλίμακα και ταχύτητα, τα κινεζικά κεφάλαια.
Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του Urdínez δείχνει με πειστικό τρόπο ότι η Κίνα «πέταξε εκτός παιχνιδιού» τις ΗΠΑ στη μισή σχεδόν Λατινική Αμερική όχι επειδή οι ηγέτες της περιοχής έγιναν ξαφνικά φιλοκινεζικοί, αλλά γιατί πρόσφερε αυτό που ζητούσαν: χρήμα, έργα, αγορές, εμβόλια – εκεί που ο παλιός ηγεμόνας είχε πάψει να απαντά στο τηλέφωνο!
(*) Ο Francisco Urdinez είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικής Επιστήμης του Ποντιφικού Καθολικού Πανεπιστημίου της Χιλής, όπου επίσης διευθύνει το έργο Millennium Nucleus για τις Επιπτώσεις της Κίνας στη Λατινική Αμερική (ICLAC) σχετικά με τις επιπτώσεις της Κίνας στη Λατινική Αμερική, μια μεγάλη επιχορήγηση διάρκειας 3 ετών που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Επιστήμης της Χιλής.