Για δεκαετίες, η παγκόσμια πυρηνική ισορροπία θύμιζε ένα επικίνδυνο αλλά σχετικά προβλέψιμο παιχνίδι ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις: Τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση (αργότερα η Ρωσία), διατηρούσαν τεράστια οπλοστάσια, περιορισμένα όμως από συμφωνίες ελέγχου εξοπλισμών, που στόχευαν στη μείωση του κινδύνου καταστροφικού λάθους. Σήμερα, αυτό το πλαίσιο καταρρέει, σύμφωνα με ανάλυση του Economist.
Η λήξη της συνθήκης New START φέτος, στις 5 Φεβρουαρίου, χωρίς διάδοχη συμφωνία, συμπίπτει με την ταχύτατη άνοδο της Κίνας ως τρίτου πυρηνικού παίκτη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για έναν νέο, πιο σύνθετο και δυνητικά πιο ασταθή ανταγωνισμό.
Ήδη η Κίνα έχει τις περισσότερες πυρηνικές κεφαλές παγκοσμίως, μετά τις ΗΠΑ και τη Ρωσία (διάγραμμα).

Όταν ο Σι Τζινπίνγκ ανέλαβε την ηγεσία της Κίνας το 2012, το Πεκίνο διέθετε περίπου 240 πυρηνικές κεφαλές. Ήταν ένας αριθμός μικρός σε σύγκριση με τις 1.550 κεφαλές που επιτρεπόταν να έχουν σε ετοιμότητα οι ΗΠΑ και η Ρωσία βάσει της New START, αλλά και με τα συνολικά αποθέματα των δύο χωρών, που ξεπερνούν τις 5.000 κεφαλές η καθεμία.
Η αμερικανική στρατηγική βασιζόταν στην υπόθεση ότι, σε οποιοδήποτε πυρηνικό σενάριο με την Κίνα, το τεράστιο πλεονέκτημα ισχύος των ΗΠΑ θα εξασφάλιζε αποτρεπτική υπεροχή. Αυτή η υπόθεση πλέον αμφισβητείται σοβαρά.
Η Κίνα θα φτάσει τις 1000 πυρηνικές κεφαλές
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες αμερικανικές εκτιμήσεις, η Κίνα διαθέτει σήμερα περίπου 600 πυρηνικές κεφαλές και βρίσκεται σε τροχιά να φτάσει τις 1.000 ή και περισσότερες έως το 2030. Πρόκειται για τον ταχύτερο ρυθμό πυρηνικής ενίσχυσης που έχει καταγραφεί παγκοσμίως από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Παρότι το Πεκίνο συνεχίζει να μιλά για «ύψιστη αυτοσυγκράτηση» και να δηλώνει ότι δεν θα εμπλακεί ποτέ σε πυρηνικό ανταγωνισμό, η πραγματικότητα δείχνει μια χώρα που χτίζει συστηματικά πλήρεις δυνατότητες πυρηνικού πλήγματος από αέρα, ξηρά και θάλασσα.
Οι πρόσφατες στρατιωτικές παρελάσεις στην Κίνα δεν άφησαν πολλά περιθώρια αμφιβολίας. Τεράστιοι διηπειρωτικοί πύραυλοι, ορισμένοι τόσο μεγάλοι που μεταφέρονται σε τμήματα, νέα υποβρύχια και εξελιγμένα βομβαρδιστικά αποτελούν μέρος μιας σαφούς επίδειξης ισχύος.
Παράλληλα, η Κίνα έχει επενδύσει σε συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Νέοι δορυφόροι και ισχυρά ραντάρ μπορούν να εντοπίσουν εκτόξευση πυραύλων μέσα σε τρία με τέσσερα λεπτά, επιτρέποντας στο Πεκίνο να εξετάσει ακόμη και σενάρια άμεσης ανταπόδοσης πριν τα εχθρικά όπλα φτάσουν στον στόχο τους.
Τα στερεά καύσιμα πρόσθετη απειλή
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάπτυξη περίπου 100 πυραύλων σε σιλό στερεών καυσίμων, σε τρεις τεράστιες περιοχές που, σύμφωνα με αμερικανικές εκτιμήσεις, θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν έως και 320 πυραύλους. Τα στερεά καύσιμα επιτρέπουν ταχύτερη εκτόξευση και υψηλότερη ετοιμότητα.
Οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ήδη πραγματοποιήσει εντυπωσιακές δοκιμές, όπως εκτόξευση πυραύλου με πυρηνική δυνατότητα σε απόσταση 11.000 χιλιομέτρων στον Ειρηνικό το 2024, καθώς και πολλαπλές εκτοξεύσεις μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.
Οι λόγοι πίσω από αυτή την επιτάχυνση αποτελούν αντικείμενο έντονης συζήτησης. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι ο Σι Τζινπίνγκ επιδιώκει πρωτίστως μια αξιόπιστη ικανότητα δεύτερου πλήγματος, δηλαδή τη βεβαιότητα ότι η Κίνα θα μπορούσε να απαντήσει ακόμη και μετά από ένα αιφνιδιαστικό αμερικανικό χτύπημα.
Άλλοι επισημαίνουν την ανάπτυξη μικρότερων πυρηνικών κεφαλών, με ισχύ κάτω των δέκα κιλοτόνων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε πιο «περιορισμένα» σενάρια, όπως επιθέσεις σε στρατιωτικές βάσεις στον Ειρηνικό.
Ο κινεζικός βαλλιστικός πύραυλος DF-26, γνωστός και ως «φονιάς του Γκουάμ», εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Είναι μέσου βεληνεκούς (στα 5000 χλμ) και μπορεί να δεχτεί συμβατική ή πυρηνική κεφαλή βάρους έως 1800 κιλών. Ξεκίνησε να αναπτύσσεται το 2016.

Koντινή λήψη του κινεζικού βαλλιστικού πυραύλου DF-26 με δυνατότητα πυρηνικής κεφαλής © Wikimedia
Υπάρχει και μια τρίτη ανάγνωση: ότι ένα διευρυμένο πυρηνικό οπλοστάσιο αποτελεί σύμβολο μεγάλης δύναμης. Η Κίνα ήδη κατέχει την τρίτη θέση παγκοσμίως σε αριθμό πυρηνικών όπλων και ίσως επιδιώκει ένα επίπεδο ισχύος ανάμεσα στις 1.000 και 5.000 κεφαλές, αρκετό για να την εδραιώσει ως υπερδύναμη χωρίς να εμφανίζεται «ανεύθυνη».
Δίκοπο μαχαίρη η λήξη της Συνθήκης New START
Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε στρατηγικό σταυροδρόμι. Η λήξη της New START απελευθερώνει τα χέρια τους, αλλά ταυτόχρονα αφαιρεί ένα βασικό εργαλείο σταθερότητας.
Το Πεντάγωνο ανησυχεί πλέον ανοιχτά για το ενδεχόμενο ταυτόχρονης ή συντονισμένης πίεσης από Κίνα και Ρωσία. Οι δύο χώρες ενισχύουν τη συνεργασία τους, ανταλλάσσουν τεχνολογία και πραγματοποιούν κοινές ασκήσεις, ακόμη και με πυρηνικά βομβαρδιστικά.
Οι προτάσεις για την αμερικανική απάντηση ποικίλλουν. Ορισμένοι κύκλοι εισηγούνται δραστική αύξηση του αριθμού των αναπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών, ακόμη και υπερδιπλασιασμό τους έως το 2050.
Άλλοι υποστηρίζουν ότι μια πιο περιορισμένη ενίσχυση, της τάξης των 300 έως 500 πρόσθετων κεφαλών, θα αρκούσε για να καλύψει τα νέα κινεζικά σιλό και να διατηρήσει την αποτροπή. Το βέβαιο είναι ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αύξηση θα απαιτήσει χρόνο.
Οι ΗΠΑ ήδη δυσκολεύονται να εκσυγχρονίσουν την πυρηνική τους τριάδα, με νέα διηπειρωτικά πυραυλικά συστήματα, υποβρύχια και βομβαρδιστικά να καθυστερούν και να ξεφεύγουν από τον προϋπολογισμό.
Πρόσθετες κεφαλές σε υπάρχοντα συστήματα
Βραχυπρόθεσμα, η Ουάσιγκτον μπορεί μόνο να «φορτώσει» επιπλέον κεφαλές σε υπάρχοντα συστήματα, μια διαδικασία που απαιτεί από μήνες έως χρόνια, ανάλογα με το όπλο.
Μακροπρόθεσμα, όμως, αν ο ανταγωνισμός κλιμακωθεί, οι ΗΠΑ θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια Ρωσία που μπορεί να παράγει εκατοντάδες νέες κεφαλές ετησίως και με μια Κίνα που ανεβάζει διαρκώς ταχύτητα.
Το μεγαλύτερο διακύβευμα ίσως δεν είναι οι αριθμοί, αλλά η διάβρωση της διεθνούς εμπιστοσύνης. Καθώς το πυρηνικό τοπίο γίνεται πιο πολυπολικό, αυξάνεται ο κίνδυνος παρεξηγήσεων, λανθασμένων υπολογισμών και αλυσιδωτών αντιδράσεων.
Ινδία και Πακιστάν παρακολουθούν τις εξελίξεις
Ήδη, χώρες όπως η Ινδία και το Πακιστάν παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, ενώ σύμμαχοι των ΗΠΑ, από τη Νότια Κορέα έως την Ευρώπη, ανησυχούν για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων.
Ένας κόσμος όπου τα πυρηνικά οπλοστάσια μειώνονταν σταδιακά φαίνεται να ανήκει στο παρελθόν.
Στη θέση του αναδύεται μια νέα εποχή ανταγωνισμού, με περισσότερους παίκτες, λιγότερους κανόνες και μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Και σε αυτό το σκηνικό, η άνοδος της Κίνας και η απάντηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο κινδύνου για τις επόμενες δεκαετίες.