Πόσο ακόμη θα αντέξει το βέτο εντός των τειχών της ΕΕ;

Η αρχή της ομοφωνίας στην ΕΕ εχει μετατραπεί από εγγύηση ενότητας σε εμπόδιο ισχύος με φόντο τις μεγάλες γεωπολιτικές προκλήσεις της Ευρώπης

Η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης © Unsplash

Σημεία των καιρών: την περασμένη Τρίτη, η Ουγγαρία με τη συνδρομή της Σλοβακίας προσέφυγε στο Δικαστήριο της ΕΕ για να ακυρωθεί η απόφαση της Ένωσης για οριστική παύση εισαγωγής ρωσικού αερίου έως το 2027.

Οι δύο χώρες είχαν ψηφίσει κατά της απόφασης -με τη Βουλγαρία να απέχει-, συνεπώς το «ναι» στην απαγόρευση στηρίχθηκε από τα 24 κράτη-μέλη. Ένα ακόμη πλήγμα στη δυνατότητα της ΕΕ να παίρνει σημαντικές αποφάσεις, μια ακόμη ένδειξη ότι στον τομέα της αποτελεσματικότητας η Ένωση παίρνει κάτω από τη βάση…

Την ίδια ώρα, αναζωπυρώνεται η συζήτηση για τη δημιουργία μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων. Κι αυτό, τις παραμονές δύο πολύ σημαντικών συνόδων. Στις 12 Φεβρουαρίου έχουμε άτυπη σύνοδο κορυφής της ΕΕ για την ενιαία αγορά. Μια ημέρα αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου, συγκαλείται η Διάσκεψη Ασφάλειας στο Μόναχο. Θα γίνουν άραγε οι διασκέψεις αυτές το εφαλτήριο για την ενεργοποίηση σχεδίων αλλαγής της δομής της ΕΕ, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα; Δεν είναι και τόσο εύκολο…

Πρώτος ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της Ευρώπης των δύο ταχυτήτων. Ενόψει της άτυπης συνόδου, είχε τηλεδιάσκεψη με τους ομολόγους του από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Ολλανδία και την Πολωνία. «Ως έξι μεγάλες οικονομίες στην Ευρώπη μπορούμε να αποτελέσουμε κινητήρια δύναμη» επισήμανε.

Ο πρόεδρος της Διάσκεψης του Μονάχου, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, δήλωσε πως το βέτο καταδικάζει την Ευρώπη στη σιωπή. Ένθερμος υποστηρικτής της λήψης αποφάσεων στην ΕΕ με πλειοψηφία, ισχυρίστηκε πως «είναι ευκολότερο να επιβληθούν τα συμφέροντα της ΕΕ για να μην αφήνουμε στη διακριτική ευχέρεια του ενός ή του άλλου μέλους να μας καταδικάζει στη σιωπή» (Το Βήμα, 1/2/2026).

Αλλά και ο Μάριο Ντράγκι -που θα είναι παρών στη Σύνοδο της 13ης Φεβρουαρίου μαζί με τον Ενρίκο Λέτα-, μιλώντας στο πανεπιστήμιο της Λουβέν στο Βέλγιο, υπογράμμισε ότι «η Ευρώπη πρέπει να επιδιώξει έναν ρεαλιστικό φεντεραλισμό». Ρεαλιστικό, διότι πρέπει να κάνουμε τα βήματα που είναι σήμερα εφικτά, με τους εταίρους που είναι σήμερα πρόθυμοι στους τομείς όπου μπορεί να σημειωθεί αυτήν την στιγμή πρόοδος.

Η γεωπολιτική ασφυξία της Ευρώπης, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η διαταραχή στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και η άνοδος της Κίνας πυροδοτούν μια ανατροπή δεδομένων στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ, που πριν από λίγο καιρό απλώς βρισκόταν στη σφαίρα της φιλολογίας και μελλοντολογίας. Τώρα, η σκληρή πραγματικότητα φέρνει τα πάνω, κάτω. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η ανάγκη για γρήγορες αποφάσεις για την οικονομία και την άμυνα συγκρούεται με την αρχή της ομοφωνίας, που από εγγύηση ενότητας γίνεται εμπόδιο ισχύος. Μάλιστα , η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων εμφανίζεται ως σωσίβιο να διασωθεί η εμβάθυνση χωρίς να ανακοπεί η διεύρυνση. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για το πόσο εννοούν ορισμένοι αυτά που λένε, αρκεί και μόνο το ότι η Γερμανία που απεχθανόταν τις θεσμικές ανατροπές, γίνεται σταδιακά ο κινητήριος μοχλός για αυτές.

Πιθανότατα, ο σκληρός πυρήνας της ΕΕ θα συσχετίσει την ύπαρξή του με κοινές πολιτικές για την άμυνα, τη δημοσιονομική ενοποίηση, τη βιομηχανική στρατηγική και οπωσδήποτε με τη διαμόρφωση κοινής εξωτερικής πολιτικής.

Και η Ελλάδα; Ποια θα είναι η θέση της στο νέο σκηνικό; Ο πρωθυπουργός έκανε δύο επισημάνσεις στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ. Πρώτον ότι «η Ευρώπη μπορεί να είναι βραδυκίνητο καράβι, αλλά όταν υπάρχει αυτή η αίσθηση του κατεπείγοντος, νομίζω ότι αυτό θα μας υποχρεώσει να πάρουμε αποφάσεις που πριν από κάποια χρόνια θα ήταν πολύ δύσκολο να τις πάρουμε». Όσο για τη χώρα μας; «Η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης».

Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά; Πώς θα αντιδράσει η Ελλάδα εάν προχωρήσουν τα σχέδια για σκληρό πυρήνα «πέντε ισχυρών» και, αίφνης, βρεθούμε σε ένα πρωτόγνωρο περιβάλλον «περιφέρειας»; Πώς θα γίνει η διαχείριση, σε μια τέτοια περίπτωση, κρίσιμων θεμάτων εξωτερικής πολιτικής που μας αφορούν άμεσα και προσώρας έχουμε το δικαίωμα του βέτο; Τι θα σηματοδοτήσει για την οικονομία μας μια τέτοια εξέλιξη; Βέβαια, τα ερωτήματα αυτά δεν θα απασχολήσουν μόνο τη χώρα μας, όταν έρθει -αν έρθει- η ώρα των θεσμικών ανατροπών. Όλα τα κράτη-μέλη θα εγείρουν αιτήματα, ιδιαίτερα τα πιο αδύναμα στην ΕΕ.

Οι δηλώσεις των Ευρωπαίων παραγόντων και οι διεργασίες σηματοδοτούν μια επιθυμία αλλαγών, που πρέπει να περάσει από σαράντα κύματα, από κοπιώδεις διαβουλεύσεις και από αλλεπάλληλους συμβιβασμούς. Όσο αναγκαίο και αν προβάλλει το σενάριο ριζικών αλλαγών για μια πιο αποτελεσματική ΕΕ, ικανή να αντέξει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, τόσο δύσκολη φαντάζει η διαδικασία μετάβασης σε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων.

Προς το παρόν, η εικόνα της Ευρώπης προσομοιάζει με την περίφημη κίνηση Brown στη Φυσική: είναι η τυχαία, ακανόνιστη κίνηση μικροσκοπικών σωματιδίων (π.χ. γύρης, καπνού) που αιωρούνται σε υγρό ή αέριο. Ποιος και πώς θα καταφέρει κάποιος ή κάποιοι να βάλουν τα σωματίδια σε μια σειρά; Άγνωστο.