Στη Βρετανία, η δημοσιοποίηση νέων εγγράφων που συνδέουν τον Τζέφρι Έπσταϊν με κορυφαίους πολιτικούς έχει πυροδοτήσει μια πρωτοφανή πολιτική κρίση, θέτοντας σε κίνδυνο τη θέση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ.
Αν και ο ίδιος δεν είχε προσωπική σχέση με τον Έπσταϊν, η απόφασή του να διορίσει τον Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή των ΗΠΑ έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από μέλη του ίδιου του κόμματός του.
Η αποκάλυψη νέων μηνυμάτων μεταξύ Μάντελσον και Έπσταϊν, ακόμη και μετά την καταδίκη του Έπσταϊν στη Φλόριντα, έχει αναζωπυρώσει τις κατηγορίες για συγκάλυψη και πολιτική αμέλεια, επηρεάζοντας παράλληλα τις αγορές ομολόγων και τις προοπτικές για τη βρετανική οικονομία.
Η δημοσιοποίηση νέων εγγράφων Έπσταϊν την προηγούμενη εβδομάδα προκάλεσε μια αλυσιδωτή σειρά γεγονότων, αφήνοντας τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να μάχεται για την πολιτική του επιβίωση.
Παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε προσωπικά τον Επστάιν, ο Στάρμερ δέχεται έντονη πίεση για την απόφασή του να διορίσει τον Πίτερ Μάντελσον ως πρεσβευτή των ΗΠΑ, παρά τη γνώση των σχέσεών του Μάντελσον με τον Έπσταϊν.
Τα νέα μηνύματα που δημοσιοποίησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ δείχνουν επαφές μεταξύ των δύο ανδρών ακόμα και μετά την καταδίκη του Έπσταϊν στη Φλόριντα για κατηγορία σοβαρής σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικης.
Βρετανία: Η αντίδραση της κυβέρνησης και των υπουργών
Τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου προσπάθησαν να στηρίξουν τον Στάρμερ, ενώ η πίεση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και από μέλη του ίδιου του κόμματός του αυξάνεται. Δύο παραιτήσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα — του επικεφαλής του προσωπικού του Στάρμερ, Μόργκαν ΜακΣιούεϊνι, και του διευθυντή επικοινωνίας Τιμ Άλαν — ενίσχυσαν την κρίση.
Ο ηγέτης των Εργατικών στη Σκωτία, Άνας Σάρουαρ, ζήτησε την παραίτηση του πρωθυπουργού, δηλώνοντας ότι «η απόσπαση της προσοχής πρέπει να τελειώσει και η ηγεσία στο Ντάουνινγκ Στριτ πρέπει να αλλάξει». Ο Στάρμερ, μετά από κρίσιμη συνάντηση με βουλευτές των Εργατικών, φέρεται να δήλωσε ότι δεν είναι «διατεθειμένος να αποχωρήσει».
Ποιος είναι ο Πίτερ Μάντελσον
Ο Μάντελσον αποτελεί κεντρική φιγούρα για το Εργατικό Κόμμα εδώ και δεκαετίες, πρωτοστατώντας στο κίνημα «New Labour» που ανέδειξε τον Τόνι Μπλερ πρωθυπουργό το 1997. Γνωστός ως «Πρίγκιπας του Σκότους», υπηρέτησε στο κοινοβούλιο από το 1992 έως το 2004 και στη συνέχεια ανέλαβε θέσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν επιστρέψει στη Βρετανία το 2008.
Το 2024, ο Στάρμερ τον διόρισε πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον, ένα βήμα που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις λόγω του ιστορικού παρελθόντος του Μάντελσον και των προηγούμενων παραιτήσεών του για σκάνδαλα διαφθοράς.
Νέες αποκαλύψεις και οικονομικές επιπτώσεις
Η αποκάλυψη εκατομμυρίων εγγράφων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ έδειξε περαιτέρω δεσμούς μεταξύ Μάντελσον και Έπσταϊν, περιλαμβανομένων υποτιθέμενων πληροφοριών για την αγορά μετά την οικονομική κρίση του 2008. Ένα μήνυμα φέρεται να δείχνει ότι ο Μάντελσον ενημέρωσε τον Έπσταϊν εκ των προτέρων για ένα πρόγραμμα διάσωσης 500 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις τράπεζες το 2010.
Οι αποκαλύψεις αυτές οδήγησαν σε άνοδο του κόστους δανεισμού του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις αποδόσεις των 10ετών και 30ετών ομολόγων να αυξάνονται προσωρινά, πριν μειωθούν ξανά λόγω στήριξης υπουργών της κυβέρνησης προς τον Στάρμερ.
Σε περίπτωση παραίτησης του Στάρμερ, θα ξεκινούσε διαδικασία εκλογής νέου ηγέτη του Εργατικού Κόμματος, διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει εβδομάδες και να προκαλέσει βραχυπρόθεσμη αστάθεια στις αγορές. Μεταξύ πιθανών αντικαταστατών περιλαμβάνονται η Άντζελα Ρέινερ, ο Υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ και ο πρώην ηγέτης Έντ Μίλιμπαντ.
Ο ενδεχόμενος ρόλος του Άντι Μπέρναμ, δημάρχου του Μάντσεστερ, παρακολουθείται στενά από τους επενδυτές, καθώς η επιτυχία των περιφερειακών του πολιτικών δεν εγγυάται επιτυχία σε εθνικό επίπεδο.
Η κριτική προς τον Στάρμερ συνεχίζεται, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι οι απλές απολογίες δεν αρκούν. Η πλήρης γνώση του ιστορικού Μάντελσον και η συνέχιση της φιλίας του με τον Έπσταϊν μετά την καταδίκη του ήταν επαρκείς λόγοι για να αποτραπεί ο διορισμός του ως πρεσβευτή, λένε αναλυτές.
Το σκάνδαλο φέρνει στο προσκήνιο ευρύτερα ζητήματα πολιτικής ηθικής, διαφάνειας και υπευθυνότητας, ενώ η πολιτική και οικονομική σταθερότητα του Ηνωμένου Βασιλείου βρίσκεται υπό πίεση.