Ώρα αποφάσεων (για μία ακόμη φορά) στην Ευρώπη αναφορικά με το μέλλον της, ωστόσο οι προσδοκίες εν όψει της άτυπης Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν χαμηλές, κρίνοντας από το τι έχει συμβεί σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν. Politico και Bloomberg αναφέρουν ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες συγκεντρώνονται στις Βρυξέλλες για να εξετάσουν δύο γραμμές αναφορικά με την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, με φόντο την επιθετική πολιτική Τραμπ και τη μεγάλη εξάρτηση από την Κίνα.
Ωστόσο, οι διαφωνίες παραμένουν βαθιές, όπως επιβεβαιώνει και η εξέλιξη της τελευταίας στιγμής με τη Γερμανία του καγκελάριου, Φρίντριχ Μερτς, να απορρίπτει την πρόταση Μακρόν για ευρωομόλογο. Με τα συμπεράσματα των εκθέσεων Λέτα και Ντράγκι για αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ενιαία κεφαλαιαγορά, μείωση ενεργειακού κόστους στις βιομηχανίες και δημιουργία «πανευρωπαϊκών» κολοσσών μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών (καθώς ο ανταγωνιστής είναι πλέον οι περιοχές εκτός Ευρώπης και όχι τα ίδια τα κράτη-μέλη μεταξύ τους), να είναι ευρέως αποδεκτά, οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών συνεχίζουν να παραπέμπουν στις καλένδες τα συγκεκριμένα ζητούμενα. Αποτέλεσμα: Η Ευρώπη συνεχίζει να βαδίζει χωρίς πυξίδα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς.
Ενδεικτικό της δύσκολης συγκυρίας την οποία διανύει η Ευρώπη, αποτελεί η λεγόμενη… κίνηση των 6. Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία, Ολλανδία και Γερμανία εμφανίζονται έτοιμες να συγκροτήσουν έναν συνασπισμό των έξι μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ, ο οποίος θα αποφασίζει για κομβικά ζητήματα στο μέλλον (π.χ. διασφάλιση κρίσιμων πρώτων υλών, ενιαία κεφαλαιαγορά, ευρωπαϊκά ψηφιακά συστήματα πληρωμών, άμυνα), χωρίς να απαιτείται η παραδοσιακή ομοφωνία του μπλοκ των 27, η οποία εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο σε τροχοπέδη για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων.
Νέα προειδοποίηση Μακρόν για την Ευρώπη
Νωρίτερα, ο Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μια περίοδο μόνιμης γεωπολιτικής και οικονομικής αστάθειας και δεν πρέπει να εφησυχάσει από πρόσκαιρες εκτονώσεις εντάσεων με τις ΗΠΑ. Σε συνεντεύξεις του στους Financial Times και σε ευρωπαϊκά μέσα, ο Γάλλος πρόεδρος υποστήριξε ότι η Ευρώπη οφείλει να προχωρήσει σε μια «οικονομική επανάσταση», ώστε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και να αποκτήσει πραγματική στρατηγική αυτονομία έναντι των δύο μεγάλων παγκόσμιων παικτών, των ΗΠΑ και της Κίνας.
Ο Μακρόν εκτίμησε ότι η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό σοκ: από τη μία πλευρά, την έντονη εμπορική πίεση της Κίνας, μέσω της μαζικής εισροής φθηνών προϊόντων που απειλούν την ευρωπαϊκή βιομηχανία, και από την άλλη, την απρόβλεπτη και συχνά εχθρική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Ευρώπη. Όπως σημειώνει, η Ουάσιγκτον δεν διστάζει να εργαλειοποιεί το εμπόριο, την τεχνολογία και τη γεωπολιτική για να επιβάλει τους όρους της, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια πιο σθεναρή και ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Γάλλος πρόεδρος καλεί την ΕΕ να εγκαταλείψει τη λογική της παθητικής προσαρμογής και να υιοθετήσει πολιτικές «ευρωπαϊκής προτίμησης», δίνοντας προτεραιότητα σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τεχνολογίες σε στρατηγικούς τομείς, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η χημική βιομηχανία και η άμυνα. Παράλληλα, επαναφέρει την πρόταση για έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους, με στόχο τη χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων σε τρεις κρίσιμους τομείς: την τεχνητή νοημοσύνη και την κβαντική τεχνολογία, την ενεργειακή μετάβαση και την ευρωπαϊκή άμυνα.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν © EPA/OLIVIER MATTHYS
Ο Μακρόν επιμένει ότι η Ευρώπη πρέπει να απλοποιήσει τους κανονισμούς της, να άρει τα εμπόδια στο εσωτερικό εμπόριο και να μειώσει την εξάρτησή της από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες. Ταυτόχρονα, τονίζει πως η υπεράσπιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας -από τη βιομηχανία έως την προστασία των παιδιών στον ψηφιακό χώρo- αποτελεί προϋπόθεση για μια ισχυρή και ανταγωνιστική Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου, όπως λέει, «οι κανόνες του διεθνούς εμπορίου δεν γίνονται πλέον σεβαστοί».
Η Γερμανία συμφωνεί αλλά δεν πληρώνει
Στον αντίποδα, η Γερμανία αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της νέας ευρωπαϊκής συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα, υποστηρίζοντας μια συνολική αναμόρφωση του οικονομικού μοντέλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ορίζοντα το τέλος του 2026. Ωστόσο, δεν δείχνει διατεθειμένη να σηκώσει το οικονομικό βάρος που της αναλογεί, τόσο σε επίπεδο κονδυλίων όσο και σε επίπεδο χρέους (σ.σ. ευρωομόλογο για άμυνα, ενέργεια, βιομηχανία κ.λπ). Σύμφωνα με έγγραφο θέσεων που κατατέθηκε ενόψει της άτυπης συνόδου των Ευρωπαίων ηγετών και στηρίζεται από οικονομικά ισχυρά κράτη-μέλη, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, το Βερολίνο προωθεί μια ατζέντα που συνδυάζει βαθύτερη ενοποίηση της Ενιαίας Αγοράς, δραστική μείωση της γραφειοκρατίας και πιο πραγματιστική εμπορική πολιτική απέναντι σε παγκόσμιους ανταγωνιστές, με πρώτη την Κίνα.
Στον πυρήνα της γερμανικής θέσης βρίσκεται η πεποίθηση ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν μπορεί να ενισχυθεί χωρίς την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς. Παρά τις δεκαετίες ενοποίησης, το Βερολίνο αναγνωρίζει ότι ο κατακερματισμός των κανόνων και τα εθνικά εμπόδια συνεχίζουν να περιορίζουν την ανάπτυξη, την κλιμάκωση των επιχειρήσεων και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας. Η πρόταση για ένα «28ο νομικό καθεστώς» (σ.σ. πάγια θέση του Λέτα, ο οποίος την είχε επαναλάβει και σε συνέδριο του Economist), που θα επιτρέπει στις εταιρείες να δραστηριοποιούνται σε όλη την ΕΕ με ενιαίους κανόνες, αποτελεί κεντρικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η Γερμανία στο ενεργειακό κόστος, το οποίο θεωρεί σοβαρό μειονέκτημα για τη βιομηχανία της Ευρώπης έναντι της Κίνας. Η ενίσχυση των διασυνοριακών ενεργειακών υποδομών και η εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας κρίνονται αναγκαίες για τη μείωση των τιμών και τη διασφάλιση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα, το Βερολίνο στηρίζει τη δημιουργία ανθεκτικών αλυσίδων αξίας για κρίσιμες πρώτες ύλες, με στόχο τον περιορισμό της εξάρτησης από τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Κίνα.
- Διαβάστε ακόμη: Η Ευρώπη τρέχει να χτίσει το δικό της σύστημα πληρωμών και να απεξαρτηθεί από Visa και Mastercard
Σε ό,τι αφορά τις εμπορικές σχέσεις, η γερμανική προσέγγιση διαφέρει από πιο προστατευτικές φωνές εντός της ΕΕ. Υποστηρίζει μια ανοιχτή αλλά αυστηρά βασισμένη σε κανόνες εμπορική πολιτική, με ταυτόχρονη αποφασιστικότητα απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές. Η Κίνα αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός ανταγωνιστής, όχι όμως μέσα από λογικές αποσύνδεσης, αλλά μέσω δίκαιων όρων ανταγωνισμού και ισχυρών ευρωπαϊκών μηχανισμών άμυνας.
Τέλος, η Γερμανία δίνει έμφαση στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην κανονιστική απλοποίηση, θεωρώντας ότι η υπερβολική νομοθετική επιβάρυνση αποδυναμώνει την ευρωπαϊκή οικονομία απέναντι σε ΗΠΑ και Κίνα. Ο στόχος, όπως διατυπώνεται, είναι μια Ευρώπη πιο γρήγορη, πιο ευέλικτη και ικανή να ανταγωνιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίς να απεμπολήσει τον ανοιχτό χαρακτήρα της.
Συνολικά, η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης αποκαλύπτει δύο συμπληρωματικές, αλλά όχι ταυτόσημες, προσεγγίσεις. Η Γαλλία, με αιχμή τον Εμανουέλ Μακρόν, πιέζει για ισχυρότερη στρατηγική αυτονομία, κοινή χρηματοδότηση και πολιτικές ευρωπαϊκής προτίμησης απέναντι σε ΗΠΑ και Κίνα. Η Γερμανία, από την πλευρά της, δίνει προτεραιότητα στη λειτουργικότητα της Ενιαίας Αγοράς, στη μείωση της γραφειοκρατίας και σε μια πραγματιστική, βασισμένη σε κανόνες εμπορική πολιτική. Το ζητούμενο, όμως, για την ΕΕ είναι αν και πώς αυτές οι δύο γραμμές μπορούν να συντεθούν σε μια συνεκτική και αποτελεσματική ευρωπαϊκή στρατηγική.