Σε κρίσιμα μονοπάτια οδηγούνται από τη διεθνή συγκυρία η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι κυβερνήσεις των 27 κρατών-μελών της, με τη σημερινή σύνοδο κορυφής για την οικονομία να θέτει καίρια ερωτήματα για τον βαθμό της αμοιβαίας δέσμευσης στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς και της ανταγωνιστικότητας. Στο μικρό βελγικό χωριό Ράικχοφεν, οι «27» καλούνται να βρουν κοινό έδαφος στη χάραξη στρατηγικών, που θα επιτρέψουν στην ΕΕ να ορθώσει ανάστημα απέναντι στην επιθετική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ και το βιομηχανικό σοκ από το παλιρροϊκό κύμα των φθηνών κινεζικών εξαγωγών.
Σε έναν κόσμο που υπερισχύει ο νόμος του ισχυρού, με την οικονομική ισχύ να εξυπηρετεί αποκλειστικά γεωπολιτικούς σκοπούς, η ΕΕ συνειδητοποιεί ότι πρέπει να αλλάξει τάχιστα και να γίνει πιο ευέλικτη. Η προτίμηση του Made in Europe, η στρατηγική αυτονομία των οικονομιών της ΕΕ, ο κοινός δανεισμός, οι μεταρρυθμίσεις για τη μείωση της γραφειοκρατίας, η άρση των εθνικών εμποδίων στις διασυνοριακές συμφωνίες, η ενοποίηση των αγορών κεφαλαίου και η επέκταση του καθεστώτος της ειδικής πλειοψηφίας για την αμεσότερη λήψη αποφάσεων, είναι ζητήματα που σχετίζονται με την ανταγωνιστικότητα και πάνω απ’ όλα με την οικονομική επιβίωση της ΕΕ. Αν και εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες σε ορισμένα ζητήματα, καταρρίπτονται αρκετά ταμπού.
Η Bundesbank διαχωρίζει τη θέση της από το Βερολίνο και υποστηρίζει το κοινό χρέος
Ενδεικτικό είναι ότι η Bundesbank τάσσεται υπέρ του κοινού χρέους, μια ιδέα που απέρριπτε κατηγορηματικά στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να διαχωρίζει τη θέση της από τον καγκελάριο της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, που θεωρεί ότι μόνον σε έκτακτες καταστάσεις θα πρέπει να καταφεύγουν οι Βρυξέλλες σε μια τέτοια λύση. Απευθυνόμενος στο Politico, ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας, Γιοακίμ Νάγκελ, κάλεσε χθες την ΕΕ να εκδώσει μεγαλύτερο όγκο κοινών ομολόγων, για να έχει ισχυρή ρευστότητα η ευρωπαϊκή αγορά και να μπορεί έτσι να αντιμετωπίζει οικονομικές προκλήσεις. Η αλλαγή στάσης της Bundesbank σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα είναι σημαδιακή.
Εξάλλου, στην πολυσυζητημένη έκθεση «Το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας», του Μάριο Ντράγκι, πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας και πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), αναφέρεται ότι η ΕΕ χρειάζεται πρόσθετες ετήσιες επενδύσεις 750 έως 800 δισ. ευρώ, που μπορούν να χρηματοδοτηθούν και από κοινό δανεισμό. Ο Ντράγκι μαζί με τον Ενρίκο Λέτα, έναν ακόμη πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας που έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου με την έκθεση «Πολύ περισσότερα από μια αγορά», είναι βασικοί ομιλητές στη σημερινή σύνοδο, δίνοντας έτσι το σήμα για να προχωρήσει η ΕΕ σε απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.
Η ριζοσπαστική πρόταση της γαλλικής HCSP αντανακλά τις προκλήσεις της ΕΕ
Μία ακόμη πρόταση, η οποία θεωρούνταν ριζοσπαστική μέχρι και λίγα χρόνια πριν, είναι η επιβολή δασμών έως και 30% από την ΕΕ στις κινεζικές εισαγωγές ή υποτίμηση του ευρώ από 20% με 30%. Ετέθη αυτήν την εβδομάδα από την Ανώτατη Επιτροπή Στρατηγικής και Σχεδιασμού της Γαλλίας (HCSP), η οποία έχει συμβουλευτικό ρόλο για την κυβέρνηση του Παρισιού. Ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της έκθεσης της HCSP είναι ότι κρίσιμοι κλάδοι, όπως τα αυτοκίνητα, τα χημικά και οι μπαταρίες, δέχονται άμεση απειλή από προηγμένα προϊόντα από την Κίνα, τα οποία έχουν παραχθεί με χαμηλότερο κόστος από 30% έως 40% και επωφελούνται επίσης από ένα «υποτιμημένο» κινεζικό νόμισμα.
Οι διαφωνίες εντός της ΕΕ και οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων
Προκειμένου, ωστόσο, η ΕΕ να λαμβάνει άμεσες αποφάσεις σε θέματα στρατηγικής, θα πρέπει να υπάρχει διακρατική συνοχή. Μικρές χώρες-μέλη, όπως η Ουγγαρία, που τηρεί μια φιλορωσική στάση, σ’ ότι αφορά τον πόλεμο της Ουκρανίας και είναι ο στενότερος σύμμαχος της Κίνας εντός της ΕΕ, καταχρώνται το δικαίωμα άσκησης βέτο. Πρόσφατο παράδειγμα ήταν οι βαρύγδουπες δηλώσεις του πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, ύστερα από αποκάλυψη του Politico, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να επισπεύσει την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ χωρίς καν να έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, με την προοπτική να μπει το Κίεβο στο «κλαμπ» των «27» ίσως και στις αρχές του 2027. Ο Όρμπαν χαρακτήρισε μια τέτοια εξέλιξη ως «κήρυξη πολέμου» εναντίον της Ουγγαρίας.
Η Ευρώπη δύο ταχυτήτων του Λαρς Κλίνγκμπεϊλ και το Σχέδιο Δράσης Γερμανίας-Ιταλίας
Διαφωνίες υπάρχουν, ωστόσο, ακόμη και ανάμεσα στους ισχυρούς της ΕΕ. Αφενός ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Λαρς Κλίνγκμπεϊλ, πρότεινε τη δημιουργία ενός συνασπισμού των έξι μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ, που θα αποφασίζουν για κεντρικά ζητήματα του μέλλοντος, αντί της ομοφωνίας και των 27 κρατών-μελών. Αφετέρου, το Βερολίνο μαζί με τη Ρώμη υπέγραψαν τον περασμένο μήνα ένα Σχέδιο Δράσης για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, παραμερίζοντας τις προτάσεις του Παρισιού. Η Γαλλία πιέζει για μια στρατηγική «Made in Europe», που θα ευνοεί τα ευρωπαϊκά προϊόντα στις δημόσιες συμβάσεις, θεωρώντας την απαραίτητη για την προστασία των κρίσιμων βιομηχανιών της Γηραιάς Ηπείρου από την Κίνα και τις ΗΠΑ. Η Γερμανία, ως κορυφαία εξαγωγική δύναμη, φοβάται ότι τέτοια μέτρα θα προκαλέσουν αντίποινα από τρίτες χώρες, απειλώντας τη δική της βιομηχανική βάση.
Έως ποιον βαθμό μπορεί η ΕΕ να είναι πλήρως αυτόνομη;
Στην αμυντική βιομηχανία, η Γερμανία διαφωνεί με τη Γαλλία σχετικά με τη χρηματοδότηση των 150 δισ. ευρώ. Η Γερμανία επιθυμεί το πακέτο αυτό να είναι ανοιχτό σε εταίρους εκτός ΕΕ, όπως η Βρετανία. Η Γαλλία θέλει αυστηρά «ευρωπαϊκό» περιεχόμενο, το οποίο θα ενίσχυε κυρίως τη βιομηχανία της. Την αντίθεση του με τη γαλλική προσέγγιση εξέφρασε επίσης, ο πρωθυπουργός της Σουηδίας, Ουλφ Κρίστερσον, ο οποίος τηρεί επιφυλάξεις για μια κρατική ανάμειξη στη λειτουργία των αγορών.
Έπειτα, όμως, αιωρείται το ερώτημα κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να είναι πλήρως αυτόνομη, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η τεχνολογία, όπου οι ευρωπαϊκές εταιρείες υστερούν της Σίλικον Βάλεϊ. Ο υπουργός Οικονομίας της Λιθουανίας, Εντβίνας Γκρίκσας, δήλωσε χαρακτηριστικά αυτήν την εβδομάδα ότι «μια πλήρης τεχνολογική αποσύνδεση από τις ΗΠΑ δεν είναι ούτε ρεαλιστικός στόχος ούτε θα υπηρετούσε τα στρατηγικά συμφέροντα της Ευρώπης».
Απομένει να διευκρινιστεί εάν θα υπερισχύσει η πρόθεση για συναίνεση ή εάν θα επικρατήσει η διχογνωμία. Για τον Μάριο Μόντι, πρώην Ευρωπαίο Επίτροπο Εσωτερικής Αγοράς και πρωθυπουργό της Ιταλίας, «θα ήταν αυτοκτονικό εάν περιοριστεί περαιτέρω η περιορισμένη δικαιοδοσία της Ένωσης», όπως γράφει σε άρθρο γνώμης στους Financial Times, προσθέτοντας ότι «τα πρώτα θύματα μιας τέτοιας κίνησης θα ήταν η ενιαία αγορά και η ανταγωνιστικότητα». Ο Ντράγκι ήταν ακόμη πιο απόλυτος σε πρόσφατη ομιλία του. «Η Ευρώπη κινδυνεύει να υποταχθεί, να διαιρεθεί και να αποβιομηχανοποιηθεί αν δεν μετατραπεί σε πραγματική ομοσπονδία», προειδοποίησε ο Μάριο Ντράγκι από το Πανεπιστήμιο του Λουβέν στο Βέλγιο στις αρχές Φεβρουαρίου, συμπληρώνοντας πως η παγκόσμια τάξη πραγμάτων είναι «πλέον εκλιπούσα».