Η υπόθεση του Τζέφρι Έπσταϊν δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης με πρωταγωνιστές ισχυρά πρόσωπα. Αντίθετα, λειτουργεί ως καθρέφτης ενός βαθιά προβληματικού συστήματος διακυβέρνησης και εξουσίας, όπου η οικονομική ισχύς, η πολιτική επιρροή και η κοινωνική δικτύωση αλληλοτροφοδοτούνται.
Ο Έπσταϊν δεν διακινούσε απλώς χρήματα. Διακινούσε ισχύ. Στο επίκεντρο βρισκόταν η κακοποιητική εξουσία που ασκούσε και διευκόλυνε άλλους να ασκήσουν. Όμως το δίκτυό του λειτουργούσε με ευρύτερη οικονομική λογική: τη μετατροπή των πάντων σε εμπόρευμα.
Στην περίπτωση του Έπσταϊν, αντικείμενο συναλλαγής ήταν τα σώματα των θυμάτων, οι χρηματοοικονομικές συμβουλές, οι κοινωνικές διασυνδέσεις, ακόμη και η πρόσβαση σε πανεπιστήμια ή σε ιδιωτικές συναντήσεις στο νησί Little St James και στα πολυτελή ακίνητά του.
Έπσταϊν: Ένα είδος «κοινωνικού σχήματος Πόνζι»
Όπως σημειώνουν οι Financial Times, επρόκειτο για ένα είδος «κοινωνικού σχήματος Πόνζι»: οι σχέσεις μετατρέπονταν σε πηγή νέων σχέσεων, χρήματος και πληροφόρησης, σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο επιρροής. Η «πυραμίδα Πόνζι» έχει καθιερωθεί για να περιγράφει μια επενδυτική απάτη όπου τα χρήματα που τοποθετείς πηγαίνουν για να πληρώσουν τα κέρδη των προηγούμενων επενδυτών. Έτσι, ο Έπσταϊν μπόρεσε να μετατρέψει τις «σχέσεις του σε πηγή χρημάτων, πληροφοριών και περαιτέρω σχέσεων».
Τα πρόσφατα στοιχεία και οι αποκαλύψεις γύρω από τις επαφές και τη δράση του Έπσταϊν φέρνουν στο φως ένα πλέγμα σχέσεων που εκτείνεται από τη χρηματοπιστωτική ελίτ έως την υψηλή πολιτική και τον κόσμο της τεχνολογίας.
Μεταξύ των συνομιλητών του ήταν μεγαλοεπιχειρηματίες της τεχνολογίας, όπως ο Έλον Μασκ και ο Πίτερ Τιλ, καθώς και ο ιδρυτής του MAGA, Στιβ Μπάνον –σημαντικοί παράγοντες που κινούν τα νήματα της εξουσίας.
Στον πυρήνα του σκανδάλου βρίσκονται ειδεχθή εγκλήματα. Ωστόσο, η ευρύτερη σημασία της υπόθεσης αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κύκλωμα μέσα στο οποίο κινούνταν επέτρεψε τη μετατροπή ακόμη και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε διαπραγματεύσιμο περιουσιακό στοιχείο.
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκονται οι αποτρόπαιες κακοποιήσεις ανηλίκων και νεαρών γυναικών από τον Έπσταϊν και το περιβάλλον του. Ωστόσο, το σκάνδαλο έχει στιγματίσει ευρύτερα την οικονομική και πολιτική ελίτ.
Πολιτική και οικονομική διαπλοκή με φόντο τη Wall Street
Η υπόθεση Έπσταϊν άγγιξε και την υψηλή πολιτική. Η αλληλογραφία του με τον Πίτερ Μάντελσον, τότε υπουργό Επιχειρήσεων στη Βρετανία (2008-2010), αποκάλυψε διαρροές εμπιστευτικών πληροφοριών εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, ο Μάντελσον φέρεται να επιδίωκε —κατά δική του παλαιότερη διατύπωση— να καταστεί «απερίγραπτα πλούσιος» μετά την αποχώρησή του από την πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, συναντήθηκε το 2010 με τον Λάρι Σάμερς, κορυφαίο οικονομικό σύμβουλο του τότε προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, έχοντας προηγουμένως ενημερωθεί από τον Έπσταϊν και τον Τζες Στάνλει της JP Morgan.
Το αντικείμενο ήταν η αντίθεση στον λεγόμενο «κανόνα Βόλκερ», που στόχευε στον περιορισμό των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων των τραπεζών. Η JP Morgan ασκούσε έντονο λόμπινγκ κατά του μέτρου, ενώ οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των εμπλεκομένων ανέδειξαν έναν κλειστό κύκλο αλληλοεξυπηρετήσεων.
Ιδεολογία, τεχνολογία και κληρονομιά Έπσταϊν
Το δίκτυο περιλάμβανε και προσωπικότητες του πνευματικού και τεχνολογικού κόσμου. Η εμπλοκή διανοουμένων και επιχειρηματιών της Silicon Valley ανέδειξε το εύρος της επιρροής του. Σε μεταγενέστερη αλληλογραφία, ο Έπσταϊν σχολίαζε πολιτικές εξελίξεις όπως το Brexit ως ένδειξη «επιστροφής στον φυλετισμό», προαναγγέλλοντας νέες συμμαχίες.
Ορισμένοι από τους συνομιλητές του συνδέονται με εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και επιτήρησης, όπως η Palantir του Τιλ, η οποία έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε κρατικές συμβάσεις και σε παρακολουθήσεις. Η διαπλοκή επιχειρηματικών, τεχνολογικών και πολιτικών συμφερόντων σκιαγραφεί ένα σύστημα όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος καθίστανται δυσδιάκριτα.
Η υπόθεση Έπσταϊν υποδεικνύει ότι το κύκλωμα που επέτρεψε την άνθηση τέτοιων φαινομένων —η ακραία συγκέντρωση πλούτου, η ασυδοσία των ελίτ και η εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της ζωής— παραμένει ενεργό.
Ο Έπσταϊν έχει πεθάνει, όμως οι δομικές συνθήκες που τον ανέδειξαν εξακολουθούν να υφίστανται, θέτοντας ευρύτερα ερωτήματα για τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και τη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας.