Η Ελβετία οδηγείται σε ένα κρίσιμο δημοψήφισμα που μπορεί να επανακαθορίσει τόσο τη δημογραφική της πολιτική, όσο και τη στρατηγική της σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κυβερνών ομοσπονδιακό συμβούλιο ανακοίνωσε ότι στις 10 Ιουνίου οι πολίτες θα κληθούν να ψηφίσουν επί της πρωτοβουλίας «Όχι σε μια Ελβετία των 10 εκατομμυρίων», που προωθεί το δεξιό, εθνικιστικό Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα (SVP).
Η πρόταση επιδιώκει να θέσει ανώτατο όριο στον πληθυσμό της χώρας στα 10 εκατομμύρια κατοίκους, σε μια περίοδο που η μόνιμη κατοίκηση ανέρχεται σε περίπου 9,1 εκατομμύρια. Οι επικριτές της προειδοποιούν ότι η υιοθέτησή της θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα καίριες διμερείς συμφωνίες με την ΕΕ και να πλήξει σοβαρά την οικονομία μιας χώρας που βασίζει μεγάλο μέρος της ευημερίας της στην πρόσβαση στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά.
Η πρόταση του SVP υποχρεώνει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και το κοινοβούλιο να λάβουν άμεσα μέτρα εάν ο μόνιμος πληθυσμός ξεπεράσει τα 9,5 εκατομμύρια. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να περιοριστεί η είσοδος νέων κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων αιτούντων άσυλο και μελών οικογενειών αλλοδαπών που ήδη ζουν στη χώρα.
Εάν ο πληθυσμός φτάσει τα 10 εκατομμύρια, θα τεθούν σε ισχύ ακόμη αυστηρότεροι περιορισμοί. Και αν τα δημογραφικά μεγέθη δεν αρχίσουν να μειώνονται, η κυβέρνηση θα είναι υποχρεωμένη να αποχωρήσει από τη συμφωνία ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων με την Ευρωπαϊκή Ένωση — μια συμφωνία κομβικής σημασίας, δεδομένου ότι η ΕΕ αποτελεί μακράν τον σημαντικότερο εξαγωγικό προορισμό της Ελβετίας.
Η προοπτική αποχώρησης από την ελεύθερη κυκλοφορία προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς η συμφωνία συνδέεται με ένα ευρύτερο πλέγμα διμερών ρυθμίσεων που διασφαλίζουν την πρόσβαση της Ελβετίας στην ενιαία αγορά. Η αποδυνάμωση ή κατάρρευση αυτού του πλαισίου θα μπορούσε να έχει αλυσιδωτές συνέπειες σε εμπόριο, επενδύσεις και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.
Δημογραφική δυναμική και πολιτική ένταση
Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο πληθυσμός της Ελβετίας αυξήθηκε περίπου πέντε φορές ταχύτερα από τον μέσο όρο των γειτονικών κρατών-μελών της ΕΕ. Η ισχυρή οικονομική επίδοση της χώρας, η χαμηλή ανεργία και το υψηλό επίπεδο μισθών προσέλκυσαν τόσο εργαζομένους χαμηλής ειδίκευσης όσο και υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, περίπου το 27% των κατοίκων δεν διαθέτουν ελβετική υπηκοότητα — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Το SVP, που αναδεικνύεται πρώτο κόμμα σε κάθε ομοσπονδιακή εκλογική αναμέτρηση από το 1999, κάνει λόγο για «δημογραφική έκρηξη» η οποία, όπως υποστηρίζει, εκτοξεύει τα ενοίκια, πιέζει τις δημόσιες υποδομές και φέρνει τις κοινωνικές υπηρεσίες στα όριά τους.
Η ρητορική του κόμματος είναι διαχρονικά σκληρή απέναντι στη μετανάστευση. Έχει επανειλημμένα αναδείξει εγκλήματα που διαπράττονται από αλλοδαπούς, χρησιμοποιώντας σε προεκλογικές καμπάνιες εικόνες με αιματοβαμμένα μαχαίρια, κουκουλοφόρους δράστες και τρομοκρατημένες γυναίκες. Παρά τη σταθερή εκλογική του πρωτιά, ωστόσο, αρκετές από τις πιο ριζοσπαστικές του προτάσεις δεν έχουν εγκριθεί σε δημοψηφίσματα.
Ενδεικτικά, το 2016 απορρίφθηκε πρόταση για αυτόματη απέλαση μεταναστών που καταδικάζονται ακόμη και για ήσσονος σημασίας αδικήματα, ενώ το 2020 οι πολίτες είπαν «όχι» σε σχέδιο τερματισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας με την ΕΕ.
Το εργαλείο της άμεσης δημοκρατίας
Το πολιτικό σύστημα της Ελβετίας, βασισμένο στην άμεση δημοκρατία, επιτρέπει στους πολίτες να καταθέτουν «λαϊκές πρωτοβουλίες» οι οποίες τίθενται σε δημοψήφισμα εφόσον συγκεντρώσουν 100.000 υπογραφές εντός 18 μηνών. Το SVP αξιοποιεί συστηματικά αυτό το εργαλείο για να προωθεί την ατζέντα του.
Ωστόσο, μόλις περίπου το 10% των λαϊκών πρωτοβουλιών εγκρίνεται τελικά από το εκλογικό σώμα. Παρά ταύτα, δημοσκόπηση του Δεκεμβρίου κατέγραψε υποστήριξη 48% υπέρ της πρωτοβουλίας «Όχι σε μια Ελβετία των 10 εκατομμυρίων», ένδειξη του βαθύ διχασμού στην κοινωνία για το πόσο ανοιχτή πρέπει — και μπορεί — να παραμείνει η χώρα σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Σφοδρές αντιδράσεις από επιχειρήσεις και κόμματα
Η επιχειρηματική κοινότητα έχει ταχθεί ξεκάθαρα κατά της πρότασης. Πολυεθνικοί όμιλοι όπως η Roche, η UBS και η Nestlé προειδοποιούν ότι η έγκρισή της θα έθετε σε κίνδυνο τις διμερείς συμφωνίες με την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης συμφωνίας για την πρόσβαση στην ενιαία αγορά — πυλώνα της ελβετικής ευημερίας.
Η Economiesuisse, μία από τις ισχυρότερες εργοδοτικές οργανώσεις της χώρας, χαρακτήρισε την πρόταση «πρωτοβουλία του χάους», υπογραμμίζοντας ότι πολλές επιχειρήσεις εξαρτώνται από εργαζομένους προερχόμενους από κράτη-μέλη της ΕΕ και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χωρίς αυτή τη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού, προειδοποιεί, αρκετές εταιρείες θα αναγκαστούν να μεταφέρουν δραστηριότητες στο εξωτερικό, με συνέπειες για τα φορολογικά έσοδα και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών.
Αντίπαλα κόμματα επισημαίνουν ότι μια στενή και λειτουργική σχέση με την Ευρώπη αποτελεί μονόδρομο, δεδομένου ότι περίπου το ήμισυ των ελβετικών εξαγωγών κατευθύνεται προς την ΕΕ. Παράλληλα, εργοδοτικές ενώσεις υποστηρίζουν ότι η πληθυσμιακή αύξηση τα επόμενα χρόνια θα οφείλεται κυρίως στη φυσική μεταβολή — περισσότερες γεννήσεις και αυξημένο προσδόκιμο ζωής — και όχι αποκλειστικά στη μετανάστευση.