Η δαπανηρή επεξεργασία του παχύρευστου πετρελαίου της Βενεζουέλας, οι απαρχαιωμένες υποδομές λόγω της χρόνιας κακοδιαχείρισης από τα καθεστώτα Τσάβες και Μαδούρο, οι χαμηλές τιμές στις διεθνείς αγορές και η υποβόσκουσα πολιτική αστάθεια παρά την απομάκρυνση του δικτάτορα Ούγκο Τσάβες διαμορφώνουν ένα αποκαρδιωτικό τοπίο για τους ομίλους του κλάδου. Αποδεικνύεται, συνεπώς, πως ήταν υπερβολικά φιλόδοξες οι προσδοκίες του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, και των Ρεπουμπλικάνων να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ ενεργά στην ανοικοδόμηση του πετρελαϊκού κλάδου της Βενεζουέλας, τουλάχιστον, στο άμεσο μέλλον.
Η απαγωγή του δικτάτορα Νικολά Μαδούρο στις 3 Ιανουαρίου από τις ειδικές δυνάμεις του αμερικανικού στρατού δεν εγγυάται την ταχεία μετάβαση σε ένα καθεστώς που θα επέτρεπε την ομαλή λειτουργία των αγορών και τη νομική εξασφάλιση των πετρελαϊκών εταιρειών. Εν ολίγοις, οι επενδύσεις στη Βενεζουέλα περιλαμβάνουν ακόμη μεγάλο ρίσκο και εξηγεί το χαμηλό εάν όχι ανύπαρκτο ενδιαφέρον των μεγάλων αφεντικών του κλάδου προς τη μεγάλη δυσαρέσκεια του Λευκού Οίκου. Η λατινοαμερικανική χώρα δεν διαθέτει, επίσης, εξειδικευμένο προσωπικό λόγω της μετανάστευσης πάνω από 9 εκατ. πολιτών εδώ και μια 12ετία αλλά και τον αφανισμό του οικοσυστήματος που στηρίζει την πετρελαϊκή βιομηχανία από τους προμηθευτές εξοπλισμού και ανταλλακτικών μέχρι τη συντήρηση.
Υψηλό το κόστος διύλισης και παραγωγής, χαμηλές οι τιμές σε μια εποχή υπερπροσφοράς
Η πολιτική αστάθεια ρίζωσε στη Βενεζουέλα με την άνοδο του Χιούγκο Τσάβες στην εξουσία το 1999 και του Μαδούρο από το 2013 και μετά, με την αμερικανική Chevron να είναι η μοναδική ξένη εταιρεία που έχει καταφέρει να κατοχυρώσει μια παρουσία στη χώρα. Κυρίαρχο ρόλο στον εγχώριο κλάδο διαδραματίζει η κρατική PDVSA, η οποία ιδρύθηκε το 1975. Συν τοις άλλοις, η δρομολόγηση νέων επενδύσεων γίνεται ασύμφορη καθώς το κόστος διύλισης και παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα παραμένει υψηλό συγκριτικά με άλλες χώρες.
Σύμφωνα την εταιρεία συμβούλων Wood Mackenzie και την Les Echos, το κόστος εξισορρόπησης (break even), δηλαδή το σημείο όπου τα έσοδα καλύπτουν τα έξοδα, κινείται στα 80 δολάρια το βαρέλι. Ανάλογες δραστηριότητες στη Γουιάνα μπορούν να παρουσιάσουν κερδοφορία περίπου στα 30–35 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ τα έργα επιτόπιας εξόρυξης, δηλαδή με έγχυση ατμού, στον Καναδά κυμαίνονται πλησιέστερα στα 42–55 δολάρια.
Τα τρέχοντα επίπεδα των τιμών του πετρελαίου παραμένουν χαμηλά παρά τον κίνδυνο περιορισμένης στρατιωτικής παρέμβασης από τις ΗΠΑ στο Ιράν. Η τιμή του αργού πετρελαίου κινείται στα 66,5 δολάρια το βαρέλι και του πετρελαίου Μπρεντ στα 72 δολάρια, αντανακλώντας το υψηλού εξαμήνου αλλά απέχοντας ακόμα από την τιμή breakeven που θα συνέφερε την παραγωγή στη Βενεζουέλα. Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου οδεύει προς υπερπροσφορά, φτάνοντας περίπου τα 105,6 εκατ. βαρέλια, ημερησίως, μέσα στην επόμενη τετραετία, προτού αρχίσει να μειώνεται. Οπότε η ανάπτυξη παρουσίας στον πετρελαϊκό κλάδο της Βενεζουέλας άμεσα δεν αναμένεται να αποφέρει όφελος.
Τις δυσκολίες για την επεξεργασία του πετρελαίου της Βενεζουέλας περιγράφει με ακρίβεια ο Αντρί-Ζακ Σιτροέν, ο οποίος υπήρξε σύμβουλος της TotalEnergies και σε άλλες πετρελαϊκές με παρουσία 30 ετών στη χώρα. «Είναι τόσο γλοιώδες που αν το βάλετε σε ένα ποτήρι και το αναποδογυρίσετε, δεν ρέει», δήλωσε στη Les Echos. Αφενός, η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και ορισμένα από τα σημαντικότερα αποθέματα φυσικού αερίου, κυρίως στην περιοχή του Orinoco Belt. Αφετέρου, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των αποθεμάτων αποτελείται από υπερβολικά βαρύ αργό πετρέλαιο.
Τεράστιο το κόστος για την ανανέωση των απαρχαιωμένων υποδομών
Τη δεκαετία του ’90, η χώρα είχε προσελκύσει επενδύσεις σε υποδομές από τους μεγάλους ομίλους της Δύσης. Ήταν ένα διάστημα που η Βενεζουέλα ήταν ανοικτή σε ξένες επενδύσεις, με αποτέλεσμα να κατασκευαστούν τέσσερις «αναβαθμιστές». «Πρόκειται για μνημειώδη διυλιστήρια που επιτρέπουν τη μετατροπή του παχύρευστου πετρελαίου σε ελαφρύτερο και υψηλότερης ποιότητας αργό, προκειμένου να μπορεί να εξαχθεί», εξηγεί Σιτροέν στη γαλλική εφημερίδα. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όμως, όταν ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας ο Τσάβες, η πετρελαϊκή παραγωγή στη Βενεζουέλα κατέρρευσε από τα τρία εκατ. βαρέλια, ημερησίως, σε λιγότερο από ένα εκατ. βαρέλια.
Ο κρατικός έλεγχος του πετρελαϊκού κλάδου της χώρας ήταν απαραίτητη πολιτική συνθήκη, ενώ οι δικτατορίες Τσάβες και Μαδούρο απέβησαν καταστροφικές για τη χώρα. Τα πλούσια πετρελαϊκά αποθέματα δεν εξασφάλισαν έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής για τους πολίτες της χώρας. Απεναντίας. Μια πρόσφατη έκθεση της Διαμερικανικής Τράπεζας Ανάπτυξης (IDB) εκτιμά ότι 15,5 εκατομμύρια άνθρωποι -περίπου το ήμισυ του πληθυσμού της Βενεζουέλας- ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας που ορίζεται στα 3,65 δολάρια την ημέρα.
Προκειμένου να καταστεί ξανά λειτουργικός ο ενεργειακός κλάδος της Βενεζουέλας, συνολικά, απαιτούνται επενδύσεις 183 δισ. δολαρίων σε υποδομές πετρελαίου αλλά και φυσικού αερίου μέχρι το 2040, σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών Rystad Energy. Μόνον έτσι η πετρελαϊκή παραγωγή θα επανέλθει στα τρία εκατ. βαρέλια, ημερησίως. Οπότε είναι δικαιολογημένη η έλλειψη ενθουσιασμού των αφεντικών των Big Oil όταν παρέστησαν σε δείπνο στον Λευκό Οίκο. Μπορεί ο Αμερικανός πρόεδρος να δυσανασχέτησε με τις δηλώσεις του διευθύνοντα συμβούλου της Exxon Mobil, Ντάρεν Γουντς, ως προς το πολιτικό ρίσκο και τα τεράστια ποσά που απαιτούνται για μια επιστροφή στην λατινοαμερικανική χώρα. «Τα περιουσιακά μας στοιχεία έχουν ήδη κατασχεθεί δύο φορές, οπότε φαντάζεστε ότι η επιστροφή για τρίτη φορά θα απαιτούσε σημαντικές αλλαγές σε σύγκριση με όσα έχουμε δει ιστορικά και με την τρέχουσα κατάσταση», είπε ο Γουντς στις 9 Ιανουαρίου, μια εβδομάδα μετά τη μεταφορά του Μαδούρο σε αμερικανικό έδαφος για να δικαστεί.