Η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι προχωρά σε ένα υψηλού ρίσκου πολιτικό στοίχημα, προκηρύσσοντας δημοψήφισμα για τη δικαστική μεταρρύθμιση τον επόμενο μήνα, μια κίνηση που θα μπορούσε είτε να ενισχύσει περαιτέρω την εικόνα πολιτικής ισχύος της, είτε να πλήξει το αφήγημα της «ανίκητης» ηγεσίας της.
Προς το παρόν, η Μελόνι εμφανίζεται ως η πιο σταθερή πολιτική δύναμη στη Ρώμη και τις Βρυξέλλες, ηγούμενη της πιο σταθερής κυβέρνησης που έχει γνωρίσει η Ιταλία εδώ και χρόνια.
Το δημοψήφισμα της 22ας και 23ης Μαρτίου αποκτά έτσι χαρακτήρα πολιτικού ορόσημου. Μια νίκη θα εδραίωνε τον έλεγχό της στο πολιτικό σκηνικό και θα ενίσχυε την εικόνα αποφασιστικής ηγεσίας, ενώ μια ήττα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο καμπής.
Άτυπος ψήφος εμπιστοσύνης
Στην Ιταλία, τα δημοψηφίσματα συχνά μετατρέπονται σε άτυπες ψήφους εμπιστοσύνης προς την εκάστοτε κυβέρνηση, γεγονός που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα στην αναμέτρηση. Το προηγούμενο του 2016, όταν ο Ματέο Ρέντσι παραιτήθηκε μετά την αποτυχία του συνταγματικού δημοψηφίσματος, αποτελεί σαφή υπενθύμιση των κινδύνων.
Με την επιλογή να αναμορφώσει το δικαστικό σύστημα, η Μελόνι εισέρχεται σε έναν από τους πιο ευαίσθητους και συγκρουσιακούς θεσμικούς χώρους της ιταλικής πολιτικής ζωής. Οι επικριτές την κατηγορούν ότι παρεμβαίνει σε μια παραδοσιακά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, την οποία τμήματα της δεξιάς έχουν εδώ και χρόνια κατηγορήσει για ιδεολογική μεροληψία.
Η συζήτηση έχει βαθιές ιστορικές ρίζες, ιδίως μετά τα μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς της δεκαετίας του 1990 που ανέτρεψαν το παλιό πολιτικό κατεστημένο, αλλά και τις πολυάριθμες δικαστικές περιπέτειες του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος κατηγορούσε συστηματικά τους δικαστές για πολιτικά κίνητρα.
Καθυστερήσεις και στην ιταλική δικαιοσύνη
Για δεκαετίες, οι ιταλικές κυβερνήσεις απέφευγαν βαθιές μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό σύστημα, φοβούμενες πολιτικό κόστος και θεσμικές συγκρούσεις. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μελόνι εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει.
Οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης υποστηρίζουν ότι θα εκσυγχρονίσει ένα σύστημα που συχνά κατηγορείται για καθυστερήσεις, πολιτικοποίηση και έλλειψη λογοδοσίας, ευθυγραμμίζοντάς το περισσότερο με άλλα ευρωπαϊκά μοντέλα.
Στην πράξη, οι αλλαγές έχουν κυρίως τεχνικό χαρακτήρα και αφορούν τη διοίκηση, την πρόσληψη και την πειθαρχική εποπτεία δικαστών και εισαγγελέων, με βασικό στοιχείο τον διαχωρισμό της επαγγελματικής τους πορείας και την αναδιάρθρωση των οργάνων εποπτείας της Δικαιοσύνης.
Ωστόσο, μετατρέποντας αυτές τις τεχνικές μεταρρυθμίσεις σε κεντρική πολιτική σημαία και οδηγώντας τες σε δημοψήφισμα, η Μελόνι έχει ουσιαστικά μετατρέψει τη διαδικασία σε άμεση δοκιμασία της πολιτικής της ισχύος.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως αναγκαίο βήμα για την ενίσχυση της αμεροληψίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι ο σαφής διαχωρισμός δικαστών και εισαγγελέων θα ενισχύσει το αίσθημα δικαιοσύνης στις δικαστικές αίθουσες.
«Πολιτικός έλεγχος»
Αντίθετα, οι επικριτές θεωρούν ότι η πρωτοβουλία δεν είναι εκσυγχρονισμός, αλλά προσπάθεια περιορισμού της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και ενίσχυσης του πολιτικού ελέγχου, ιδίως σε ένα κλίμα έντονης ρητορικής σύγκρουσης της κυβέρνησης με δικαστικούς θεσμούς.
Μέλη της κυβέρνησης έχουν κατηγορήσει κατά καιρούς τμήματα της Δικαιοσύνης ότι λειτουργούν ως πολιτική αντιπολίτευση, ενώ η ίδια η Μελόνι έχει παρουσιάσει δικαστικές αποφάσεις ως εμπόδια στην εφαρμογή της πολιτικής της ατζέντας, ιδίως σε ζητήματα ασφάλειας και δημόσιας τάξης.
Για την αντιπολίτευση, αυτή η ρητορική ενισχύει την εντύπωση ότι η μεταρρύθμιση εντάσσεται σε μια μακροχρόνια σύγκρουση εξουσίας μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας.
Η ένταση αυτή έχει ιστορικές ρίζες από την εποχή των ερευνών «Καθαρά Χέρια», όταν εισαγγελείς αποκάλυψαν εκτεταμένα δίκτυα διαφθοράς που κατέρριψαν ολόκληρη τη μεταπολεμική πολιτική τάξη.
Στη δεξιά, η περίοδος αυτή ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί ως ανεξέλεγκτος πολιτικός παράγοντας, αντίληψη που ενισχύθηκε και από τις πολυετείς δικαστικές υποθέσεις γύρω από τον Μπερλουσκόνι.
«Θεσμική αναδιάταξη ισχύος»
Πρώην δικαστικοί και πολιτικοί της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι η μεταρρύθμιση κινδυνεύει να αποδυναμώσει την ανεξαρτησία των δικαστηρίων και να ενισχύσει τη δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ σημειώνουν ότι δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά προβλήματα όπως οι χρόνιες καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη. Κατά την άποψή τους, πρόκειται περισσότερο για θεσμική αναδιάταξη ισχύος παρά για λειτουργικό εκσυγχρονισμό.
Το βασικό ρίσκο για τη Μελόνι δεν είναι νομικό αλλά καθαρά πολιτικό. Η μεταρρύθμιση τη φέρνει αντιμέτωπη με ένα ισχυρό και οργανωμένο θεσμικό σώμα, ενώ παρόμοιες προσπάθειες στο παρελθόν είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και πολιτικές αναταράξεις.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν μια αμφίρροπη μάχη, με χαμηλή γνώση των λεπτομερειών της μεταρρύθμισης αλλά σημαντικό ποσοστό αναποφάσιστων, στοιχείο που καθιστά το αποτέλεσμα ιδιαίτερα αβέβαιο.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η πρωθυπουργός θα μπορούσε να επιχειρήσει να πολιτικοποιήσει την ψηφοφορία μετατρέποντάς τη σε δημοψήφισμα για την ίδια την ηγεσία της, αλλά αυτό θα αύξανε περαιτέρω το ρίσκο.
Η ίδια έχει δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να παραιτηθεί σε περίπτωση ήττας, ωστόσο το πολιτικό κόστος μιας αποτυχίας θα ήταν σημαντικό. Μια νίκη θα ενίσχυε την πολιτική της δυναμική και θα μπορούσε να ανοίξει ακόμη και σενάρια πρόωρων εκλογών, ενώ μια ήττα θα έπληττε την εικόνα αποτελεσματικής και αδιαμφισβήτητης ηγέτιδας, αναζωογονώντας την αντιπολίτευση ενόψει των εκλογών του 2027.