Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κλιμακώνεται επικίνδυνα, καθώς οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις αναπτύσσουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή από το 2003, ενώ την ίδια ώρα ο Πρόεδρος Τραμπ προανήγγειλε περιορισμένο χτύπημα.
Σε ερώτηση που δέχτηκε σήμερα Παρασκευή ο Τραμπ, για το αν εξετάζει το ενδεχόμενο περιορισμένης επίθεσης για να πιέσει το Ιράν να συνάψει συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, απάντησε: «Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι το σκέφτομαι»… Συνεπώς άφησε το ενδεχόμενο αυτό της περιορισμένης επίθεσης ορθάνοιχτο.
Το Ιράκ, οι εκλογές του 2024 και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν
Η ήττα στο Ιράκ και τα αδιέξοδα ετών ήταν που οδήγησαν τον Τραμπ να είναι επικριτικός με τους προκατόχους του για να κερδίσει τις εκλογές το Νοέμβριο του 2024, με σημαία τη ρητορική κατά των επεμβάσεων, που αποτέλεσε κεντρικό πυλώνα της ιδεολογίας MAGA, εντείνοντας σήμερα τα διλήμματα Τραμπ, αναφέρουν διεθνείς αναλυτές.
Με κριτική στους «αιώνιους πολέμους», τόσο το 2016 όσο και το 2024, ο Τραμπ υποσχόταν να απεμπλέξει τις ΗΠΑ από ξένες συγκρούσεις και ότι δεν θα κάνει τα ίδια, χαρακτηρίζοντας την αμερικανική εξωτερική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών ως «καταστροφή», αφού όπως υποστήριζε «σπατάλησαν τρισεκατομμύρια δολάρια που θα έπρεπε να είχαν επενδυθεί στο εσωτερικό της χώρας (America First)».
Ωστόσο, την Πέμπτη ο Ντόναλντ Τραμπ έθεσε τελεσίγραφο 10-15 ημερών για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, απειλώντας με στρατιωτική δράση.
Το συγκεκριμένο περιθώριο δημιουργεί μια πιθανή επανάληψη του χρονοδιαγράμματος που διαδραματίστηκε τον Ιούνιο, όταν το Ισραήλ ξεκίνησε τις επιθέσεις λίγα 24ωρα μετά την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) να κατηγορήσει το Ιράν για έλλειψη συνεργασίας με τους παρατηρητές.
Αυτό επικαλέστηκαν τότε Αμερικανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το συγκεκριμένο γεγονός παρείχε νομική δικαιολογία για στρατιωτική επιχείρηση. «Δίνει ενδεχομένως το πάτημα που χρειάζεται για να επιτεθεί στο Ιράν σε μια προσπάθεια να επηρεάσει την αλλαγή καθεστώτος», δήλωσε στο Bloomberg ο Ταρίκ Ραούφ, πρώην επικεφαλής της πολιτικής πυρηνικής επαλήθευσης στη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.
Οι ΗΠΑ αναπτύσσουν τεράστια πολεμική δύναμη στην περιοχή, που συγκρίνεται με εκείνη στην επέμβαση στο Ιράκ, περιγράφουν τα περισσότερα αμερικανικά media. Aναπτύσσουν δύο αεροπλανοφόρα, μαχητικά, εναέρια τάνκερ και drones, ενώ οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις συντονίζονται με το Ισραήλ.
Το Ιράν υποστηρίζει από τη μεριά του ότι δεν επιδιώκει τον πόλεμο αλλά θα απαντήσει αποφασιστικά εάν δεχθεί επίθεση. Η πιθανότητα στρατιωτικής εμπλοκής και η απειλή αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ διατηρούν το γεωπολιτικό ρίσκο σε υψηλά επίπεδα.
Σε αυτό το φόντο οι αγορές ενέργειας και οι χρηματιστηριακές τιμές επηρεάζονται, με την τιμή του Brent να ξεπερνά τα 71 δολάρια το βαρέλι. Οι επενδυτές παρακολουθούν προσεκτικά την κλιμάκωση της σύγκρουσης, ενώ το γεωπολιτικό ρίσκο παραμένει υψηλό, με άμεσο αντίκτυπο σε χρηματοοικονομικά και ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.
Meeting with DG @rafaelmgrossi of @IAEAorg, together with @Amb_Ulyanov & Amb. Reza Najafi, and delivering a joint letter on issues related to Iran. We support the role of #IAEA for political and diplomatic solutions, guarding against use or threat of force. pic.twitter.com/vz5bq1cy39
— Li Song 李松 (@Amb_LiSong) February 19, 2026
Το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford κατευθύνεται προς τη Σούδα
Η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι, αλλά τα διλήμματα είναι τεράστια με διεθνές αντίκτυπο λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία της επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράκ. Ο αμερικανικός στόλος ενισχύεται στη Μεσόγειο, καθώς το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford κατευθύνεται προς τη Σούδα για ανεφοδιασμό πριν από την προγραμματισμένη του αποστολή στο Ισραήλ, σε μια περίοδο αυξανόμενων εντάσεων με το Ιράν και κλιμάκωσης της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με πληροφρορίες το πυρηνοκίνητο αεροπλανοφόρο, που απέπλευσε πρόσφατα από την Καραϊβική, αναμένεται να καταπλεύσει στο λιμάνι της Σούδας την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου και θα παραμείνει εκεί για περίπου τέσσερις ημέρες, προκειμένου να ανεφοδιαστεί με καύσιμα, τρόφιμα και πυρομαχικά. Μετά την παραμονή του στην Ελλάδα, το USS Ford θα συνεχίσει την πορεία του προς το Ισραήλ, ενισχύοντας τις αμερικανικές αμυντικές δυνάμεις στην περιοχή.
«Είτε θα έχουμε συμφωνία είτε θα είναι δυσάρεστο για αυτούς», είπε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους πάνω στο Air Force One, προσδιορίζοντας το χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων των 10-15 ημερών ως το «μέγιστο» που θα επιτρέψει. Η ανάπτυξη αυτή υπερβαίνει ακόμα και την πρόσφατη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων απέναντι στη Βενεζουέλα πριν την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο, μεταδίδει το Bloomberg.

Μαχητικά αεροσκάφη στο αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford © EPA/STEPHANIE LECOCQ
Στρατιωτικά μέσα και επιχειρησιακές δυνατότητες
Οι ΗΠΑ δεν αναμένεται να αναπτύξουν επίγεια στρατεύματα, αλλά η συγκέντρωση αεροπορικών και ναυτικών δυνάμεων παρέχει στον Τραμπ ευελιξία για μια παρατεταμένη επιχείρηση σε συνεργασία με το Ισραήλ. Τα αεροσκάφη περιλαμβάνουν KC-46 και KC-135 για εναέριο ανεφοδιασμό, C-130J για μεταφορά προσωπικού και υλικού, E-3 Sentry με ραντάρ AWACS για παρακολούθηση και RQ-4 Global Hawk drones.
Τα αεροπλανοφόρα USS Abraham Lincoln και USS Gerald R. Ford συνοδεύονται από αντιτορπιλικά Arleigh Burke, ικανά να φέρουν πυραύλους Tomahawk, και διαθέτουν μαχητικά F-35C και F/A-18E/F, εναέρια ραντάρ E-2D και ελικόπτερα MH-60.
Ο Μάικλ Αϊζενστατ, διευθυντής στρατιωτικών μελετών στο Washington Institute for Near East Policy, σημειώνει στο Bloomberg ότι η συγκέντρωση πολεμικών δυνάμεων στέλνει σαφές μήνυμα στο Ιράν για τις διαπραγματεύσεις.
Οι προκλήσεις για το Ιράν
Η πιθανότητα στρατιωτικής δράσης θα μπορούσε να εντάξει τις ΗΠΑ στον τρίτο πολεμικό επεισόδιο στη Μέση Ανατολή από το 1991, απέναντι σε ένα ισχυρότερο, ωστόσο, αντίπαλο. Το Ιράν, αν και ανησυχεί για τη σταθερότητα του καθεστώτος μετά από τις εκτεταμένες μαζικές διαδηλώσεις και εσωτερικές αναταραχές, έχει προετοιμαστεί για πιθανές στρατιωτικές επιθέσεις, έχοντας ήδη αναδιοργανώσει την αντίδρασή του μετά τις προηγούμενες επιδρομές του Ισραήλ και των ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος της National Iranian American Council, Τζαμάλ Αμπντί, τονίζει στο Bloomberg ότι το Ιράν μπορεί να αντέξει ακόμα και επιθέσεις κατά ανώτατων στελεχών, καθώς το στρατιωτικό του δίκτυο έχει πλεονεκτήματα σχεδίασης και ταχείας αναδιοργάνωσης.
Παράλληλα, η πιθανότητα αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, μια κομβική και πολύτιμη εμπορική διαδρομή για το 25% της παγκόσμιας πετρελαϊκής ναυτιλίας, αυξάνει περαιτέρω το γεωπολιτικό ρίσκο.
Οι αμερικανικές επιλογές στο Ιράν
Ο Τραμπ συναντήθηκε με τον γαμπρό του, Τζάρεντ Κούσνερ, και τον ειδικό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ για ενημέρωση σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, μεταδίδει το Bloomberg. Όλες οι αμερικανικές δυνάμεις αναμένεται να είναι πλήρως αναπτυγμένες έως τα μέσα Μαρτίου.
Ο πρόεδρος εξετάζει τόσο περιορισμένες επιθέσεις για πίεση στις διαπραγματεύσεις όσο και εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία, αξιοποιώντας την αντιαεροπορική υπεροχή που έχει ήδη εξασφαλιστεί από προηγούμενες επιχειρήσεις.
Η στρατηγική των ΗΠΑ χαρακτηρίζεται μέχρι στιγμής από σύντομες, επιτυχημένες επιχειρήσεις με περιορισμένες απώλειες, αλλά κάθε νέο πλήγμα στο Ιράν ενέχει τον κίνδυνο ευρύτερης σύγκρουσης και πίεσης από την αμερικανική κοινή γνώμη, καθώς πρόκειται για κινήσεις σε αχαρτογράφητα νερά με τον κίνδυνο γενικότερης ανάφλεξης στην περιοχή.
Οι στόχοι του Τραμπ περιλαμβάνουν τον πυρηνικό εξοπλισμό, την καταστολή των διαδηλωτών που έχουν σκοτωθεί από τις ιρανικές δυνάμεις, την αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν έναντι του Ισραήλ και τον τερματισμό της υποστήριξης της Τεχεράνης προς Χαμάς και Χεζμπολάχ.

Μαχητικά F-18 στο εσωτερικό του αεροπλανοφόρου Gerald R. Ford © EPA/STEPHANIE LECOCQ
Ασαφείς στόχοι και έλλειψη στρατηγικής
Ο Τραμπ δεν έχει δώσει λεπτομέρειες για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ούτε έχει ζητήσει έγκριση από το Κογκρέσο. Δεν έχει εξηγήσει γιατί το Ιράν επιλέχθηκε ως στόχος αντί, για παράδειγμα, η Βόρεια Κορέα, η οποία έχει αυξήσει σημαντικά τον πυρηνικό της οπλοστάσιο, αναφέρει ανάλυση στους New York Times.
Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας και των περισσότερων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, δεν φαίνεται να συμμετέχουν στον στρατιωτικό σχεδιασμό. Το Ισραήλ παραμένει ο μοναδικός ενεργός εταίρος σε επίπεδο στρατηγικής συνεργασίας.
Οι στρατιωτικές επιλογές του Τραμπ περιλαμβάνουν αεροπορικές επιδρομές, χωρίς επίγεια εισβολή, με περιορισμένο ρίσκο για Αμερικανούς στρατιώτες, αλλά υψηλό γεωπολιτικό ρίσκο. Οι Ιρανοί έχουν ήδη θάψει μεγάλο μέρος του ουρανίου και είναι σε θέση να αντιδράσουν γρήγορα σε επιθέσεις κατά ανώτατων στελεχών, ενώ πιθανότητα αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ εντείνει την πίεση στις διεθνείς αγορές ενέργειας, μεταδίδουν οι New York Times.
Διπλωματική πίεση και διαπραγματεύσεις
Ο Τραμπ συνεχίζει τις διαπραγματεύσεις με τους ειδικούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, ζητώντας από το Ιράν να εγκαταλείψει πλήρως την ικανότητα εμπλουτισμού ουρανίου.
Οι Ιρανοί δηλώνουν διατεθειμένοι να αναστείλουν την παραγωγή πυρηνικών υλικών για περιορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά δεν θα παραδώσουν το δικαίωμα εμπλουτισμού που ορίζει η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων. Ωστόσο, η επιδίωξη μιας συμφωνίας υψηλού επιπέδου εντός δύο εβδομάδων παραμένει δύσκολη, αναφέρουν αναλυτές.
Πολιτικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις, με αντιφάσεις
Η στρατηγική Τραμπ χαρακτηρίζεται από ασαφή επιχειρησιακά και πολιτικά όρια, ενώ η επιρροή του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχ πιέζει για πλήρη εξουδετέρωση του καθεστώτος. Όπως γράφουν οι New York Times, αναλυτές, όπως ο Τζον Ο. Μπρέναν, επισημαίνουν ότι η λογική του «αποκεφαλισμού» δεν εξασφαλίζει λύση και ότι η έλλειψη σαφούς στρατηγικού στόχου καθιστά την κατάσταση επικίνδυνη.
Ο Τραμπ στην προεκλογική εκστρατεία το 2024, χαρακτήρισε τους υποστηρικτές των επεμβάσεων της κυβέρνησης Μπάιντεν ως «φιλοπόλεμους» (warmongers) και δεσμεύτηκε να τους διώξει, υποστηρίζοντας ότι επιδιώκουν συγκρούσεις σε μέρη που οι ΗΠΑ δεν έχουν συμφέροντα.
Μια στάση που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη βάση των υποστηρικτών του MAGA, οι οποίοι συχνά αντιδρούν όταν η κυβέρνησή του εξετάζει νέες στρατιωτικές δράσεις υποστηρίζοντας ότι κινείται αντίθετα με τις αρχικές προεκλογικές υποσχέσεις του.
Ωστόσο, υπάρχει ένα ολόκληρο κύκλωμα εδραιωμένο στο αμερικανικό καταστημένο -με επίκεντρο το Πεντάγωνο- που δρα με τους δικού του όρους, αναφέρουν αναλυτές.
Παρά τη ρητορική Τραμπ, αναλυτές επισημαίνουν ότι ως πρόεδρος έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία σε αρκετές περιπτώσεις (π.χ. Συρία, Ιράν, Βενεζουέλα), δημιουργώντας μια αντίφαση μεταξύ της προεκλογικής του ρητορικής και των πράξεών του στην εξουσία. Κάτι που δεν παρατηρείται πρώτη φορά, αφήνοντας ανοιχτές επικίνδυνες διαδρομές.