Η αμερικανική οικονομία επιβράδυνε περισσότερο από το αναμενόμενο στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, καθώς το παρατεταμένο «λουκέτο» (Shutdown) της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η κάμψη της κατανάλωσης και οι αδύναμες επιδόσεις στο εμπόριο περιόρισαν τον ρυθμό ανάπτυξης.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,4% στο τέταρτο τρίμηνο, έναντι 4,4% στο αμέσως προηγούμενο.
Σε ετήσια βάση, η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε κατά 2,2%, επίδοση που κρίνεται ανθεκτική, αλλά σαφώς χαμηλότερη από τη δυναμική που είχε διαμορφωθεί στα μέσα της χρονιάς.
Κάτω από όλες τις προβλέψεις
Το αποτέλεσμα του τέταρτου τριμήνου βρέθηκε κάτω από όλες τις προβλέψεις των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg, οι οποίοι ανέμεναν ανάπτυξη κοντά στο 2,8%. Καθοριστικό ρόλο στην απόκλιση έπαιξε το εκτεταμένο shutdown, που διήρκεσε στο μεγαλύτερο μέρος του τριμήνου.
Η στατιστική υπηρεσία εκτίμησε ότι η μείωση των ομοσπονδιακών υπηρεσιών αφαίρεσε περίπου μία ποσοστιαία μονάδα από το ΑΕΠ, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποτιμηθεί πλήρως το συνολικό κόστος.
O ίδιος ο Τραμπ με σημερινές δηλώσεις του στα social media ανεβάζει τις απώλειες από το shutdown «τουλάχιστον στις δύο ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ», λίγη ώρα πριν η επίσημη στατιστική υπηρεσία ανακοινώσει τα τελικά οικονομικά αποτελέσματα.
Λίγο πριν από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, ο πρόεδρος Τραμπ υποστήριξε μέσω ανάρτησής του ότι το shutdown θα κοστίσει «τουλάχιστον δύο ποσοστιαίες μονάδες» στο ΑΕΠ, αναδεικνύοντας το πολιτικό βάρος της οικονομικής επιβράδυνσης.
Κατανάλωση: επιβράδυνση αλλά με αντοχές
Η ιδιωτική κατανάλωση, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της αμερικανικής οικονομίας, επιβραδύνθηκε στο 2,4% από 3,5% το προηγούμενο τρίμηνο, κυρίως λόγω μειωμένων δαπανών για διαρκή αγαθά όπως τα αυτοκίνητα. Ωστόσο, οι δαπάνες για υπηρεσίες υγείας ανήλθαν σε επίπεδα-ρεκόρ ως ποσοστό του ΑΕΠ, δείχνοντας ότι ο τομέας των υπηρεσιών συνεχίζει να στηρίζει τη δραστηριότητα.
Οι καθαρές εξαγωγές είχαν περιορισμένη συμβολή στην ανάπτυξη, μετά την ώθηση που είχαν προσφέρει στα μέσα του έτους, ενώ τα νεότερα στοιχεία κατέγραψαν διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος τον Δεκέμβριο.
Σημαντική πτώση καταγράφηκε στις ομοσπονδιακές δαπάνες εκτός άμυνας, οι οποίες μειώθηκαν κατά 24,1% — η μεγαλύτερη συρρίκνωση από το 2020. Εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι έμειναν χωρίς μισθό κατά τη διάρκεια του shutdown, ενώ διαταράχθηκαν και άλλες κοινωνικές παροχές.
Επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη δίνουν ώθηση
Στον αντίποδα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 3,7%, με αιχμή τον εξοπλισμό επεξεργασίας πληροφοριών, αντανακλώντας την έκρηξη δαπανών για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Οι επενδύσεις σε data centers και συναφή συστήματα καταγράφουν διαδοχικά ρεκόρ, ενώ τέσσερις από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ έχουν ήδη προαναγγείλει συνολικές δαπάνες ύψους περίπου 650 δισ. δολαρίων για το 2026.
Ωστόσο, εάν εξαιρεθούν οι επενδύσεις σε υπολογιστές και λογισμικό, οι συνολικές επιχειρηματικές δαπάνες έχουν μειωθεί για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο, στοιχείο που υποδηλώνει πιο συγκρατημένη διάθεση εκτός του τεχνολογικού τομέα.
Πληθωρισμός και επιτόκια στο προσκήνιο
Ξεχωριστά στοιχεία έδειξαν ότι ο δομικός δείκτης τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών — το βασικό μέτρο πληθωρισμού που παρακολουθεί η Federal Reserve — αυξήθηκε κατά 0,4% τον Δεκέμβριο, τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο εδώ και σχεδόν έναν χρόνο.
Σε ετήσια βάση, ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3%, από 2,8% στις αρχές του 2025, δείχνοντας ότι η αποκλιμάκωση των τιμών παραμένει ατελής.
Οι αγορές αντέδρασαν νευρικά, με τον S&P 500 να καταγράφει διακυμάνσεις στο άνοιγμα και τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων να ενισχύονται.
Παρά την επιβράδυνση στο τέλος του έτους, η συνολική εικόνα για το 2025 χαρακτηρίζεται από ανθεκτικότητα, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι αναταράξεις από τους δασμούς και την εμπορική αβεβαιότητα.
Σταθερή η ζήτηση
Ο δείκτης τελικών πωλήσεων προς ιδιώτες εγχώριους αγοραστές αυξήθηκε με ρυθμό 2,4% στο τέταρτο τρίμηνο, υποδηλώνοντας ότι η υποκείμενη ζήτηση παραμένει σχετικά σταθερή.
Για το 2026, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί κατά μέσο όρο στο 2,5%, με στήριγμα την ανθεκτική κατανάλωση και πιθανές περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων.
Ωστόσο, η επιμονή του πληθωρισμού και η εύθραυστη ψυχολογία των καταναλωτών διατηρούν ανοιχτό το ερώτημα για το πόσο ακόμη μπορεί να διατηρηθεί ο κύκλος επέκτασης της αμερικανικής οικονομίας.