Σε μια εποχή όπου οι ανισότητες πλούτου διευρύνονται και η δημόσια συζήτηση για τη φορολογική δικαιοσύνη εντείνεται, το ερώτημα της φορολόγησης των υπερπλουσίων –και ακόμη περισσότερο των μελλοντικών δισεκατομμυριούχων και τρισεκατομμυριούχων– παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης οικονομίας.
Παρά τις πολιτικές εξαγγελίες και τις κατά καιρούς προτάσεις για φόρους στον πλούτο, η πραγματικότητα δείχνει ότι η φορολόγηση των ακραία εύπορων είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι φαίνεται.
Η βασική αιτία βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται και αποθηκεύεται ο πλούτος των υπερπλουσίων.
Σε αντίθεση με τους μισθωτούς, των οποίων το εισόδημα φορολογείται άμεσα μέσω μισθοδοσίας, οι δισεκατομμυριούχοι αντλούν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής τους ισχύος από περιουσιακά στοιχεία: μετοχές, επενδυτικά κεφάλαια, οικογενειακά καταπιστεύματα, ακίνητα, συλλεκτικά αντικείμενα και άλλες μορφές πλούτου, που δεν φορολογούνται παρά μόνο όταν ρευστοποιούνται.
Αυτό σημαίνει ότι τεράστια περιουσιακά μεγέθη μπορούν να αυξάνονται επί χρόνια χωρίς να δημιουργούν αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση.
Παράδειγμα ο Μπέζος της Amazon
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Τζεφ Μπέζος, του οποίου ο ετήσιος μισθός είναι συγκριτικά χαμηλός σε σχέση με την περιουσία του. Το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του συνδέεται με μετοχές της Amazon, γεγονός που του επιτρέπει να αποφεύγει τη φορολόγηση σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα ενός υψηλόμισθου εργαζομένου.
Έτσι, ενώ οι μέσοι εργαζόμενοι φορολογούνται σε υψηλότερα ποσοστά επί του εισοδήματός τους, οι υπερπλούσιοι εμφανίζουν συχνά χαμηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή.
Ένα δεύτερο εμπόδιο είναι η νομική και χρηματοοικονομική πολυπλοκότητα των περιουσιακών δομών. Οικογενειακά trusts, εταιρείες συμμετοχών και διεθνείς επενδυτικές δομές καθιστούν δύσκολη την αποτίμηση και τον εντοπισμό του πραγματικού πλούτου.
Οι φορολογικές αρχές καλούνται να εκτιμήσουν περιουσιακά στοιχεία που δεν διαπραγματεύονται συχνά, όπως ιδιωτικές εταιρείες, έργα τέχνης ή εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, κάτι που περιπλέκει τη διαδικασία επιβολής φόρου.
Ταυτόχρονα, οι πολιτικές πρωτοβουλίες για φόρο στον πλούτο συναντούν έντονες αντιδράσεις. Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, συζητείται πρόταση για εφάπαξ φόρο 5% στην περιουσία κατοίκων με καθαρή αξία άνω του 1,1 δισ. δολαρίων, με στόχο τη χρηματοδότηση κοινωνικών δαπανών.
Μετακινώντας περιουσίες σε άλλες χώρες
Η προοπτική αυτή έχει ήδη προκαλέσει κινητικότητα μεταξύ των πλουσιότερων πολιτών, με ορισμένους να μετακινούν περιουσιακά στοιχεία εκτός πολιτείας (στις ΗΠΑ) ή σε άλλες χώρες και άλλους να χρηματοδοτούν εκστρατείες κατά της πρωτοβουλίας.
Μεταξύ των ονομάτων που αναφέρονται στη δημόσια συζήτηση είναι οι ιδρυτές της Google, Larry Page και Sergey Brin, οι οποίοι φέρεται να αναπροσαρμόζουν τη δομή των περιουσιακών τους στοιχείων.
Η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει τις δυσκολίες. Χώρες όπως η Γαλλία και η Φινλανδία δοκίμασαν την εφαρμογή φόρων στον μεγάλο πλούτο, αλλά τελικά τους περιόρισαν ή τους εγκατέλειψαν, καθώς παρατηρήθηκαν φυγή κεφαλαίων, διοικητικές δυσκολίες και περιορισμένα φορολογικά έσοδα σε σχέση με το αναμενόμενο.
Το πολιτικό αφήγημα
Πέρα από τη φορολογική τεχνική, σημαντικό ρόλο παίζει και το εκάστοτε πολιτικό αφήγημα. Ορισμένοι ειδικοί επισημαίνουν ότι η συζήτηση δεν θα πρέπει να εστιάζει στην «τιμωρία» των πλουσίων, αλλά στην αρχή της φορολογικής ισότητας – δηλαδή στη φορολόγηση των υπερπλουσίων με τρόπο ανάλογο προς τους υπόλοιπους πολίτες.
Ωστόσο, σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου το κεφάλαιο μετακινείται εύκολα, η επιβολή αυστηρών φόρων σε μία μόνο χώρα μπορεί να οδηγήσει σε μεταφορά πλούτου και φορολογικής βάσης αλλού.
Παράλληλα, η οικονομική επιρροή των πολύ νεότερων γενεών –ιδίως της λεγόμενης Gen Α– αναμένεται να εντείνει τη συζήτηση γύρω από τη φορολογία και την αναδιανομή του πλούτου τα επόμενα χρόνια. Αν και πρόκειται ακόμη για ανήλικους καταναλωτές, η αγοραστική τους δύναμη και η επιρροή στις οικογενειακές δαπάνες διαμορφώνουν ήδη νέες οικονομικές ισορροπίες.
Τελικά, η δυσκολία φορολόγησης των πολύ πλούσιων δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά συνδυασμός νομικών, πολιτικών και οικονομικών παραγόντων.
Όσο ο πλούτος συγκεντρώνεται σε άυλες και παγκόσμιες μορφές περιουσίας, τα παραδοσιακά φορολογικά συστήματα θα συνεχίσουν να δυσκολεύονται να τον προσεγγίσουν αποτελεσματικά, διατηρώντας το χάσμα μεταξύ εισοδήματος και φορολόγησης στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.