Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι απλώς μια ανοιχτή πληγή στην ανατολική Ευρώπη. Είναι ο καταλύτης μιας βαθιάς αναδιάταξης ισχύος, τεχνολογίας και ιδεών για την ασφάλεια σε ολόκληρη την ήπειρο.
Αν κάτι καθίσταται σαφές σήμερα, εξηγεί η FAZ, είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την Ουκρανία απλώς ως μια χώρα που χρειάζεται στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, αλλά ως στρατηγικό εταίρο, ως εργαστήριο πολεμικής καινοτομίας (σ.σ. τεχνολογία drones) και ταυτόχρονα ως την πρώτη γραμμή σε μια σύγκρουση που τελικά αφορά την ήπειρο στο σύνολό της.
Το ουκρανικό εργαστήριο πολέμου
Στο περιθώριο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, στο «Ukraine House», η εικόνα ενός ρωσικού drone τύπου Shahed, εκτεθειμένου δίπλα σε ουκρανικά μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα, συμπυκνώνει τέσσερα χρόνια σημαντικών εξελίξεων στον τομέα της τεχνολογίας. Ο Ολεξάντρ Καμίσιν είναι ο άνθρωπος που ανέλαβε πολλούς ρόλους τα τελευταία χρόνια: εξυγίανε τον ουκρανικό κρατικό σιδηρόδρομο, που σήμερα θεωρείται πιο ακριβής από τον γερμανικό και έπειτα, ως υπουργός Βιομηχανίας και Άμυνας, αναζωογόνησε τη βαριά πληγείσα βιομηχανία όπλων. Πλέον, ο στενός συνεργάτης του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αναλάβει μια αποστολή που υπερβαίνει τα σύνορα της χώρας του: να γεφυρώσει την ουκρανική και την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Εξάλλου, η Ουκρανία έχει επανειλημμένα εκφράσει την πρόθεσή της να παραχωρήσει -με το αζημίωτο- στην Ευρώπη (αλλά και τις ΗΠΑ) τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτύχει σε τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, όπως η παραγωγή drones.
Η Ουκρανία, εξηγεί η FAZ, πιεσμένη από την καθυστερημένη και συχνά ανεπαρκή δυτική στρατιωτική βοήθεια, αναγκάστηκε να καινοτομήσει. Από μαζική παραγωγή πυρομαχικών μέχρι ένα οικοσύστημα δεκάδων νεοφυών επιχειρήσεων για την παραγωγή και χρήση drones, η χώρα ανέπτυξε ευέλικτες λύσεις που άλλαξαν τη μορφή του πεδίου μάχης. Η χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων, ηλεκτρονικού πολέμου και ταχείας ανάλυσης δεδομένων σε πραγματικό χρόνο κατέστησε την τεχνολογική προσαρμοστικότητα εξίσου κρίσιμη με τον αριθμό των τεθωρακισμένων.
Το μέτωπο στην ανατολική Ουκρανία δεν καθορίζεται πλέον μόνο από τη γραμμή χαρακωμάτων, αλλά από το ποιος εντοπίζει πρώτος, παρεμβάλλει γρηγορότερα και προσαρμόζεται ταχύτερα. Οι ουκρανικές επιχειρήσεις παρεμβολής ρωσικών drones, οι αυτοσχέδιες αλλά αποτελεσματικές τεχνικές κοπής οπτικών ινών και οι επιθέσεις ακριβείας σε στρατηγικούς στόχους ανέδειξαν μια νέα λογική πολέμου: φθηνότερα μέσα, υψηλότερη ευφυΐα, συνεχής καινοτομία.
Για τις ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις, που επί δεκαετίες προσανατολίζονταν σε αποστολές εκτός ηπείρου και σε ασύμμετρες επιχειρήσεις, η ουκρανική εμπειρία λειτουργεί ως καμπανάκι, ενώ η μεταφορά δεδομένων από την Ουκρανία θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι εταιρείες θα μπορούν να εκπαιδεύουν τα συστήματά τους με πραγματικά δεδομένα μάχης.
Η ιδέα ότι ένας συμβατικός, μεγάλης κλίμακας, πόλεμος στην Ευρώπη ανήκει στο παρελθόν έχει διαψευστεί. Ασκήσεις του ΝΑΤΟ στις βαλτικές χώρες έδειξαν πόσο ευάλωτα μπορεί να είναι ακόμη και σύγχρονα τεθωρακισμένα απέναντι σε συντονισμένες επιθέσεις drones.
Η νέα παγκόσμια τάξη του Πούτιν και το ευρωπαϊκό δίλημμα
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι επιδιώκει η Μόσχα στην Ουκρανία, αλλά τι σημαίνει αυτή η στρατηγική για την ίδια την Ευρώπη. Η σύγκρουση έχει πάψει προ πολλού να είναι μια διμερής αντιπαράθεση. Για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, η Ουκρανία αποτελεί το προκεχωρημένο πεδίο μιας ευρύτερης σύγκρουσης με τη «συλλογική Δύση» -και άρα με τον ευρωπαϊκό πυρήνα της.
Το Κρεμλίνο εκπέμπει δύο παράλληλα μηνύματα προς τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Από τη μία, διακηρύσσει ότι η Ρωσία επιδιώκει μια «νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας» στην Ευρώπη, η οποία θα λαμβάνει υπ’ όψιν τα ρωσικά «συμφέροντα». Από την άλλη, συνοδεύει αυτή τη ρητορική με διαρκείς υπαινιγμούς κλιμάκωσης, ακόμη και πυρηνικής, επιχειρώντας να καλλιεργήσει φόβο και κόπωση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το μήνυμα είναι απλό: η υποστήριξη προς την Ουκρανία έχει κόστος -και αυτό το κόστος μπορεί να αυξηθεί.
Για την Ευρώπη, η αβεβαιότητα αυτή δεν είναι απλώς επικοινωνιακή τακτική. Είναι στρατηγικό εργαλείο αποσταθεροποίησης. Στόχος δεν είναι μόνο η κάμψη της Ουκρανίας, αλλά και η διάρρηξη της ευρωπαϊκής συνοχής: η ενίσχυση πολιτικών δυνάμεων που αμφισβητούν τις κυρώσεις, η εκμετάλλευση ενεργειακών εξαρτήσεων, καθώς και η τροφοδότηση κοινωνικής δυσαρέσκειας μέσω υβριδικών επιχειρήσεων και παραπληροφόρησης.
Η συζήτηση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθεί να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο εκτιμήσεις: πρόκειται για έναν περιορισμένο πόλεμο, που θα μπορούσε να κλείσει με έναν επώδυνο συμβιβασμό; Ή για το πρώτο επεισόδιο μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης με μια αναθεωρητική δύναμη; Η ίδια η ρωσική ρητορική δείχνει ότι η Μόσχα δεν βλέπει την Ουκρανία ως τελικό στόχο, αλλά ως κομβικό βήμα σε μια διαδικασία αναθεώρησης της μεταψυχροπολεμικής ευρωπαϊκής τάξης.
Στις παρεμβάσεις του σε διεθνή φόρα, όπως το Valdai Club, ο Πούτιν περιγράφει την επιθυμητή παγκόσμια τάξη ως «πολυπολική». Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε σφαίρες επιρροής, όπου μεγάλες δυνάμεις καθορίζουν τους όρους ασφάλειας στις γειτονικές τους περιοχές. Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει επιστροφή σε μια λογική ισορροπίας ισχύος του 19ου αιώνα -και εγκατάλειψη της αρχής ότι κάθε κράτος έχει δικαίωμα να επιλέγει τις συμμαχίες του.
Η Ουκρανία είναι, σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο τεστ. Αν μια ευρωπαϊκή χώρα μπορεί να εξαναγκαστεί διά της βίας να αλλάξει γεωπολιτικό προσανατολισμό, τότε ολόκληρη η αρχιτεκτονική ασφάλειας που οικοδομήθηκε μετά το 1991 τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία, η Ρουμανία ή η Φινλανδία δεν βλέπουν τον πόλεμο ως μακρινό γεγονός, αλλά ως υπαρξιακή προειδοποίηση.
Η ρωσική αφήγηση περί «πολιτισμικού κράτους» και υπαρξιακού αγώνα κατά της Δύσης δεν στοχεύει μόνο στην εσωτερική κατανάλωση. Επιχειρεί να υπονομεύσει την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως μοντέλου βασισμένου σε κανόνες, δικαιώματα και πολυμέρεια. Η παρουσίαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «εκφυλισμένου» ή «παρακμιακού» χώρου λειτουργεί ως ιδεολογικό αντίβαρο σε μια Ένωση που στηρίζεται σε φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες.
Για την ΕΕ, το διακύβευμα είναι διπλό: στρατιωτικό και πολιτικό. Στρατιωτικό, διότι απαιτείται ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός άμυνας. Πολιτικό, διότι η συνοχή των 27 αποτελεί τον πιο κρίσιμο παράγοντα αξιοπιστίας. Η αποτροπή δεν είναι μόνο θέμα εξοπλισμών, αλλά και σταθερότητας αποφάσεων.
Ο κίνδυνος της ευρωπαϊκής κόπωσης
Η ρωσική στρατηγική υπολογίζει στον χρόνο. Η παρατεταμένη σύγκρουση αυξάνει το οικονομικό και πολιτικό κόστος για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Πληθωριστικές πιέσεις, ενεργειακές ανακατατάξεις, κοινωνικές αντιδράσεις: όλα μπορούν να μετατραπούν σε μοχλούς πίεσης. Η «κόπωση από τον πόλεμο» είναι ένα από τα βασικά στοιχήματα της Μόσχας.
Ωστόσο, μια επισφαλής ειρήνη ή ένας βεβιασμένος συμβιβασμός δεν θα μείωνε τον κίνδυνο για την Ευρώπη· θα τον μετέθετε χρονικά. Αν η αναθεώρηση συνόρων διά της βίας αποδειχτεί αποτελεσματική, το μήνυμα προς κάθε αναθεωρητική δύναμη θα είναι σαφές. Η αποτροπή θα έχει υπονομευτεί.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιες εγγυήσεις ασφάλειας μπορεί να λάβει η Ουκρανία μετά τον πόλεμο. Είναι ποιες εγγυήσεις μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη στον εαυτό της. Η στήριξη προς το Κίεβο δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας, αλλά επένδυση στη διατήρηση μιας ευρωπαϊκής τάξης βασισμένης σε κανόνες.
Η Ουκρανία λειτουργεί σήμερα ως προκεχωρημένο σύνορο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αν αντέξει, ενισχύεται και η ευρωπαϊκή αποτροπή. Αν αποδυναμωθεί, το κενό δεν θα παραμείνει ουδέτερο. Τέσσερα χρόνια μετά, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια της αφέλειας και το μάθημα είναι σαφές: η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την τύχη ενός κράτους, αλλά το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου ως γεωπολιτικού δρώντα.