Σημαντική ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό της Ουγγαρίας καταγράφει η τελευταία δημοσκόπηση της Median, καθώς το κεντροδεξιό κόμμα Tisza προηγείται πλέον με διαφορά 20 ποσοστιαίων μονάδων του κυβερνώντος Fidesz του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν, ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 12ης Απριλίου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα υπέρ της αντιπολίτευσης, σε μια εκλογική αναμέτρηση που θεωρείται η πιο αμφίρροπη των τελευταίων 16 ετών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από τη hvg.hu, το Tisza υπό τον Πέτερ Μαγιάρ συγκεντρώνει το 55% των αποφασισμένων ψηφοφόρων, ενισχυμένο από το 51% του Ιανουαρίου. Αντιθέτως, το Fidesz υποχωρεί στο 35% από 39% πριν από έναν μήνα. Σε επίπεδο συνολικού πληθυσμού, το Tisza καταγράφει 42% έναντι 31% του κυβερνώντος κόμματος.
Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ 18 και 23 Φεβρουαρίου και αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Median θεωρείται από τις πιο αξιόπιστες εταιρείες δημοσκοπήσεων στη χώρα, έχοντας προβλέψει με ακρίβεια τη σαρωτική νίκη του Όρμπαν πριν από τέσσερα χρόνια.
Το πολιτικό σκηνικό φαίνεται να διαμορφώνεται γύρω από δύο βασικούς πόλους, καθώς μόνο το ακροδεξιό κόμμα «Η Πατρίδα Μας» (Mi Hazánk) φαίνεται να ξεπερνά το όριο του 5% για είσοδο στο Κοινοβούλιο, συγκεντρώνοντας 6% των αποφασισμένων ψηφοφόρων. Το ουγγρικό Κοινοβούλιο αριθμεί 199 έδρες – 93 από λίστες και 106 από μονοεδρικές περιφέρειες – γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη μάχη στις περιφέρειες.
Παρά τις δυσμενείς μετρήσεις, ο Όρμπαν επιμένει ότι το Fidesz μπορεί να επικρατήσει σε 65-70 από τις 106 περιφέρειες, έναντι 87 που είχε κερδίσει το 2022, διατηρώντας έτσι την εξουσία. Κυβερνητικοί κύκλοι επικαλούνται άλλες δημοσκοπήσεις που δείχνουν προβάδισμα του Fidesz, με την αντιπολίτευση να καταγγέλλει ότι προέρχονται από ινστιτούτα με δεσμούς με το κυβερνών κόμμα.
Η στρατηγική σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες και το Κίεβο
Μπροστά στην εκλογική πίεση, ο Όρμπαν επιχειρεί να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση από τα ζητήματα διαφθοράς και οικονομικής στασιμότητας – όπου ο Μαγιάρ έχει εστιάσει μεθοδικά – σε ένα γνώριμο πεδίο αντιπαράθεσης: τη σύγκρουση με τις Βρυξέλλες και την Ουκρανία.
Η ουγγρική κυβέρνηση μπλόκαρε το πακέτο οικονομικής στήριξης ύψους 90 δισ. ευρώ της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ουκρανία, κατηγορώντας το Κίεβο για καθυστερήσεις στην αποκατάσταση του αγωγού Druzhba, μέσω του οποίου τροφοδοτείται η Ουγγαρία με πετρέλαιο. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ευρέως ως πολιτικά χρονισμένη, δεδομένης της προεκλογικής συγκυρίας.
Ο Όρμπαν επιδιώκει να παρουσιάσει τον Μαγιάρ ως «υποχείριο» των Βρυξελλών και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κατηγορώντας το Tisza ότι επιθυμεί μια «φιλοουκρανική κυβέρνηση» στην Ουγγαρία. Σε δημόσιες παρεμβάσεις και αναρτήσεις του, υποστήριξε ότι η αντιπολίτευση επιδιώκει ενεργειακό χάος και αυξήσεις στις τιμές καυσίμων πριν από τις εκλογές.
Η τακτική αυτή δεν είναι καινούργια. Ο Όρμπαν έχει επανειλημμένα οικοδομήσει την πολιτική του αφήγηση γύρω από μια αντιπαράθεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, προβάλλοντας την εικόνα του υπερασπιστή της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε «εξωτερικές παρεμβάσεις».
Ο Μαγιάρ, ωστόσο, δεν απάντησε υπερασπιζόμενος ανοιχτά τις Βρυξέλλες ή το Κίεβο. Αντίθετα, επανέφερε τη συζήτηση στην οικονομία, κατηγορώντας τον Όρμπαν για κακοδιαχείριση, υψηλούς φόρους και επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου. Υπογράμμισε μάλιστα ότι τα καύσιμα είναι φθηνότερα σε χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχία και η Βουλγαρία.
Παρά την εικόνα που επιχειρεί να καλλιεργήσει το Fidesz, ο Μαγιάρ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άκριτα φιλοευρωπαίος ή φιλοουκρανός. Το Tisza έχει ταχθεί κατά της ταχείας ένταξης της Ουκρανίας στην Ε.Ε. και έχει διαφοροποιηθεί σε κρίσιμες ψηφοφορίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακόμη και από τη γραμμή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Η στάση του αποτυπώνει μια προσεκτικά ισορροπημένη στρατηγική: φιλοευρωπαϊκός προσανατολισμός, αλλά με έμφαση στην εθνική ατζέντα και στην αποκατάσταση της πρόσβασης της Ουγγαρίας σε ευρωπαϊκά κονδύλια.
Σε διπλωματικό επίπεδο, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί αλλά ελπιδοφόροι για μια ενδεχόμενη αλλαγή στην ηγεσία της Βουδαπέστης. Η παρατεταμένη σύγκρουση της κυβέρνησης Όρμπαν με την Ε.Ε. έχει προκαλέσει τριβές, ιδίως στο μέτωπο της στήριξης προς την Ουκρανία.
Εκλογές με ευρωπαϊκές προεκτάσεις
Η αναμέτρηση της 12ης Απριλίου δεν αφορά μόνο την εσωτερική πολιτική ισορροπία της Ουγγαρίας. Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια κυριαρχίας, ο Όρμπαν βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν αντίπαλο που δεν προέρχεται από τον παραδοσιακό φιλελεύθερο ή αριστερό χώρο, αλλά από το ίδιο το σύστημα εξουσίας που ο ίδιος διαμόρφωσε. Ο Μαγιάρ, πρώην κυβερνητικό στέλεχος, γνωρίζει εκ των έσω τους μηχανισμούς του κράτους και έχει οικοδομήσει το αφήγημά του πάνω στη διαφθορά και την ευνοιοκρατία.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν το Tisza μπορεί να διατηρήσει το προβάδισμά του, αλλά και αν ο Όρμπαν θα καταφέρει, μέσω της σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες, να επανασυσπειρώσει τη βάση του και να μετατρέψει την εκλογική μάχη σε δημοψήφισμα για την «εθνική κυριαρχία».