Στα ουκρανικά εδάφη που τελούν υπό ρωσική κατοχή από τον Φεβρουάριο του 2022, ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με πυροβολικό, πυραύλους και drones.
Παράλληλα εξελίσσεται μια λιγότερο ορατή, αλλά εξαιρετικά βαθιάς επίδρασης «διοικητική σύγκρουση», μέσα από γραφεία διοικήσεων κατοχής, μητρώα γης και ταχύρρυθμες δικαστικές αποφάσεις.
Πρόκειται για μια συστηματική διαδικασία απαλλοτρίωσης ουκρανικών περιουσιών, που πλήττει επιχειρηματίες, βιομηχανίες, αγροτικές εκτάσεις και κατοικίες, διαμορφώνοντας ένα νέο οικονομικό τοπίο στα κατεχόμενα υπέρ της Ρωσίας.
Στις περιοχές του Λουχάνσκ, του Ντονέτσκ, καθώς και στα νότια εδάφη της Ζαπορίζια και της Χερσώνας, η Μόσχα έχει εγκαθιδρύσει ένα εκτεταμένο σύστημα «εθνικοποιήσεων». Επισήμως παρουσιάζεται ως διοικητικό μέτρο «αποκατάστασης της τάξης» σε περιοχές αποσταθεροποιημένες από τον πόλεμο.
Στην πράξη, όμως, λειτουργεί ως μηχανισμός μόνιμης αποστέρησης της Ουκρανίας από βασικά οικονομικά περιουσιακά στοιχεία, ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα την έξοδο των κατοίκων και των επιχειρηματιών και καθιστώντας την κατοχή πιο δύσκολη να ανατραπεί στο μέλλον.
Η κατάσταση είναι ήδη γνωστή από την αυθαίρετη προσάρτητη της Κριμαίας στη Ρωσία το 2014 με στρατιωτική επέμβαση, μετά την ανατροπή του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς. Τότε πολλές ουκρανικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να μετακομίσουν βιαστικά από την Κριμαία στο Κίεβο και σε άλλες μεγάλες ουκρανικές πόλεις, προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν αυτόνομα, χωρίς ρωσική επιρροή και οικονομικό έλεγχο.
Κατασχέσεις και εθνικοποιήσεις
Οι κατασχέσεις αυτές συχνά καλύπτονται πίσω από τον νομικό όρο «εθνικοποίηση», ο οποίος βασίζεται σε μια νομική κατασκευή: ακίνητα, επιχειρήσεις ή γη χαρακτηρίζονται «εγκαταλελειμμένα» ή «χωρίς ιδιοκτήτη» εάν οι νόμιμοι κάτοχοί τους έχουν φύγει λόγω των μαχών, αρνούνται να συνεργαστούν με τις αρχές κατοχής ή αδυνατούν να εμφανιστούν ενώπιον των διοικητικών οργάνων που έχουν εγκατασταθεί από τη Ρωσία.
Μόλις αποδοθεί αυτή η κατηγορία, τα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται στο ρωσικό κράτος ή σε δημόσιες και ιδιωτικές οντότητες που συνδέονται με την εξουσία. Το αποτέλεσμα είναι άμεσο και συχνά καταστροφικό: απώλεια περιουσίας και, σε πολλές περιπτώσεις, της μοναδικής πηγής εισοδήματος για χιλιάδες επιχειρηματίες.
«Χωρίς ιδιοκτήτη»
Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιήσει ρωσικές αρχές, εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα έχουν ήδη καταγραφεί ως «χωρίς ιδιοκτήτη» στις κατεχόμενες περιοχές. Ωστόσο, η έννοια αυτή δεν αντανακλά πραγματική εγκατάλειψη, αλλά τις ακραίες συνθήκες του πολέμου και τα διοικητικά εμπόδια που καθιστούν σχεδόν αδύνατη την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας.
Η αμφισβήτηση μιας τέτοιας απόφασης απαιτεί συνήθως φυσική παρουσία στις αρχές κατοχής, ρωσικά έγγραφα ταυτότητας και επανεγγραφή της ιδιοκτησίας βάσει ρωσικής νομοθεσίας — όροι πρακτικά ανεφάρμοστοι για πρόσφυγες που βρίσκονται στο Κίεβο, σε άλλες περιοχές της Ουκρανίας ή στο εξωτερικό.
Η διαδικασία αυτή δεν πλήττει μεμονωμένους κλάδους, αλλά σχεδόν ολόκληρη την οικονομία των κατεχόμενων περιοχών. Στις λίστες απαλλοτρίωσης περιλαμβάνονται υποδομές, αγροδιατροφικές επιχειρήσεις, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, δίκτυα logistics, εμπορικές αλυσίδες, καθώς και οικιστικά και εμπορικά ακίνητα.
Με την απότομη αποστέρηση των μέσων παραγωγής από χιλιάδες ιδιοκτήτες, αποδιαρθρώνεται ο τοπικός οικονομικός ιστός, διακόπτονται αλυσίδες εφοδιασμού και επιταχύνεται η φυγή του εργατικού δυναμικού.
Εξαφάνιση διαχρονικών θέσεων εργασίας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το βιομηχανικό συγκρότημα Αζοφστάλ στη Μαριούπολη, που υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της ουκρανικής βαριάς βιομηχανίας και πλέον βρίσκεται υπό ρωσικό έλεγχο.
Η απώλεια τέτοιων μονάδων δεν συνεπάγεται μόνο την κατάσχεση κτιρίων ή εξοπλισμού, αλλά και την εξαφάνιση θέσεων εργασίας, τεχνογνωσίας και παραγωγικών οικοσυστημάτων που είχαν οικοδομηθεί επί δεκαετίες.
Από το 2024 και μετά, ο μηχανισμός αυτός φαίνεται να έχει γίνει ακόμη πιο οργανωμένος και αποτελεσματικός. Το σύστημα λειτουργεί με σχετικά απλό αλλά αυστηρό τρόπο: τοπικές επιτροπές εντοπίζουν «ενδείξεις εγκατάλειψης», ένας όρος σκόπιμα ασαφής που μπορεί να αφορά από μια κλειδωμένη πόρτα έως ένα προσωρινά κενό κτίριο.
Ακίνητα μεταβιβάζονται στο ρωσικό κράτος
Οι διευθύνσεις δημοσιοποιούνται σε επίσημες πλατφόρμες και ακολουθεί μια σύντομη περίοδος κατά την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί θεωρητικά να προσφύγει. Στην πράξη, η διαδικασία αυτή είναι σχεδόν ανέφικτη. Εάν δεν υπάρξει αντίδραση, το ακίνητο μεταβιβάζεται στο κράτος ή τίθεται υπό «προσωρινή διαχείριση», που συχνά καταλήγει σε μόνιμη αλλαγή ιδιοκτησίας.
Ιδιαίτερα προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία φαίνεται να στοχοποιούνται συστηματικά. Το πλαίσιο σχεδιάζεται κεντρικά και εφαρμόζεται ιεραρχικά, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν τοπικοί ενδιάμεσοι που εντοπίζουν απουσιάζοντες ή «μη συνεργάσιμους» ιδιοκτήτες και αναλαμβάνουν τον έλεγχο επιχειρήσεων ως νέοι διαχειριστές σύμφωνα με τη ρωσική νομοθεσία.
Σε πολλές περιπτώσεις, αρκεί μια διοικητική απόφαση που επικυρώνεται ταχύτατα από δικαστήρια κατοχής, χωρίς ουσιαστική διαδικασία αντιπαράθεσης.
Η περιοχή της Ζαπορίζια αποτελεί χαρακτηριστικό «εργαστήριο» αυτής της πολιτικής απαλλοτρίωσης. Επειδή καταλήφθηκε σχετικά γρήγορα και υπέστη λιγότερες καταστροφές από πόλεις όπως η Μαριούπολη ή το Μπαχμούτ, μετατράπηκε σε προνομιακό πεδίο για συστηματικές κατασχέσεις.
Χιλιάδες ακίνητα, μεταξύ των οποίων ξενοδοχεία, αγροκτήματα, αγορές, καταστήματα και εταιρείες υπηρεσιών, έχουν χαρακτηριστεί «χωρίς ιδιοκτήτη» τα τελευταία χρόνια.
Οικονομική βία
Οι προσωπικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν το ανθρώπινο βάθος αυτής της οικονομικής βίας. Επιχειρηματίες ανακαλύπτουν ότι οι εταιρείες τους συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς αυτούς και με διαφορετική επωνυμία, ενώ γιατροί βλέπουν τις κλινικές τους να λεηλατούνται και να εγκαταλείπονται.
Αγρότες χάνουν την πρόσβαση στη γη τους χωρίς καν επίσημο διάταγμα, και βιομηχανικοί όμιλοι χάνουν τον έλεγχο εργοστασίων, βιομηχανικών πάρκων και θυγατρικών εταιρειών. Για πολλούς, η απώλεια δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και υπαρξιακή, καθώς εξαφανίζεται το έργο ζωής τους.
Η πολιτική αυτή δεν περιορίζεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μεγάλες βιομηχανικές μονάδες της ουκρανικής οικονομίας έχουν επίσης επηρεαστεί, όπως εγκαταστάσεις χαλυβουργίας και ενεργειακές υποδομές. Οι εταιρείες που πλήττονται καταγράφουν συστηματικά κάθε κατάσχεση και καταστροφή, προετοιμάζοντας μελλοντικές νομικές διεκδικήσεις σε διεθνή δικαστήρια και οργανισμούς.
Δημογραφικοί στόχοι
Πέρα από την οικονομική διάσταση, η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί και ευρύτερους πολιτικούς και δημογραφικούς στόχους. Η απαλλοτριωμένη κατοικία και επιχειρηματική περιουσία χρησιμοποιείται για την εγκατάσταση Ρώσων πολιτών, ιδίως οικογενειών στρατιωτικών, αλλά και για την επιβράβευση συνεργατών της διοίκησης κατοχής. Ταυτόχρονα, οι κάτοικοι που παραμένουν πιστοί στο Κίεβο ωθούνται έμμεσα σε έξοδο, μεταβάλλοντας τη δημογραφική και ταυτόχρονα την ταυτότητα των περιοχών.
Υπό το ουκρανικό δίκαιο, αυτές οι «εθνικοποιήσεις» θεωρούνται άκυρες, ενώ το διεθνές δίκαιο απαγορεύει ρητά την κατάσχεση ιδιωτικής περιουσίας από δύναμη κατοχής και χαρακτηρίζει τη λεηλασία ως έγκλημα πολέμου.
Παρά ταύτα, οι νομικές διαδικασίες είναι χρονοβόρες και αβέβαιες, ενώ στο μεταξύ οι κατεχόμενες περιοχές ενσωματώνονται όλο και περισσότερο σε μια οικονομία ελεγχόμενη από τη Μόσχα, με περιορισμένες επενδύσεις και αυξημένη εξάρτηση από κρατικές επιδοτήσεις.
Μεταπολεμική πραγματικότητα
Για τους εκτοπισμένους επιχειρηματίες, η οικονομική απαλλοτρίωση δεν αποτελεί παράπλευρη απώλεια του πολέμου, αλλά βασικό του εργαλείο. Μέσω της αναδιαμόρφωσης της ιδιοκτησίας, της αποδόμησης της επιχειρηματικής βάσης και της διοικητικής ενσωμάτωσης των εδαφών, η Ρωσία φαίνεται να διαμορφώνει ήδη τις συνθήκες της μεταπολεμικής πραγματικότητας προς όφελός της.
Για την Ουκρανία και τους διεθνείς εταίρους της, η τεκμηρίωση των κατασχέσεων και η ενσωμάτωση της αποκατάστασης περιουσιών σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις θεωρούνται κρίσιμες, καθώς πίσω από κάθε διοικητική «εθνικοποίηση» διακυβεύονται όχι μόνο περιουσιακά στοιχεία, αλλά και οι ίδιες οι προοπτικές ανοικοδόμησης και ειρήνης.