Η συζήτηση γύρω από το μέλλον της ευρωπαϊκής αεροπορικής άμυνας και ειδικότερα του επόμενου μαχητικού αεροσκάφους 6ης γενιάς (ανώτερου του F-35 που είναι 5ης) έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, με αφορμή τις πρόσφατες τοποθετήσεις του Γερμανού πρώην διευθύνοντος συμβούλου της Airbus, Τομ Έντερς, στη γαλλική εφημερίδα Les Echos.
O έμπειρος βιομηχανικός ηγέτης προειδοποιεί ότι η Γερμανία θα διέπραττε τεράστιο στρατηγικό σφάλμα αν αποφάσιζε να αναπτύξει μόνη της ένα νέο μαχητικό αεροσκάφος, χαρακτηρίζοντας ένα τέτοιο εγχείρημα ως ένα «εθνικό έργο κύρους» που θα απορροφούσε τεράστιους πόρους χωρίς να ενισχύσει ουσιαστικά την επιθυμητή επιχειρησιακή ισχύ της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας.
Αφορμή η ένταση μεταξύ Dassault – Airbus
Η παρέμβασή του έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς Γαλλία και Γερμανία καλούνται να λάβουν αποφάσεις για το μέλλον του προγράμματος FCAS, δηλαδή του μελλοντικού ευρωπαϊκού συστήματος εναέριας μάχης, το οποίο αντιμετωπίζει καθυστερήσεις και εντάσεις λόγω των διαφορών μεταξύ της Dassault και Airbus.
Την ίδια στιγμή, συνδικάτα και βιομηχανικοί φορείς στη Γερμανία πιέζουν την κυβέρνηση να εξετάσει την ανάπτυξη ενός αμιγώς γερμανικού μαχητικού, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα ενίσχυε την εθνική αμυντική βιομηχανία.
Ο Έντερς, ωστόσο, θεωρεί ότι οι φωνές αυτές δεν αξιολογούν ρεαλιστικά τις στρατιωτικές και τεχνολογικές ανάγκες του μέλλοντος. Υποστηρίζει ότι υπάρχει υπερβολική αυτοπεποίθηση ως προς τη βιομηχανική πολιτική και ελλιπής κατανόηση της εξέλιξης του σύγχρονου πολέμου.
Υπενθυμίζει μάλιστα ότι η Γερμανία δεν έχει αναπτύξει αυτόνομα ένα 100% δικό της μαχητικό αεροσκάφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η απόφαση του 2017 να συνεργαστεί με τη Γαλλία για την επόμενη γενιά μαχητικών – αντί με το Ηνωμένο Βασίλειο – επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές απογοητεύσεις που σχετίζονταν με το Brexit.
Εκ των υστέρων, ο ίδιος θεωρεί ότι εκείνη η επιλογή μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγικά λανθασμένη.
Tεράστιο κόστος και χρόνος υλοποίησης
Παρότι αναγνωρίζει ότι η Γερμανία διαθέτει την τεχνολογική ικανότητα να δημιουργήσει ένα δικό της μαχητικό αεροσκάφος σε βάθος χρόνου, επισημαίνει ότι το κόστος και ο χρόνος υλοποίησης θα ήταν τεράστια.
Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα απαιτούσε επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και θα μπορούσε να δεσμεύσει για δεκαετίες τους αμυντικούς προϋπολογισμούς της χώρας, χωρίς να προσφέρει άμεσο επιχειρησιακό πλεονέκτημα – ούτε καν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Κεντρικό στοιχείο της ανάλυσής του είναι η εκτίμηση ότι η φύση της εναέριας μάχης μεταβάλλεται ριζικά. Αντί για ολοένα και πιο σύνθετες, ακριβές και χρονοβόρες πλατφόρμες με ανθρώπινο πιλότο, ο ίδιος θεωρεί ότι το μέλλον ανήκει σε «εξαιρετικά ευφυή αυτόνομα συστήματα drones».
Το μέλλον στα drones
Ως πρόσωπο που συνδέεται και με τον τομέα των αμυντικών τεχνολογιών αιχμής, επιμένει ότι οι επενδύσεις θα πρέπει να στραφούν σε αυτόνομα – ρομποτικά συστήματα μάχης ελεγχόμενα από τα μετόπισθεν και δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις, αν η Ευρώπη θέλει να αντλήσει ουσιαστικά διδάγματα από σύγχρονες συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με την οπτική του, το επανδρωμένο μαχητικό αεροσκάφος δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, αλλά σε ορίζοντα είκοσι ετών θα διαδραματίζει πλέον μόνο έναν δευτερεύοντα ρόλο στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Αυτή η πρόβλεψη ενισχύει την κριτική του απέναντι σε μακροχρόνια προγράμματα ανάπτυξης που απαιτούν δύο δεκαετίες μέχρι την επιχειρησιακή τους ωρίμανση.
Παράλληλα, οι πολιτικές διαφωνίες μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου εντείνουν την αβεβαιότητα. Ο καγκελάριος Μερτς έχει αναφερθεί δημόσια στις διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες των δύο χωρών, τονίζοντας ότι η Γαλλία επιδιώκει ένα μαχητικό ικανό να μεταφέρει πυρηνικά όπλα και να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα, δυνατότητες που δεν αποτελούν άμεση προτεραιότητα για τη γερμανική αεροπορία.
Eπανεξέταση συνεργασίας με Γαλλία και Ισπανία
Επιπλέον, στο εσωτερικό της Γερμανίας ενισχύονται οι πιέσεις από τη βιομηχανία και πολιτικούς κύκλους για ενδεχόμενη επανεξέταση της συνεργασίας με τη Γαλλία και την Ισπανία, διατηρώντας ίσως τη συνεργασία μόνο σε τομείς όπως τα drones ή τα ψηφιακά συστήματα μάχης.
Η συζήτηση αποκτά και ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση, καθώς το Λονδίνο, το Τόκιο και η Ρώμη προωθούν παράλληλα το δικό τους πρόγραμμα μαχητικού νέας γενιάς μέσω του προγράμματος GCAP.
H Eυρώπη σε κρίσιμο σταυροδρόμι
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ανταγωνισμού και τεχνολογικής μετάβασης, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό σταυροδρόμι: είτε θα επενδύσει σε συνεργατικά προγράμματα υψηλού κόστους, είτε θα επιταχύνει την ανάπτυξη νέων αυτόνομων συστημάτων που ενδέχεται να καθορίσουν το μέλλον της αεροπορικής ισχύος.
Τελικά, η παρέμβαση του Έντερς δεν είναι απλώς μια βιομηχανική κριτική, αλλά μια συνολική προειδοποίηση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κατανέμονται οι αμυντικοί πόροι σε μια εποχή ταχείας τεχνολογικής αλλαγής.
Κατά την άποψή του, η επιμονή σε ένα αμιγώς εθνικό μαχητικό πρόγραμμα θα μπορούσε να αποδειχθεί περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική επιλογή, επιβαρύνοντας την άμυνα χωρίς να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πολέμου του μέλλοντος.